ÈÅÓÓÁËÏÍÉÊÇ-ÏÌÉËÉÁ ÔÏÕ ÐÑÏÅÄÑÏÕ ÔÇÓ ÍÄ ÊÕÑÉÁÊÏÕ ÌÇÔÓÏÔÁÊÇ ÓÔÇ 81ç ÄÅÈ.(MotionTeam-ÂÅÑÂÅÑÉÄÇÓ ÂÁÓÉËÇÓ)

Του Ορέστη Αθανασίου

Η εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ σηματοδότησε την έναρξη της «χειμερινής αντεπίθεσης» της Νέας Δημοκρατίας. Όπως φάνηκε τις επόμενες μέρες με την απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (και του ΠΑΣΟΚ) να μην ψηφίζουν από δω και πέρα νομοθετικές διατάξεις, με τις οποίες συμφωνούν, αν δεν συγκεντρώνουν τη συναίνεση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, η προσπάθεια της ΝΔ θα επικεντρωθεί στο να καλλιεργηθεί η εντύπωση πως η κυβέρνηση βρίσκεται υπό πολιορκία. Με την προσδοκία πως τελικά η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να σπάσει αυτήν την πολιορκία προκηρύσσοντας εκλογές.

Προκειμένου να πείσει

Η διενέργεια εκλογών, όμως, είναι μόνο αναγκαία συνθήκη για την επιστροφή της ΝΔ στην εξουσία. Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο στόχος πρέπει να υφίσταται και μια δεύτερη συνθήκη: να έχει πείσει τους πολίτες πως αποτελεί μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Εκεί στράφηκε η προσπάθεια του επικοινωνιακού επιτελείου της ΝΔ όσον αφορά τις παρεμβάσεις του αρχηγού της στη Θεσσαλονίκη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποίησε πολλές φορές πρώτο πρόσωπο («θα είμαι αμείλικτος», «δική μου επιλογή ο Γεωργιάδης», «δεν θα κολλήσει ξανά αφίσες η ΔΑΠ») για να προωθήσει το ηγετικό του προφίλ, επιχείρησε να φανεί πως είναι κοντά στους πολίτες με πολλές αναφορές στο τι του είπαν ένας δημόσιος υπάλληλος, ένας ντελιβεράς κ.λπ., αλλά πρωτίστως να παρουσιάσει μια συνεκτική ιδεολογική πλατφόρμα, ένα νέο αφήγημα όπως θέλουν να το παρουσιάζουν οι επικοινωνιολόγοι του Μοσχάτου.
Και αυτό αναμφίβολα το πέτυχε. Η αναφορά του πως οι ανισότητες είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση και άρα δεν «μπορεί να υπάρχει κοινωνία χωρίς ανισότητες» προκάλεσε πολλά σχόλια. Ήταν όμως μια αναφορά απαραίτητη για τη συνεκτικότητα όλου του αφηγήματος. Μόνο σε μια κοινωνία που δεν υπάρχουν ομάδες με αντίπαλα συμφέροντα, παρά μόνο άτομα και ατομικά δικαιώματα μπορεί να οικοδομηθεί ένα αφήγημα για ελάχιστο κράτος και μια κοινωνία όπου η ηθική ισότητα των πολιτών δεν απαιτεί την ισότητα των οικονομικών τους πόρων. Στη γλώσσα του κυρίου Μητσοτάκη υπάρχει μόνο ένας παράγοντας προόδου: το ιδιωτικό συμφέρον. «Πιστεύουμε», είπε, «και δεν το κρύβουμε στη δύναμη της ιδιωτικής οικονομίας για να προσφέρουμε υψηλή και ποιοτική ανάπτυξη». Η κοινωνική πολιτική που σκοπό έχει να να αντισταθμίσει ανισότητες  χαρακτηρίζεται «πολιτική επιδομάτων» που πρέπει να αντικατασταθεί από μια «πολιτική των ευκαιριών». Ευκαιρίες βέβαια που παρέχονται μόνο σε αυτούς «που προσπαθούν», δηλαδή στους επιχειρηματίες  στους οποίους πρέπει να δοθεί μια «δεύτερη ευκαιρία με  απαραίτητες παρεµβάσεις στον Πτωχευτικό Κώδικα»,   «μείωση της φορολογίας από το 29% στο 20%»,  «απλοποιημένο αδειοδοτικό πλαίσιο», «μείωση του φόρου στα μερίσματα στο 5%», «υπεραποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, μεταφορά φορολογικών ζημιών για περίοδο δέκα ετών».

Όπως Θάτσερ ή Ρήγκαν

Η μείωση της φορολογίας αλλά και των ασφαλιστικών εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών αποτελούν τον κορμό της πρότασης της ΝΔ και στοχεύουν, όπως οι ανάλογες πολιτικές της Θάτσερ και του Ρήγκαν, στη μεσαία τάξη στην οποία υπόσχεται άνοδο του εισοδήματος με κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και μόνο δύο συντελεστές Φ.Π.Α. 11% και 22%. Μάλιστα η μείωση της φορολογίας παρουσιάζεται ως λύση που συμφέρει όλους και όχι μόνο τις επιχειρήσεις: «Όταν μιλώ για μείωση φόρων και για άλλο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής έχω στον νου μου το νέο παιδί που δουλεύει ντελίβερι, το οποίο μου είπε: “Οταν μειώθηκε ο ΦΠΑ, αυξήθηκε η δουλειά μου και το εισόδημά μου”».
Δεν πρέπει να υποτιμούμε τη δύναμη τέτοιων προτάσεων σε μια κοινωνία καθημαγμένη από την κρίση που αναζητά την ασφάλεια και τη χαμένη (αν και επίπλαστη) ευημερία της. Ιδίως από τη στιγμή που συνοδεύεται και από ένα εκσυγχρονισμένο δόγμα τάξης και ασφάλειας: «Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πολιτική υπέρ των πιο αδυνάτων χωρίς σεβασμό στο δημόσιο χώρο... Και βέβαια χωρίς ασφάλεια. Ο νόμος και η τάξη θα αποκατασταθούν. Η αστυνομία θα κάνει απερίσπαστη τη δουλειά της. Και οι πιο αδύναμοι συμπολίτες μας θα αισθανθούν και πάλι ασφαλείς».

Μεροληπτική πολιτική

Στην πολιτική ατζέντα Μητσοτάκη «κοινωνική πολιτική είναι κατά κύριο λόγο η εξασφάλιση δουλειάς». Γι’ αυτό η έμφαση δίνεται στη δημιουργία θέσεων εργασίας που μόνο η ιδιωτική οικονομία μπορεί να προσφέρει μέσω «εμβληματικών επενδύσεων, όπως το Ελληνικό και οι Σκουριές». Ας προσέξουμε τη φρασεολογία στο θέμα της Χαλκιδικής γιατί δείχνει ποιες είναι εκείνες οι νοοτροπίες και αντιλήψεις, στις οποίες η Αριστερά πρέπει να βρίσκεται απολύτως απέναντι: «Θέλουμε εξορυκτική δραστηριότητα πάντα με σεβασμό στο περιβάλλον και στο αυστηρό κοινοτικό πλαίσιο. Αλλά με απλοποίηση και αναμόρφωση του λατομικού κώδικα και της εξορυκτικής νομοθεσίας. Άλλες Σκουριές δεν πρόκειται να έχουμε. Αν μια εταιρεία σέβεται την περιβαλλοντική νομοθεσία και δικαιώνεται δικαστικά θα συνεχίζει κανονικά τη δραστηριότητά της. Καμία χώρα δεν θα άφηνε αναξιοποίητο τον ορυκτό της πλούτο στο όνομα της δήθεν προστασίας του περιβάλλοντος. Οι επενδύσεις αυτού του είδους είναι θετικές για την απασχόληση και για τα δημόσια έσοδα».
Και προπαντός να μην έχουμε αυταπάτες πως μια τέτοια μεροληπτική (θα έπρεπε να γράψω ταξική) πολιτική δεν απευθύνεται και στα πιο αδύναμα από οικονομική άποψη στρώματα: «Δεν πρόκειται να επιδείξω καμία ανοχή στην καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας. Έχω ακούσει πάρα πολλές ιστορίες από νέα παιδιά που προσλήφθηκαν για τετράωρη εργασία και δουλεύουν οκτάωρα. Είναι η γενιά των 360 ευρώ πλήρους απασχόλησης. Και θα είμαστε αμείλικτοι στην αντιμετώπιση των εργοδοτών που παραβιάζουν τη νομοθεσία και εκμεταλλεύονται το προσωπικό τους».

Από τους «εργατοπατέρες» στους «φοιτητοπατέρες»

Αν κανένας απομόνωνε μόνο αυτό το απόσπασμα από τις δηλώσεις Μητσοτάκη θα νόμιζε πως διαβάζει ανακοίνωση του ΣΕΠΕ ή του υπουργείου Εργασίας. Τεχνηέντως η πίσω όψη αυτής της συμπονετικής στάσης κρυβόταν σε άλλη αποστροφή της ομιλίας Μητσοτάκη. Αναφερόμενος στα εργασιακά ισχυρίστηκε πως για το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων ευθύνονται οι «εργατοπατέρες και η κομματική χειραγώγηση των συνδικάτων» και όχι η πολιτική των ιδιοκτητών. Απέναντι στους «εργατοπατέρες» όπως βαφτίζεται για να απαξιωθεί ο εργατικός συνδικαλισμός ο Κ. Μητσοτάκης έχει τη λύση: «αν οι εργαζόµενοι και η εργοδοσία µιας επιχείρησης συµφωνήσουν, κανένας συνδικαλιστής δεν θα χρειάζεται να ευλογήσει τη συµφωνία. Οι συμβάσεις που καταρτίζονται στο επίπεδο της επιχείρησης υπερισχύουν των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων. [...] Και βέβαια για να προκηρυχθεί απεργία θα απαιτείται η θετική ψήφος του 50%+1 των εγγεγραμμένων μελών».
Και πάλι ας μην σπεύσουμε να υποτιμήσουμε τη δύναμη πειθούς μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας. Όπως έδειξε η πρόσφατη εμπειρία του ΔΟΛ η πλειονότητα των εργαζομένων στην πράξη στήριξε τα σχέδια μεταβίβασης στον Μαρινάκη, καθώς όσοι τόλμησαν να ψελλίσουν κάτι περί κινητοποιήσεων αμέσως καθίσταντο αποσυνάγωγοι και σε μερικές περιπτώσεις σχεδόν κινδύνευσαν να πεταχτούν διά της βίας έξω από την αίθουσα των συνελεύσεων.
Η αριστεία συμπληρώνει το τρίπτυχο ελευθερία (των επιχειρηματιών), ασφάλεια (με αστυνομικούς που «κάνουν τη δουλειά τους»). Δεν είναι μόνο η δέσμευση για λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η καρδιά της πρότασης Μητσοτάκη βρίσκεται στο σχολείο δύο ταχυτήτων: «ένα πρότυπο σχολείο σε κάθε περιφερειακή ενότητα, ξεκινώντας από τις υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Για τους καλύτερους μαθητές. Αυτούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε σε ιδιωτικό σχολείο». Έτσι, διαβεβαιώνει ο Κ. Μητσοτάκης  «οι καλοί θα προσληφθούν τελικά με μόνιμη απασχόληση». Στα Πανεπιστήμια, «από τα οποία θα βγουν οι φοιτητοπατέρες» και μέρος της χρηματοδότησής θα εξαρτάται από την απόδοσή τους, οι φοιτητές δεν θα ψηφίζουν στις εκλογές των πρυτανικών οργάνων ενώ θα δημιουργηθεί «Εθνικό Συμβούλιο Φοιτητών, όπου οι εκλογές θα γίνονται με ενιαίο ψηφοδέλτιο».
Αριστεία σημαίνει επίσης κατάργηση των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης τα οποία θα αντικασταθούν από «ταχύρρυθμα προγράμματα κατάρτισης με πιστοποίηση σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα». Δηλαδή οι άνεργοι μαθηματικοί και φυσικοί  «αντί να ελπίζουν να διοριστούν σε 10 χρόνια μέσω ΑΣΕΠ σε κάποιο σχολείο ως καθηγητές, να εκπαιδευτούν για να βρουν δουλειά ως προγραμματιστές» αφού «περισσότεροι νέοι θέλουν να γίνουν επιχειρηματίες και λιγότεροι δημόσιοι υπάλληλοι και εισοδηματίες».

Ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη ατζέντα

Αυτά είναι μερικά από τα καινούργια που ακούσαμε από τον Κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ που έρχονται να συμπληρώσουν τα γνωστά για «απελευθέρωση της κοινωνίας μας από τα δεσμά του κρατισμού», «παραχώρηση περισσότερων λειτουργιών σε ιδιώτες μέσω Συμπράξεων του Δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα» και «παροχή πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας από ιδιώτες γιατρούς». Εκείνο που δεν ακούστηκε στη Θεσσαλονίκη είναι κάποιες απαγορευμένες λέξεις όπως (επανα)διαπραγμάτευση όρων του μνημονίου ή αμφισβήτηση της λογικής των μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων. Το μόνο που φιλοδοξεί ο αρχηγός της ΝΔ είναι «να πείσει τους εταίρους πως καθώς δεσμεύεται σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις μετά το 2018 όσο αυτές θα υλοποιούνται, τόσο θα μειώνονται οι στόχοι των πρωτογενών πλεονασμάτων». Και γιατί θα πειστούν οι εταίροι; Επειδή «οι Ευρωπαίοι έκαναν λάθος που δέχθηκαν την επιλογή του κ. Τσίπρα να υπερφορολογήσει τη μεσαία τάξη, αντί να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες. Εμείς θα υλοποιήσουμε όλες τις αλλαγές γιατί τις πιστεύουμε και γιατί ξέρουμε να τις κάνουμε». Εδώ ο Κ. Μητσοτάκης έχει δίκιο. Δεν θα κουραστεί πολύ για να πείσει τους εταίρους, αφού το μόνο που διεκδικεί από αυτούς είναι να εφαρμόσει «με απόλυτη προσήλωση» τα σχέδιά τους.
Εκείνο που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι η ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη ατζέντα του Κ. Μητσοτάκη έχει ήδη διεισδύσει σε άλλους πολιτικούς χώρους αλλά και σε ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Το πρόγραμμά του δεν διαφέρει από το λόγο που εκφέρουν καθημερινά «Το Ποτάμι», η Ένωση Κεντρώων και με -ταλαντεύσεις έστω- το ΠΑΣΟΚ της Φώφης Γεννηματά. Και ο Κ. Μητσοτάκης ρίχνει από τώρα τις γέφυρες: «Η Νέα Δημοκρατία διεκδικεί το καλύτερο δυνατό ποσοστό. Και σε περίπτωση που είναι αυτοδύναμη, πάλι θα επιχειρήσει να πετύχει διευρυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Και δεν έχω καμία δυσκολία να προτείνω μία ατζέντα ευρύτερης συνεννόησης και στη συνέχεια θα εξαρτάται από τα υπόλοιπα κόμματα, όποια κι αν είναι αυτά, σε ποιο βαθμό θέλουν να συμφωνήσουν». Εξάλλου όπως ομολόγησε βασικός στόχος του είναι να αποφύγει πρόωρες εκλογές το 2020, λόγω αδυναμίας εκλογής νέου Προέδρου της Δημοκρατίας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet