giourgos

Από τις δύο ψήφους που καλούνται να ρίξουν σήμερα στην κάλπη οι γερμανοί ψηφοφόροι –η μία για το μέλος της Μπούντεσταγκ, του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, που θα τους αντιπροσωπεύει στην περιφέρεια τους, η άλλη για το κόμμα που θα αναλάβει την κυβέρνηση— η δεύτερη προσλαμβάνει υπερεθνικές διαστάσεις, καθώς θα επηρεάσει τα μέλλοντα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θα το κάνουν με εθνικά κριτήρια –και πώς αλλιώς; Άλλωστε, το ζήτημα δεν είναι αυτό. Το ζήτημα είναι ότι το εγχείρημα ευρωπαϊκή ενοποίηση απέχει έτη φωτός από την πολιτική ολοκλήρωσή του και την υπέρβαση του δημοκρατικού ελλείμματος, που ευθύνεται για τις δυσλειτουργίες του σήμερα, ίσως και για τη ματαίωσή του αύριο. Μια πρόκληση που η ΕΕ θα τη βρίσκει διαρκώς μπροστά της –αυτό είναι παραπάνω από βέβαιο, μακροπρόθεσμα.
Στο μεταξύ, παραπάνω από βέβαιο, στο αμεσότατο παρόν, είναι ότι η Άνγκελα Μέρκελ θα εκλεγεί καγκελάριος για τέταρτη συνεχή φορά. Οι γερμανικές κάλπες δεν επιφυλάσσουν την έκπληξη που φάνηκε να υπόσχεται η υποψηφιότητα του Μάρτιν Σουλτς. Η εναλλακτική πρόταση της Σοσιαλδημοκρατίας δεν έπεισε. Οι γενικές υποσχέσεις για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη δεν είχαν στοχευμένη κοινωνική απεύθυνση, δεν διαλέγονταν με τις ριζοσπαστικές προσδοκίες ενός τμήματος του εκλογικού σώματος που η ψήφος του μπορεί και να έκανε την έκπληξη. Ηθελημένα; Λίγο πριν από το νήμα, επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός ότι η άνευρη, έτσι κι αλλιώς, προεκλογική αντιπαράθεση των Σοσιαλδημοκρατών στην κ. Μέρκελ αυτοϋπονομεύτηκε νωρίς από την πρόδηλη ετοιμότητα τους να επιστρέψουν σε ένα νέο «μεγάλο συνασπισμό» με τους Χριστιανοδημοκράτες, στη βάση ενός επωφελέστερου για τους ίδιους διαμοιρασμού των λαφύρων.

Δεν πνέει άνεμος αλλαγής

Αλλά η καίρια απάντηση στο «γιατί» της –κατά πάσα πιθανότητα– βέβαιης υπερίσχυσης του μπλοκ Χριστιανοδημοκρατών της Μέρκελ και Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας υπάρχει στην επισήμανση του βουλευτή της Αριστεράς (Die Linke) ΆξελΤρόοστ ότι «στη Γερμανία δεν πνέει άνεμος αλλαγής».* Ότι οι Γερμανοί αντιλαμβάνονται την πολυδιάστατη κρίση που υπάρχει στον κόσμο –«κρίσεις πολιτικές (Τραμπ, Brexit, Τουρκία), στρατιωτικές (Βόρεια Κορέα, Ουκρανία, Μέση Ανατολή), οικονομικές (νότια Ευρώπη), συνεχή προσφυγικά κύματα»– αλλά «δεν αισθάνονται ότι αυτές οι κρίσεις επηρεάζουν την καθημερινότητά τους… Πολλοί Γερμανοί πιστεύουν ότι η κυβέρνηση Μέρκελ κρατά τις κρίσεις μακριά τους και εξασφαλίζει την ευημερία τους. Αυτή την πεποίθηση δύσκολα μπορεί να την κλονίσει κανείς, καθώς, αφενός δύσκολα μπορούν να συλλάβουν οι άνθρωποι το εύρος των πολλών κρίσεων και συγκρούσεων, αφετέρου δε συνήθως αποφασίζουν με κριτήριο την προσωπική τους κατάσταση». Επιπροσθέτως, η κυβέρνηση, «χάρη στα υψηλά φορολογικά έσοδα και τα χαμηλά επιτόκια [σσ: δανεισμού της], έχει αναπάντεχα υψηλά πλεονάσματα με τα οποία μπορεί να χρηματοδοτεί … αγαθοεργίες», που της επιτρέπουν να αποκαθιστά τη δημοτικότητά της…
Η Γερμανία της κ. Μέρκελ, χάρις στο πλεονασματικό ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών, διαθέτει ένα τεράστιο «πλεόνασμα φερεγγυότητας», που τις επιτρέπει να δανείζεται με εξωφρενικά χαμηλά, έως και αρνητικά(!), επιτόκια –όπως το δεκαετές ομόλογο που εξέδωσε πέρυσι: παρά τον αρνητικό τόκο που προσέφερε, έγινε ανάρπαστο επειδή οι διεθνείς επενδυτές θεωρούν τη χώρα «ασφαλές σημείο στάθμευσης» των χρημάτων τους σε περιόδους κρίσης. Αποτέλεσμα; Από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008 μέχρι και το 2016 η Γερμανία έχει εξοικονομήσει 240 δισ. ευρώ.
Η Γερμανία της κ. Μέρκελ επωφελήθηκε στο έπακρο από τη διεθνή οικονομική κρίση –και συνεχίζει να επωφελείται. Αλλά η κρίση δεν θα διαρκέσει επ’ άπειρο. Δεν το επιβάλλει μόνο η ανάγκη σταθεροποίησης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού σε ένα «σημείο επανεκκίνησης», στην οποία ανάγκη η Γερμανία δεν μπορεί παρά να συμμορφωθεί. Το επιβάλλει, επίσης, η ανάγκη αποκατάστασης σε ένα νέο «σημείο αποσυμπίεσης της δυσαρέσκειας» των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων που μεθοδεύτηκαν εντός της χώρας από το νεοφιλελευθερισμό «γερμανικής κοπής», προκειμένου να σχηματιστεί το εμπορικό πλεόνασμα για το οποίο επαίρεται ο κ. Σόιμπλε. Πουθενά στον κόσμο δεν μακροημέρευσε αζημίως η επανάπαυση στο συνδυασμό δύο παραμέτρων: υποτίμηση της εργασίας εντός συνόρων, υπερεκτίμηση της εκτός συνόρων ζήτησης.

Το «επιτυχές» παράδειγμα της Γερμανίας

Στη Γερμανία της κ. Μέρκελ, πάνω από το ένα πέμπτο των εργαζομένων είναι χαμηλόμισθοι, εξαναγκασμένοι στα δύο τρίτα του μέσου μισθού. Και μπορεί μεν η ανεργία να κυμαίνεται σήμερα στο 7% -με αυξητικές ωστόσο τάσεις- και ο αριθμός των καταγεγραμμένων ως εργαζομένων να έχει αυξηθεί κατά περίπου 15% σε σύγκριση με τα χαμηλά των μέσων της δεκαετίας του 1990, όμως οι συνολικές ώρες εργασίας σήμερα ελάχιστα ξεπερνούν εκείνες των αρχών της δεκαετίας του 1990. Βάσει στοιχείων της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, τα τελευταία είκοσι χρόνια οι αποδοχές των εργαζόμενων αυξήθηκαν ελάχιστα, ενώ οι συνθήκες διαβίωσης των ανέργων, των απασχολούμενων σε επισφαλείς θέσεις εργασίας και των συνταξιούχων έχουν επιδεινωθεί σημαντικά. Οι συντάξεις κυμαίνονται στα 700 ευρώ το μήνα, με πτωτικές τάσεις, ενώ περίπου το 19% των Γερμανών, κοντά στα 23 εκατομμύρια άνθρωποι, ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας –με τους καθηλωμένους στο κοινωνικό επίδομα των 382 ευρώ το μήνα, συν ένα επίδομα φθηνής κατοικίας, να ξεπερνούν τα 4 εκατομμύρια. Με το ποσοστό όσων καλούνται να ζήσουν με λιγότερο από το 60% του μέσου οικογενειακού εισοδήματος αυξάνει ανησυχητικά, οι φορείς πρόνοιας προειδοποιούν: μεγαλώνει ο κίνδυνος μαζικής φτωχοποίησης, καθώς ένας στους τρεις ανέργους (30,1%) συναντά αυξανόμενες δυσκολίες να ανταποκριθεί στα απαραίτητα: ενοίκιο, νερό, ηλεκτρικό, επαρκή θέρμανση. Ο κίνδυνος διάλυσης της κοινωνικής συνοχής ή, αντίθετα, της κοινωνικής συσπείρωσης με ανατρεπτικές διαθέσεις δεν είναι ανύπαρκτος.
Αυτά σε ό, τι αφορά στην παράμετρο «υποτίμηση της εργασίας εντός συνόρων». Σε ό, τι αφορά στην παράμετρο «υπερεκτίμηση της εκτός συνόρων ζήτησης», αρκεί η επισήμανση ότι η σταθερότητα της γερμανικής οικονομίας εξαρτάται εδώ από έναν παράγοντα τον οποίο δεν μπορεί με κανένα τρόπο να διαχειριστεί κατά βούληση οποιαδήποτε κυβέρνηση: τις διαθέσεις των ξένων εταίρων να συνεχίσουν να απορροφούν τις εξαγωγικές ροές –ή να πάψουν να το κάνουν, με όλες τις επώδυνες για τον εξαγωγέα συνέπειες.
Αν σε αυτό το μοντέλο εξακολουθήσει να ζητά συμμόρφωση από την Ευρώπη η Γερμανία, ως υπερέχουσα οικονομική δύναμη, τότε η κατίσχυσή της στη λήψη των αποφάσεων θέτει σε κίνδυνο το εγχείρημα. Αυτό φαίνεται να θέλει να αποκλείσει η Γαλλία. Αν ο πρόεδρος Μακρόν εισακουστεί, αυτό θα σημαίνει ότι η Γερμανία κινείται στην κατεύθυνση της αλλαγής οικονομικού υποδείγματος, για την ίδια και για την ΕΕ. Μια πρώτη ένδειξη θα μπορούσε να είναι η απομάκρυνση του κ. Σόιμπλε από το ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομικών. Κάτι που, με τη σειρά του, θα σήμαινε ότι η κ. Μέρκελ επιζητεί, με την τελευταία(;) θητεία της στην καγκελαρία, τον τίτλο της σωτήρος του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Απομακρυνόμενη από ένα οικονομικο-κοινωνικό υπόδειγμα που προτάσσει το αξίωμα «Τόση Ευρώπη, όση χρειάζεται “Μια Γερμανία όπου όλοι θα ζουν καλά”» -για να παραφράσουμε το κεντρικό προεκλογικό σύνθημα που, όπως όλα δείχνουν, ανανεώνει απόψε τη θητεία της Άνγκελα Μέρκελ στην καγκελαρία.

Κωστής Γιούργος

*Συνέντευξη στην Κάκη Μπαλή, Η ΑΥΓΗ -Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet