katalonia

Από πού προέρχεται η στήριξη στην απόσχιση; Είναι καρπός της σύγκρουσης νομιμοτήτων, συγκρουσιακών ιδεών για τη δημοκρατία, μιας συνταγματικής κρίσης; Ή είναι η έκφραση ανταγωνισμών δομημένων από βαθύτερες μεταβλητές;

 

Του Λουίς Αμπένθα

Μια διάγνωση που μοιάζει να έχει επιβληθεί, είναι ότι η άνοδος του κινήματος υπέρ της ανεξαρτησίας στην Καταλονία αποτελεί άμεση συνέπεια της απόφασης του συνταγματικού δικαστηρίου. Αυτή η ιδέα έχει γίνει τόσο γενική, ώστε να μετατρέπεται στη βάση πάνω στην οποία εδράζονται οι διαφορετικές λύσεις σήμερα. Μοιάζει όλοι να συμφωνούν ότι οι αξιώσεις για αυτοδιακυβέρνηση της Καταλονίας δεν καλύπτονται από το Σύνταγμα, εξ ου και οι μεν προτείνουν τη μεταρρύθμισή του, και οι δε την απόσχιση.

Αυτή η αφήγηση βρίσκεται επίσης στη βάση της αντίληψης περί σύγκρουσης μεταξύ «κράτους δικαίου» και «δικαιώματος να αποφασίζεις». Είναι, επίσης, η βάση αυτού που θα αποκαλούσαμε «θέση της εξαπάτησης». Σύμφωνα με αυτή την ιδέα, η Καταλονία είχε καταλήξει σε μια συμφωνία αυτοδιακυβέρνησης με το ισπανικό κράτος. Το τελευταίο, όμως, βρήκε τον τρόπο να υπεκφύγει της συμφωνίας. Αυτό που βλέπουμε τώρα, είναι η φυσική αντίδραση στη διάρρηξη της εμπιστοσύνης. Αυτό που παράγεται μεταξύ του δημοψηφίσματος και της απόφασης της συντακτικής συνέλευσης, είναι αυτό που ένας φιλελεύθερος φίλος αποκαλεί σύγκρουση νομιμοτήτων. Η διάγνωση ότι η αποσχιστική τάση είναι καρπός ενός προβλήματος νομιμότητας και θεσμών διαπερνά δομικά ολόκληρη την αντιπαράθεση, επομένως και τις προτεινόμενες λύσεις, όπως την αναγκαιότητα ενός δημοψηφίσματος, τη νομιμοποίηση της διαπραγμάτευσης και τη δικαιολόγηση εδαφικών ορίων για τη δημοκρατική αρχή στο σύνολο του κράτους (τις αποκαλούμενες «εγγυήσεις αυτοδιακυβέρνησης»).

Στο μέλλον οι ιστορικοί θα συμφωνήσουν σχετικά με το τι συνέβη. Αλλά αυτό το αφήγημα αντιφάσκει αρκετά φανερά με τις αναμνήσεις μου. Θα επιχειρήσω εδώ να προσφέρω μια εναλλακτική εξήγηση.

Η κατανάλωση και ο εθνικισμός

Αν κοιτάξουμε τα στοιχεία των υποστηρικτών της εθνικής κυριαρχίας, η ιδέα πως η τάση αυτή απορρέει από την απόφαση της συντακτικής βουλής μοιάζει να έχει κάποια εγκυρότητα. Υπάρχει, πράγματι, μια αύξηση που αποτελεί άμεσο επακόλουθό της. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αρκετό για να εξηγήσουμε το φαινόμενο που είδαμε πρόσφατα, και που έρχεται αντιμέτωπο με ποικίλες εντάσεις, τις οποίες έχω απαριθμήσει σε προηγούμενα άρθρα μου.

Αυτό που συμβαίνει στην Καταλονία με την απόφαση του Καθεστώτος Αυτονομίας (Estatut), είναι πάνω απ’ όλα μια πράξη αποκρυστάλλωσης, συμμετοχή σε μια κοινή αφήγηση, ένα σύνολο πολιτικών συναισθημάτων που λάνθαναν στην κοινωνία, όχι μόνο στην καταλανική, αλλά και στην ισπανική. Θα το ονομάσω αυτό η θέση της κρίσης προσδοκιών: το γεγονός ότι κατέστησαν έκδηλες οι αντιφάσεις ανάμεσα στις υποσχέσεις και στις πραγματικότητες του οικονομικού καθεστώτος.

Από το 2008 μέχρι σήμερα, στην Ισπανία υποφέρουμε από μια μεγάλη και γενικευμένη αναταραχή λόγω της οικονομικής κρίσης. Μετά από δεκαπέντε σχεδόν χρόνια οικονομικής ευφορίας και θεσμικής παρακμής, κατά την οποία η χώρα ξόδευε περισσότερα απ’ αυτά που παρήγαγε, αναγκαστήκαμε να υποστούμε μια σχεδόν χωρίς προηγούμενο προσαρμογή στην κατανάλωση. Η κατανάλωση είναι το κομμάτι της οικονομίας που επιδρά με πιο άμεσο τρόπο στα στάνταρντ της ζωής μας. Κυρίως σε ό,τι αφορά την κατανάλωση διαρκών αγαθών, που είναι αυτά που εξαρτώνται περισσότερο από την πίστωση, αυτά που εκφράζουν ένα κοινωνικό στάτους, που μεταφράζουν φιλοδοξίες και υποσχέσεις που τρέφουμε ως καταναλωτές, αλλά και ως πολίτες.

Τα σημάδια αυτής της κατάστασης είναι φανερά σε πολλά σημεία. Στον Τύπο ή στις προφορικές αφηγήσεις, το συλλογικό τραύμα είναι απτό. Αυτό αποκρυσταλλώθηκε σε ποικίλες ευθυγραμμίσεις που, ακόμη και σήμερα, και με δεδομένο ότι το σοκ σιγά σιγά απομακρύνεται, εξακολουθούμε να υπομένουμε: ο κόσμος άρχισε να σκέφτεται πως ξόδευε «λίγα» σε διάφορες κατηγορίες δαπάνης. Πολλοί ψηφοφόροι εγκατέλειψαν τα παραδοσιακά κόμματα. Άλλοι εγκατέλειψαν κυριολεκτικά τη χώρα. Η Ισπανία, οι θεσμοί της, το καθεστώς του ’78, τα κόμματά της, όλα όσα συνδέουμε μαζί της, ως status quo ή ως σχέδιο, μετατράπηκαν σε κάτι ελάχιστα ελκυστικό. Ιδίως για τους νέους.

Η αίσθησή μου είναι ότι η άνοδος του κινήματος της ανεξαρτησίας μεταφράζει ακριβώς αυτή την κρίση προσδοκιών. Φυσικά, για έναν μαγαζάτορα στην Κουένκα, η ανεξαρτησία είναι μια αλλόκοτη ιδέα. Αλλά για μια ομάδα ανθρώπων με μικρή σύνδεση με την υπόλοιπη Ισπανία, που ήδη είχε την ιδέα της ανεξαρτησίας να πλανάται στον αέρα, το κίνημα διεκδίκησής της είναι απλώς ένα μικρό βήμα μπροστά. Η καταλανική διεκδίκηση της ανεξαρτησίας είναι η αποκρυστάλλωση μεταξύ των εθνικιστών του συλλογικού συναισθήματος δυσφορίας και ματαίωσης που υφίσταται όλη η χώρα με την οικονομική κρίση.

 

Εθνικισμός και συμμαχίες

 

Πιστεύω πως αυτή η υπόθεση είναι μια αληθοφανής ερμηνεία όσων αντλούμε από τα δεδομένα, τουλάχιστον εξίσου αληθοφανής με την ιδέα του καθεστώτος αυτονομίας.

Αυτό εξηγεί γιατί η στήριξη στην απόσχιση είναι εξαιρετικά υψηλή εντός μιας εξαιρετικά συντηρητικής ομάδας, όπως είναι η εθνικιστική ολιγαρχία. Για τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις (και ιδίως για τους νέους) και τον κόσμο με συντηρητικό υπόβαθρο της υπόλοιπης Ισπανίας, το σοκ που έφερε η κρίση δεν έχει πολλές πολιτικές διεξόδους. Το να ψηφίσεις ένα αντισυστημικό κόμμα δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικό, ούτε και το να βγεις στο δρόμο να διαμαρτυρηθείς. Η τύχη τους είναι υπερβολικά συνδεδεμένη με τους θεσμούς. Το περισσότερο που μπορούν να κάνουν είναι να ψηφίσουν τους «Πολίτες» (Ciudadanos).

Τα πράγματα, όμως, δεν είναι έτσι για το καταλανικό τους αντίστοιχο. Ο καταλανικός συντηρητισμός αντιλαμβάνεται ιστορικά την Τζενεραλιτάτ (την καταλανική κυβέρνηση) ως το ιδιωτικό τους προνομιακό πεδίο και επίσης ιστορικά φιλοδοξούσε να έχει μεγαλύτερη επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις. Πολλές ομάδες συμφερόντων, αλλά και διανοουμένων, φιλοδοξούν επίσης να αποκτήσουν στο νέο κράτος ένα ποσοστό εξουσίας, που δεν μπορούν να προσδοκούν από τη Μαδρίτη. Η απόσχιση είναι η επαναστατική στρατηγική της καταλανικής αστικής τάξης.

Η δυσαρέσκεια λόγω της κρίσης οδηγεί σε ένα πολιτικό κίνημα που αρθρώνεται και επιτυγχάνει στην Καταλονία –και όχι στην υπόλοιπη Ισπανία– ακριβώς λόγω της ταξικής του διάστασης. Στην υπόλοιπη Ισπανία, η δυσαρέσκεια της κρίσης χωρίζει την αριστερά σε ένα συνασπισμό στρατηγικά ανίκανο να πάρει την εξουσία. Στην Καταλονία, το αντισυστημικό εθνικιστικό μπλοκ συγκροτείται από τον καταλυτικό ρόλο της αστικής τάξης. Αυτή μπορεί να προσφέρει πόρους (ξεκινώντας από τους θεσμούς του κράτους, αλλά και πόρους οικονομικούς και μιντιακούς), που ο αντισυστημικός συνασπισμός δεν διαθέτει στην υπόλοιπη χώρα.

Η καταλανική δεξιά δεν στήριξε την αντίδραση ενάντια στις περικοπές και στην πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής, μπορεί όμως να συνεργάζεται με την εθνικιστική αριστερά σε ένα κοινό σχέδιο. Αυτό κάνει τον βουλευτή Ρουφιάν να δηλώνει ότι «το procés (η διαδικασία προς την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία της Καταλονίας που ξεκίνησε το 2012) είναι η δική μας 15Μ». Η διαφορά με το κίνημα των Αγανακτισμένων και της 15ης Μαΐου είναι ουσιαστικά ο μικροαστικός χαρακτήρας του procés, δηλαδή, ότι η καταλυτική στήριξή του από τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις.

Το procés είναι το σύστημα μέσω του οποίου προχωρά ο καταλανικός καπιταλισμός, και με το οποίο οι ελίτ που κυριαρχούν σ’ αυτόν αντιμετωπίζουν τις πυρηνικές τους αντινομίες. Για τις καταλανικές ελίτ, το ισπανικό κράτος λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος, που τους επιτρέπει να αποφεύγουν να έρθουν αντιμέτωποι με τα 30 χρόνια διεφθαρμένης και παραδοσιοκρατικής διαχείρισης της καταλανικής κυβέρνησης (ένα μοντέλο διαχείρισης, που όπως έχει εξηγήσει η συντρόφισσα Ελένα Κόστας παραμένει πολύ ενεργό). Για τις λαϊκές τάξεις, το να ενταχθούν στο σχέδιο μοιάζει επίσης ελκυστικό. Όπως εξηγεί ο Moses Shayo στο κλασικό πλέον άρθρο του, η εθνική ταυτότητα επιτρέπει να βρεθεί διέξοδος στις ματαιώσεις που προκαλούν οι ταξικές διεκδικήσεις. Για όλους αυτούς, η ανεξαρτησία είναι το δοχείο στο οποίο προβάλλουν τις (συγκρουσιακές) φιλοδοξίες τους. Στην άκρη του δρόμου μένουν όσοι λιγότερους λόγους να ενταχθούν σ’ αυτό το σχέδιο.

 

Τα ισχυρά σημεία της ανάλυσης βάσει αντίφασης

 

Ένα ισχυρό σημείο αυτής της ιδέας είναι ότι μιλώντας κανείς για προσδοκίες, επιτρέπει να γίνει κατανοητό γιατί συλλογικότητες με πολύ διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό στάτους και συμφέροντα μπορούν να συνεργάζονται πολιτικά σε μια κοινή πρόταση. Δεν μιλάμε εδώ για τους πιο ζημιωμένους της κρίσης που τάχθηκαν υπέρ της απόσχισης. Το σημαντικό εδώ δεν είναι το μέγεθος του σοκ, αλλά το ρήγμα με την αυτοεικόνα σου ως προς το τι δικαιούσαι.

Κάτι άλλο ελκυστικό σ’ αυτή την ιδέα είναι η γενικότητά της. Απέναντι σε εξηγήσεις βασισμένες σε μια ιστορία συναντήσεων και απομακρύνσεων μεταξύ Καταλονίας και Ισπανίας, που μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο ως ένα ιδιοσυγκρασιακά ισπανικό φαινόμενο, αυτή η εξήγηση επιτρέπει να γίνει κατανοητή η εξέγερση υπό την ηγεσία των καταλανικών μεσαίων και ανώτερων τάξεων ως μια απλή εφαρμογή της λογικής της πάλης των τάξεων. Όχι ως μια ιδιοσυγκρασιακή τοπικότητα, αλλά ως μια έκφραση στην Καταλονία του κύματος πικρίας που υπάρχει σε όλη την Ισπανία. Αυτή η δυσαρέσκεια δεν είναι η μετάφραση ενός αναδυόμενου συναισθήματος ή μιας μεμονωμένης ιστορίας: είναι η έκφραση μιας σύγκρουσης που συνέβη σε όλη την Ισπανία και, κατά κάποιον τρόπο, σε όλο τον κόσμο.

Η καταλανική σύγκρουση τοποθετείται έτσι μέσα στην ιστορική δυναμική του καταλανικού εθνικισμού. Ο εθνικισμός υπήρξε ιστορικά συνδεδεμένος με στιγμές κρίσης του εθνικού σχεδίου της Ισπανίας και οδηγούνταν από αυτό που ο David Laitin αποκαλεί εθνικοί επιχειρηματίες. Οι ιστορικοί συνηθίζουν να μιλούν, παραδείγματος χάρη, για την αναζωπύρωση του εθνικισμού στα τέλη του 19ου αιώνα, ως την καταλανική μετάφραση της συλλογικής κρίσης που υπέστη η χώρα μετά την «καταστροφή» του ’98. Τότε, όπως και τώρα, ένα μεγάλο οικονομικό σοκ (η απώλεια των υπερπόντιων αγορών για τη βιομηχανική αστική τάξη) σήμανε μια σοβαρή οπισθοχώρηση των οικονομικών φιλοδοξιών του συνασπισμού της ηγεμονικής τάξης στην Καταλονία, και η πολιτική της έκφραση ήταν το εθνικιστικό σχέδιο.

 

Η ξεροκέφαλη επιμονή της διαλεκτικής

 

Συχνά συναντάμε αυτές τις μέρες προσεγγίσεις στο καταλανικό πρόβλημα που υποστηρίζουν πως πρέπει να αφήσουμε σε δεύτερο πλάνο συγκρούσεις που έχουν αποδειχθεί εγγενείς στη λογική του όψιμου καπιταλισμού, προτιμώντας νομικές ή θεσμικές αναλύσεις. Ένας σημαντικός μετριοπαθής διανοούμενος υποστήριζε πρόσφατα ότι αυτή η διάσταση ήταν μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας. Ωστόσο, η ιδέα ότι οι πολιτικές συγκρούσεις αντανακλούν ταξικές εντάσεις και συμμαχίες δεν είναι μια υπερβολική ιδέα. Είναι μία από τις πιο παλιές, σταθερές και ορθόδοξες ιδέες της σύγχρονης επιστήμης.

Αν η ανάλυσή μου αποδειχθεί καίρια, η ανάλυση που βασίζεται στην αφήγηση σχετικά με την απόφαση του Estatut -που δίνει έμφαση στη σημασία της διαπραγμάτευσης, στο συμβολισμό και στην ταυτότητα– μπορεί να μην είναι έγκυρη. Μια φίλη μου υπενθύμισε τη φράση του Αντρέ Μαλρώ: «Δεν ήταν αληθινό, ούτε ψεύτικο, ήταν αυτό που ζήσαμε». Αλλά η διαίσθησή μου λέει πως το γρανάζι που συντονίζει τα συμφέροντα του εθνικιστικού μπλοκ εξουσίας δεν θα απενεργοποιηθεί μόνο με συμβολισμούς και εκλογικά τελετουργικά.

 

Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου

Πηγή: https://politikon.es/2017/10/16/condiccionesyprosperidad/

 

 

 

 
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet