ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΒΙΒΗ ΚΕΦΑΛΑ, ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ
ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ

Συμπεράσματα από τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Ντόναλντ Τραμπ

%ce%ba%ce%b5%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%ac-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%ae

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Η συνάντηση μεταξύ Τραμπ και Τσίπρα, που πραγματοποιήθηκε την περασμένη βδομάδα, καλύφθηκε εκτενώς, από τον εγχώριο και διεθνή Τύπο. Σε ποιο πλαίσιο εντάσσεται αυτή;
Είναι πολύ ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε τις χαοτικές συνθήκες, οι οποίες επικρατούν στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, τα νέα προβλήματα που έχουν αναδυθεί, τη μετακίνηση των συμμαχιών λόγω των αλληλοαναιρούμενων ή αλληλοσυγκρουόμενων διακυβευμάτων σημαντικών περιφερειακών δρώντων. Έχουμε μια κρίση που έχει πολλαπλασιαστεί. Δηλαδή η ιρακινή με τη συριακή κρίση έχουν συνενωθεί, μέσω της δράσης του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου. Είναι πάρα πολύ δύσκολη η καταπολέμησή του, παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα, όπως η απελευθέρωση της Ράκας, βρισκόμαστε πάρα πολύ μακριά από το να τελειώσουν αυτές οι αλλεπάλληλες και ενδεχομένως ομόκεντρες κρίσεις στην περιοχή. Οι ΗΠΑ έχουν χάσει τεράστιο μέρος της επιρροής τους στη Μέση Ανατολή, οι σχέσεις τους με την Τουρκία είναι πάρα πολύ τεταμένες και, από την άλλη, υπάρχουν οι σύμμαχοί τους στην περιοχή, όπως το Ισραήλ, οι οποίοι βλέπουν όλη αυτή την κατάσταση με αυξανόμενη ανησυχία. Κατά συνέπεια, οι ΗΠΑ επιζητούν σταθερούς και προβλέψιμους συμμάχους στην περιοχή. Αυτή τη στιγμή, οι μόνες δύο χώρες που θα μπορούσαν να είναι τέτοιοι σύμμαχοι είναι η Ελλάδα και το Ισραήλ. Από την πλευρά της Ελλάδας, η χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με τεράστια προβλήματα, με αιχμή του δόρατος τις προσφυγικές ροές, που δεν πρόκειται να σταματήσουν, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος. Άρα, έχουμε κάθε λόγο να γίνει αυτή η συνάντηση και να έχει αποτελέσματα, διότι έχουμε σύγκλιση συμφερόντων, στα οποία προστίθενται και τα συμφέροντα των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών, με δεδομένο το τεράστιο πεδίο φυσικού αερίου που βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κοινά συμφέροντα και παρεμφερείς στόχοι

Κατόπιν αυτών, ποια είναι τα συμπεράσματά σου από όσα ειπώθηκαν κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου;
Η πιο σταθερή συμμαχία είναι η συμμαχία, η οποία στηρίζεται στα κοινά συμφέροντα και τους παρεμφερείς στόχους. Είναι προφανές ότι οι στόχοι της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι τόσο ευρείς όσο αυτοί των ΗΠΑ, παρά ταύτα θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι συμπληρωματικοί. Δηλαδή, η Ελλάδα θέλει να περιορίσει την τουρκική επιθετικότητα, να διαχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο την οικονομική κρίση, και βεβαίως χρειάζεται επενδύσεις και διεθνή προβολή ώστε να τις ��ροσελκύσει και να διαμορφωθεί ένα ανοδικό σπιράλ οικονομικής ανάπτυξης· από τις οικονομικές επενδύσεις δημιουργούνται θέσεις εργασίας, βελτιώνεται το εσωτερικό κλίμα, βελτιώνεται η εικόνα της χώρας στη διεθνή σκηνή, αυξάνει την πιστοληπτική της ικανότητα, βγαίνει στις αγορές κ.λπ. Σε αυτό οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να βοηθήσουν.

Ο αμερικανός πρόεδρος είπε χαρακτηριστικά «Μία ισχυρή και ακμάζουσα Ελλάδα παρέχει τεράστιες ευκαιρίες για το αμερικανικό εμπόριο και τις επενδύσεις  καθώς και τη δημιουργία θέσεων εργασίας». Θεωρείς πως η Ελλάδα βγαίνει κερδισμένη, από τη στιγμή που θα πρέπει να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις;
Ξεκινώντας από την αρχή ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και όχι του ευκταίου, βεβαίως η Ελλάδα βγαίνει απόλυτα κερδισμένη. Κατά συνέπεια, θα πρέπει γι’ αυτό να δώσει ανταλλάγματα, όπως για παράδειγμα η βάση της Σούδας  και σε αυτό η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει πίσω, αν θέλει την αμερικανική υποστήριξη, η οποία παρεμπιπτόντως δεν υπάρχει από τους ευρωπαίους εταίρους της. Ανεξαρτήτως του πόσο προβλέψιμος ή απρόβλεπτος είναι ο Ερντογάν, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να επιτρέψουν να μείνουν χωρίς μια βάση στην Ανατολική Μεσόγειο και επειδή υπάρχει η περίπτωση να κλείσει η βάση στο Ιντζιρλίκ, έστω και για λίγο, πρέπει οι ΗΠΑ να έχουν εναλλακτική λύση.

Οι διεθνείς παίκτες

Όπως ανάφερες οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας είναι σε κρίσιμη καμπή. Ποια πρέπει να είναι η τοποθέτηση της Ελλάδας σε αυτή την κρίση;
Η στάση της Ελλάδας, για μια από τις λίγες φορές, είναι η ενδεδειγμένη για την προστασία των εθνικών συμφερόντων. Η Ελλάδα πρέπει να απαλλαγεί κάποια στιγμή από τις σκληρύνσεις και τις δεσμεύσεις του παρελθόντος, οι οποίες ενδεχομένως δεν έχουν πια αντίκρισμα σε άλλους εταίρους. Μάλιστα, έχει ήδη αρχίσει να διαφοροποιεί την πολιτική της συνάπτοντας όλο και στενότερες οικονομικές σχέσεις με το Ισραήλ, ενεργοποιώντας τη στρατιωτική συμφωνία που είχε υπογράψει με το Ισραήλ. Δεν σημαίνει αυτό ότι εγκαταλείπει τον Αραβικό Κόσμο ούτε ότι σταματά να έχει τη σωστή θέση με τους κανόνες διεθνούς δικαίου στο παλαιστινιακό πρόβλημα, δηλαδή να είναι υπέρ του αιτήματος ανεξάρτητου, κυρίαρχου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους. Σε αυτό δε η Ελλάδα διευκολύνεται από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συγκεκριμένη θέση στο παλαιστινιακό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποκλείει σχέσεις καλής γειτονίας, οικονομικές συνεργασίες γιατί εντέλει είναι προς όφελος όλων μας η σταθερότητα στην περιοχή μας. Άρα είναι προτιμότερη η συνεργασία από τη σύγκρουση. Αυτό κάνει η Ελλάδα πια και τολμώ να πω με επιτυχία. Από την άλλη, επειδή είναι μικρή χώρα μπορεί να προσφέρει καλές υπηρεσίες. Ήδη αυτό είχε αρχίσει να γίνεται στην αραβοϊσραηλινή διένεξη από τη δεκαετία του ’90. Τώρα επιταχύνονται αυτές οι διαδικασίες. Δεν έχει σημασία αν έχουν αποτέλεσμα απτό, αλλά ότι γίνονται, διότι αυτό σημαίνει ότι προετοιμάζεται ένα έδαφος και έχει σημασία να υπάρχει ένα ελάχιστο επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, το οποίο είναι βοηθητικό σε όλη τη διαδικασία.
Επειδή είναι πολλοί οι παίκτες στο γεωπολιτικό παιχνίδι, πώς καταγράφεται η συνάντηση Τραμπ-Τσίπρα από πλευράς Ρωσίας, Κίνας, ΕΕ;
Είναι σαφές ότι βιώνουμε μια μετάβαση ως χώρα και ως διεθνές σύστημα. Μην ξεχνάμε ότι δεν είμαστε πια στο μονοπολικό σύστημα και πως αναδύονται πόλοι ισχύος, όπως η Ομοσπονδία της Ρωσίας ή η Κίνα. Η ΕΕ θα μπορούσε να είναι ένας πάρα πολύ σημαντικός παίκτης, όμως τείνει στην αυτοδιάλυσή της επειδή δεν μπορεί να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες των λαών που την απαρτίζουν. Ως εκ τούτου ακριβώς εξαιτίας αυτής της ρευστότητας όλοι οι παίκτες κάνουν κινήσεις, οι οποίες μπορεί να φαίνονται αντιφατικές και συμμαχούν με άλλους δρώντες, με τους οποίους μπορεί να έχουν αντιθετικά συμφέροντα σε άλλα πεδία, όπως για παράδειγμα η Ρωσία και η Τουρκία ή ακόμα καλύτερα η Τουρκία και οι ΗΠΑ. Επομένως, ο επαναπροσδιορισμός των ελληνοαμερικανικών σχέσεων δεν μπορεί να βαρύνει αρνητικά στη σχέση της Ελλάδας με περιφερειακούς και διεθνείς δρώντες. Όσον αφορά τα αποτελέσματα της συνάντησης στην Ουάσιγκτον διαπιστώθηκαν οι κοινοί στόχοι και πως πρέπει να υπάρξει ένα δούναι και λαβείν, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτό θα γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Πρώτον διότι και στο εσωτερικό των δύο χωρών μπορεί να υπάρξουν αντιδράσεις, αλλά και γιατί η κάθε μία από τις δύο χώρες έχει ανειλημμένες υποχρεώσεις και άλλου τύπου εξισορροπήσεις.

Έχουν γίνει πολλά σχόλια για τρόπο το με τον οποίο αντιμετώπισε ο Αλ. Τσίπρας τον αμερικανό πρόεδρο, ιδιαίτερα από την Αριστερά. Ποια είναι η γνώμη σου;
Πράγματι υπάρχει ένα ζήτημα και ενδεχομένως να είναι δικαιολογημένες αυτές οι κριτικές. Διότι δεν έχει μόνο σημασία τι λέει κανείς, αλλά και το πώς το λέει. Από την άλλη μεριά, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η πολιτική ασκείται και μέσω της διπλωματίας. Κατά συνέπεια, το να μη θίξει κανείς κακώς κείμενα, όταν πάει να κάνει μια συμφωνία, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η βάση, από την οποία πρέπει να ξεκινήσει.  Επομένως, οι κριτικές μπορεί να έχουν ιδεολογική βάση, αλλά δεν χωρούν στην άσκηση μιας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet