roupakiotis

Του Αντώ­νη Ρου­πα­κιώ­τη

Τα ει­δι­κό­τε­ρα στοι­χεία της υ­πό­θε­σης του Πε­ρι­κλή (;) και της Ηριάν­να Β.Λ δεν γνω­ρί­ζω, ό­σα, ό­μως, γνω­ρί­ζω εί­ναι αρ­κε­τά για το σχό­λιό μου· αυ­τό, δε, α­φο­ρά και κά­θε άλ­λον που θα βρι­σκό­ταν στην ί­δια θέ­ση.
Δι­καιού­μαι να ε­κτι­μή­σω ό­τι, α­νε­ξαρ­τή­τως α­πό το μέ­γε­θος της ποι­νής, που ε­πι­βλή­θη­κε στους δύο κα­τη­γο­ρού­με­νους, η άρ­νη­ση χο­ρή­γη­σης α­να­σταλ­τι­κού α­πο­τε­λέ­σμα­τος κα­τά την έκ­δο­ση  της α­πό­φα­σης υ­πε­ρέ­βην τα ό­ρια της αυ­στη­ρό­τη­τας.
Κα­τά τα άλ­λα εί­ναι γνω­στό σε δια­δί­κους, δι­κα­στές και ποι­νι­κο­λο­γού­ντες δι­κη­γό­ρους, ό­τι στη δια­δι­κα­σία που ως μο­νό­δρο­μο α­κο­λού­θη­σαν με­τά την πρώ­τη δί­κη η Ηριάν­να Β.Λ. και ο Πε­ρι­κλής, γί­νο­νται πο­λύ δύ­σκο­λα δε­κτές αι­τή­σεις α­να­στο­λής ε­κτέ­λε­σης της κα­τα­δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης μέ­χρι την εκ­δί­κα­ση της κα­τ’ αυ­τής έ­φε­σης.
Το για­τί, φο­βά­μαι —πο­λύ θα ή­θε­λα να μην εί­ναι έ­τσι— ο­φεί­λε­ται στην α­ντί­λη­ψη να α­πορ­ρί­πτο­νται πα­ρό­μοιες αι­τή­σεις, μή­πως φα­νεί ό­τι αμ­φι­σβη­τεί­ται η κρί­ση του δι­κα­στη­ρίου της πρώ­της δί­κης, που κα­τα­δί­κα­σε τους κα­τη­γο­ρού­με­νους και τους στέ­ρη­σε ταυ­τό­χρο­να το α­να­σταλ­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα της ποι­νής μέ­χρι την εκ­δί­κα­ση της έ­φε­σης τους.
Μό­νο που η α­ντί­λη­ψη αυ­τή, αν ι­σχύει, δεν εί­ναι α­πλώς ά­δι­κη, αλ­λά α­ναι­ρεί­ται εν τοις πράγ­μα­σι και το δι­καίω­μα του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου, ταυ­τό­χρο­να, δε, και το χρέ­ος του δι­κα­στη­ρίου, να κρί­νε­ται το συ­γκε­κρι­μέ­νο αί­τη­μα α­να­στο­λής της ποι­νής, α­πό θέ­ση αυ­το­νο­μίας για κά­θε σύν­θε­ση δι­κα­στη­ρίου, και ό­χι να α­πο­φεύ­γε­ται η δια­φο­ρο­ποίη­ση της κρί­σης ως προς αυ­τό α­πό το δεύ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο, α­πό αυ­τή του πρώ­του, για άλ­λους λό­γους. Εξάλ­λου η α­νε­ξαρ­τη­σία του δι­κα­στή δο­κι­μά­ζε­ται και στο πε­δίο αυ­τό.

Απου­σιά­ζει η αι­τιο­λό­γη­ση

Ωστό­σο, πέ­ρα α­πό αυ­τά και συ­νο­μο­λο­γώ­ντας, βέ­βαια, ό­τι οι δι­κο­νο­μι­κοί κα­νό­νες εί­ναι α­να­γκαίοι για την α­ξιο­πι­στία της δί­κης, ε­π’ ου­δε­νί κα­τά την ε­φαρ­μο­γή τους πρέ­πει να υ­περ­βαί­νουν την κά­θε φο­ρά α­να­γκαιό­τη­τα για ου­σια­στι­κή και α­ξιό­πι­στη κρί­ση μιας υ­πό­θε­σης.
Ει­δι­κό­τε­ρα, σε σχέ­ση με τη δι­καιο­δο­τι­κή α­ντί­λη­ψη που ε­πι­κρά­τη­σε και στην υ­πό­θε­ση της Ηριάν­νας Β.Λ. και του Πε­ρι­κλή, πι­στεύω, ό­τι το άρ­θρο 497, πα­ρά­γρα­φος 7, Κώ­δι­κα Ποι­νι­κής Δι­κο­νο­μίας, συν­δέε­ται α­διά­σπα­στα με την α­μέ­σως ε­πό­με­νη πα­ρά­γρα­φο ο­κτώ (8), ε­φό­σον α­να­φέ­ρε­ται και στην πε­ρί­πτω­ση της «α­να­στο­λής της αί­τη­σης ε­κτέ­λε­σης της πρω­τό­δι­κης α­πό­φα­σης» μέ­χρι την εκ­δί­κα­ση της κα­τ’ αυ­τής έ­φε­σης.
Έτσι, για να α­πορ­ρί­ψει το δι­κα­στή­ριο σχε­τι­κή αί­τη­ση κα­τη­γο­ρού­με­νου, κα­τά το συν­δυα­σμό των δια­τά­ξεων αυ­τών, πρέ­πει αυ­τό να δε­χτεί αι­τιο­λο­γη­μέ­να ό­τι:
α) ο κα­τη­γο­ρού­με­νος δεν έ­χει γνω­στή και μό­νι­μη δια­μο­νή στη χώ­ρα (δεν ι­σχύει βέ­βαια για τους δύο), ή β) έ­χει κά­νει προ­πα­ρα­σκευα­στι­κές ε­νέρ­γειες για να διευ­κο­λύ­νει τη φυ­γή του (στην πε­ρί­πτω­ση των δύο, α­πό την ά­σκη­ση ποι­νι­κής δίω­ξης μέ­χρι την εκ­δί­κα­ση της υ­πό­θε­σης τους, πα­ρ’ ό­τι δεν εί­χαν προ­σω­ρι­νά κρα­τη­θεί ε­πί 4 ½ ο­λό­κλη­ρα χρό­νια δεν υ­πήρ­ξε διά­θε­ση ή κι­νη­τι­κό­τη­τα για δια­φυ­γή τους), ή γ) αν κα­τά το πα­ρελ­θόν ο κα­τη­γο­ρού­με­νος υ­πήρ­ξε φυ­γό­ποι­νος ή φυ­γό­δι­κος, ή κρί­θη­κε έ­νο­χος για α­πό­δρα­ση κρα­του­μέ­νου ή πα­ρα­βία­ση πε­ριο­ρι­σμών δια­μο­νής, ε­φό­σον α­πό τη συν­δρο­μή των πα­ρα­πά­νω στοι­χείων προ­κύ­πτει σκο­πός φυ­γής (δεν συ­ντρέ­χουν οι πε­ρι­στά­σεις αυ­τές για τους δύο), ή δ) αν κρί­νε­ται αι­τιο­λο­γη­μέ­να, ό­τι, αν α­φε­θεί ε­λεύ­θε­ρος, εί­ναι πο­λύ πι­θα­νό, ό­πως προ­κύ­πτει α­πό προ­η­γού­με­νες κα­τα­δί­κες για α­ξιό­ποι­νες πρά­ξεις ή α­πό τα συ­γκε­κρι­μέ­να ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πρά­ξης, να δια­πρά­ξει και άλ­λα ε­γκλή­μα­τα (στην πε­ρί­πτω­ση των δύο κα­τη­γο­ρου­μέ­νων δεν υ­πήρ­ξαν προ­η­γού­με­νες κα­τα­δί­κες, ού­τε πλή­ρης αι­τιο­λό­γη­ση της α­πό­φα­σης ό­τι με συ­γκε­κρι­μέ­νες συ­μπε­ρι­φο­ρές των δύο ή­ταν πι­θα­νό να δια­πρά­ξουν αυ­τοί νέες ε­γκλη­μα­τι­κές πρά­ξεις).
Για το λό­γο αυ­τό ε­κτι­μώ, μά­λι­στα, ό­τι δεν εί­ναι α­να­γκαία καν η α­να­φο­ρά στο α­μέ­σως ε­πό­με­νο ε­δά­φιο της ί­διας πα­ρα­γρά­φου, ό­τι «το δι­κα­στή­ριο σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση χο­ρη­γεί α­να­σταλ­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα ή α­να­στο­λή ε­κτέ­λε­σης (η πε­ρί­πτω­ση των δύο) αν αι­τιο­λο­γη­μέ­να κρί­νει ό­τι ή ά­με­ση έ­κτι­ση ή συ­νέ­χι­ση έ­κτι­σης της ποι­νής δεν έ­χει ως συ­νέ­πεια υ­πέρ­με­τρη και α­νε­πα­νόρ­θω­τη βλά­βη για τον ί­διο ή για την οι­κο­γέ­νεια του», πα­ρ’ ό­τι, για μεν τον Πε­ρι­κλή α­να­δείχ­θη­κε το πρό­βλη­μα της υ­γείας του, για, δε, την Ηριάν­να Β.Λ. προέ­κυ­πτε ι­διαί­τε­ρα η ε­πι­βλα­βής συ­νέ­πεια στο έρ­γο της στο Πα­νε­πι­στή­μιο.

Διά­λο­γος ε­πι­κοι­νω­νίας πο­λι­τώ­ν

Αλλά α­φή­νω την αί­θου­σα του δι­κα­στη­ρίου, με την ι­διό­τη­τα του τε­χνι­κού-νο­μι­κού, και ε­πα­νέρ­χο­μαι σε αυ­τήν με την ι­διό­τη­τα του πο­λί­τη και υ­πο­στη­ρί­ζω, ό­τι:
α. Η δια­δι­κα­σία α­πο­νο­μής της δι­καιο­σύ­νης λει­τουρ­γεί βέ­βαια για τους δια­δί­κους , ω­στό­σο ταυ­τό­χρο­να, ε­πι­τε­λώ­ντας την παι­δευ­τι­κή ή πο­λι­τι­σμι­κή λει­τουρ­γία της —η ποι­νι­κή, δε, δι­καιο­σύ­νη, υ­πη­ρε­τώ­ντας και τους ό­ρους της γε­νι­κής πρό­λη­ψης— δια­χέε­ται στην κοι­νω­νία για την υ­πο­στή­ρι­ξη της α­ξιο­πι­στίας της δι­κα­στι­κής ε­ξου­σίας που α­πο­νέ­μει δι­καιο­σύ­νη, αλ­λά και για τη δη­μιουρ­γία στους πο­λί­τες δι­καιι­κής συ­νεί­δη­σης.
β. Η ά­σκη­ση του κοι­νω­νι­κού έ­λεγ­χου, κα­τά την ά­πο­ψη μου, στα δι­κα­στι­κά δρώ­με­να —με την τή­ρη­ση α­ναμ­φι­σβή­τη­τα των δι­κο­νο­μι­κών και ου­σια­στι­κών κα­νό­νω­ν— ε­ξι­σορ­ρο­πεί την ε­ξου­σια­στι­κή —κά­ποιες φο­ρές και αυ­ταρ­χι­κή ή αυ­τά­ρε­σκη δι­καιο­δο­τι­κή κρί­ση— με την α­νά­γκη α­πο­νο­μής ου­σια­στι­κής και α­ξιό­πι­στης δι­καιο­σύ­νης.
Έτσι και η συ­μπα­ρά­στα­ση που υ­πάρ­χει σε πε­ρι­πτώ­σεις κα­τη­γο­ρου­μέ­νων α­πό ά­το­μα ή ο­μά­δες εν­δια­φε­ρο­μέ­νων δεν α­πο­σκο­πεί στην ά­σκη­ση πίε­σης στο δι­κα­στή­ριο, αλ­λά για να μέ­νει α­νοι­χτός ο δι­καιο­πο­λι­τι­κός διά­λο­γος ε­πι­κοι­νω­νίας ε­ξου­σίας και πο­λι­τών, ο ο­ποίος ό­μως πρέ­πει να α­να­δει­κνύε­ται με υ­πευ­θυ­νό­τη­τα τό­σο ως προς το πε­ριε­χό­με­νο ό­σο και ως προς τον τρό­πο ά­σκη­σής του.
Από το διά­λο­γο αυ­τό α­να­δει­κνύο­νται οι α­πο­ρίες:
α.α. Για­τί για συ­γκε­κρι­μέ­να α­δι­κή­μα­τα ή κα­τη­γο­ρίες διά­πρα­ξης αυ­τών, το δι­κα­στι­κό σύ­στη­μα α­πο­δει­κνύε­ται α­νε­λα­στι­κό ή και αυ­στη­ρό;
β.β. Για­τί ει­δι­κό­τε­ρα, προ­κει­μέ­νου να δο­θεί α­να­σταλ­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα κα­τά την έκ­δο­ση της α­πό­φα­σης, άλ­λως κα­τά την εκ­δί­κα­ση αί­τη­σης ε­κτέ­λε­σης της α­πό­φα­σης μέ­χρι την ε­πα­νά­κρι­ση της υ­πό­θε­σης α­πό το ε­φε­τείο, υ­πάρ­χει δια­φο­ρε­τι­κή δι­καιο­δο­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά ως προς συ­γκε­κρι­μέ­νες κα­τη­γο­ρίες α­δι­κη­μά­των, που δεν συν­δέ­ο­νται μά­λι­στα με τις προϋπο­θέ­σεις που ο­ριο­θε­τεί το άρ­θρο 497 Κώ­δι­κα Ποι­νι­κής Δι­κο­νο­μίας, αλ­λά με τη φύ­ση της κα­τη­γο­ρίας;
Ως συ­νέ­πεια των πα­ρα­πά­νω δεν μέ­νει πα­ρά να δια­τυ­πώ­σω την ά­πο­ψη ό­τι δια­φο­ρε­τι­κή θα έ­πρε­πε να εί­ναι η τύ­χη της αί­τη­σης α­να­στο­λής πε­ραι­τέ­ρω έ­κτι­σης της ποι­νής της Ηριάν­νας Β.Λ. ή του Πε­ρι­κλή, ή και κά­θε άλ­λου πο­λί­τη που κρί­νε­ται σε ί­διες ή πα­ρό­μοιες συν­θή­κες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet