Της Σοφίας Ξυγκάκη

Πολιτική της κυβέρνησης, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, ήταν να αποφεύγεται οποιαδήποτε πράξη θα μπορούσε να θεωρηθεί προετοιμασία για πόλεμο, έτσι, ενώ, ήδη από το 1937, είχε σταλεί εγκύκλιος προς αυστηρά επιλεγμένους εφόρους αρχαιοτήτων για την προληπτική εκπόνηση σχεδίων σχετικά με την απόκρυψη των αρχαίων αντικειμένων, δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας. Οι πρώτες ενέργειες ξεκίνησαν δύο μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου και ολοκληρώθηκαν αρχές Απριλίου του 1941, λίγες μέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών, στις 27 Απριλίου, στην Αθήνα. Στο μεταξύ, ο πόλεμος της προπαγάνδας ήδη είχε αρχίσει από το φθινόπωρο του ’40, και, όπως αναφέρει ο Βασίλειος Πετράκος στο βιβλίο του «Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944», οι Ιταλοί προσπαθούσαν να σπείρουν ζιζάνια ανάμεσα στους Έλληνες και τους Άγγλους. Το ιταλικό πρακτορείο Στέφανι διέδιδε ότι η Αγγλία με τα δικά της βομβαρδιστικά και με ιταλικά διακριτικά θα βομβάρδιζε την Ακρόπολη για να προκαλέσει την παγκόσμια συμπάθεια υπέρ της Ελλάδας. Όπως ήταν αναμενόμενο, η αρχαία Ελλάδα και τα μνημεία της βρέθηκαν στο επίκεντρο. Από το Λονδίνο έφταναν «έγκυρες» πληροφορίες ότι βρετανός βουλευτής θα ζητήσει την ψήφιση νομοσχεδίου που θα επιτρέπει την επιστροφή των μαρμάρων που είχαν αφαιρεθεί από τον λόρδο Έλγιν.
Την ίδια εποχή, ο Άγγελος Σικελιανός δημοσίευσε την τραγωδία Σίβυλλα, όπου ο Νέρωνας επισκέπτεται το Μαντείο των Δελφών για να λάβει το χρησμό από τη Σίβυλλα.

Ο πόλεμος των λέξεων

Αλλά ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός βρισκόταν και στο επίκεντρο της λογομαχίας ανάμεσα στον Γεώργιο Βλάχο και το θερμό υποστηρικτή του Μουσολίνι Άλτιμο Ρομέο, από το ραδιοφωνικό σταθμό της Ρώμης. Ο Γ. Βλάχος αναφέρει τα κακουργήματα της Αρχαίας Ρώμης και ο Ρομέο απαντά, μεταξύ άλλων: «Ο ελληνικός πολιτισμός είναι εις και μόνος, ο αρχαίος με τον Παρθενώνα, την Ολυμπία και κανένα σπασμένον κιονόκρανον [...]. Εκτός της Βυζαντινής περιόδου που κι αυτή είναι παρακλάδι της Ρωμαϊκής κανένα σημείον δεν υπάρχει πολιτισμού ελληνικού». Ενώ, στη συνέχεια, εκθειάζει τους Ιταλούς που κατάφεραν να διατηρήσουν τον πολιτισμό τους, για να απαντήσει και πάλι ο Γ. Βλάχος: «Τι σχέσιν έχουν αυτά με την παρούσα κατάστασιν […]; Ήλθατε εδώ νύκτα. Με πλήθος στρατιωτών και φτερών και μηχανοκίνητων φαλάγγων. Τι ηθέλατε;.. Ηθέλατε να πάρετε την Ελλάδα. Διότι ενομίσατε ότι Ελλάς είναι Αβησσυνία «με κανένα ίχνος πολιτισμού»». Κι ενώ ο πόλεμος των λέξεων συνεχιζόταν, και η διαδικασία απόκρυψης είχε ήδη ξεκινήσει, το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, στις 11 Νοεμβρίου, απέστειλε στους Εφόρους Γενικές τεχνικές οδηγίες «δια την προστασίαν των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναέριους κινδύνους». Σε αυτές, οι δύο κυρίως κίνδυνοι που θα προέκυπταν από τους εναέριους βομβαρδισμούς είναι: οι πυρκαγιές που θα έχουν προκληθεί «εξ εμπρηστικών βομβών», εξαιρετικά πιθανές εφόσον όλα σχεδόν τα μουσεία, όπως το ΕΑΜ, καλύπτονταν με ξύλινη στέγη, και αυτοί «εκ των εκρηκτικών λεγομένων βομβών», οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν κατάρρευση των τοίχων και καταστροφή των αντικειμένων.

H φωτογραφική έκθεση

Από τις 16 φωτογραφίες, οι πρώτες αφορούν όψεις του ΕΑΜ, πριν από τον πόλεμο, προσφέροντας μια εικόνα για το τι έβλεπαν οι επισκέπτες τότε. Χαρακτηριστικά της εποχής είναι η με έντονα χρώματα διακοσμημένες αίθουσες και η παραστατική διάταξη των αντικειμένων, όπως αυτή των επιτύμβιων αγγείων κλασικών χρόνων, παραταγμένα σε έναν τοίχο του Μουσείου, που στη σημερινή εποχή θα ήταν αδιανόητο για λόγους ασφάλειας αλλά και γιατί οι επισκέπτες πλέον πρέπει να γνωρίσουν περιμετρικά ένα έργο.
Με την κήρυξη του πολέμου, το Μουσείο κλείνει για τους επισκέπτες και αρχίζει η διαδικασία απόκρυψης των έργων. Για την απόκρυψη των μεγάλων αγαλμάτων, όπως ο Κούρος του Σουνίου, σύμφωνα και με τις οδηγίες, δημιουργήθηκαν σκάμματα στο δάπεδο των ίδιων αιθουσών που αυτά εκτίθονταν, καθώς, λόγω βάρους, θα ήταν αδύνατο να μετακινηθούν. Το Μουσείο, σύμφωνα με το σχέδιο του 1866, δεν είχε κολώνες, οπότε ήταν εύκολο να σκαφτεί και να χρησιμοποιηθούν οι υπόγειοι χώροι. Από τις πιο ενδιαφέρουσες και γοητευτικές, είναι οι φωτογραφίες της διαδικασίας της απόκρυψης, όπου «παρέες» αγαλμάτων «περιμένουν» τον εγκιβωτισμό τους, πίσω από τα ρήγματα που δημιουργήθηκαν στις αίθουσες γι’ αυτό. Όπως τεκμηριώνεται από τη διοικητική αλληλογραφία, η εργασία της απόκρυψης είχε γίνει βιαστικά αλλά με ομαδικό πνεύμα, αφοσίωση και πολλή αγάπη για τις αρχαιότητες. Από τα ψηφιοποιημένα έγγραφα που εκτίθενται, πολύ ενδιαφέρον έχει το απόσπασμα της πολυσέλιδης εμπιστευτικής έκθεσης που υπογράφει ο αρχαιολόγος, έφορος Αθηνών, Νικόλαος Κυπαρίσσης, ως απάντηση στην προπολεμική εγκύκλιο, σύμφωνα με την οποία, κρίνοντας αδύνατη τη μεταφορά όλων των αρχαίων, έχει ζητηθεί να υποδειχθούν τα σπουδαιότερα εξ αυτών.

Απαντώμεν αρνητικώς

«Απαντώμεν αρνητικώς εις την ερώτησιν αυτήν, διότι τα Μουσεία ενός Κράτους δεν αποτελούνται εκ των ολίγων αρίστων έργων [...] αλλ’ εκ των απειραρίθμων αρχαίων, μικρών και μεγάλων είτε και συντριμμάτων [...] διδάσκοντα την εξέλιξιν της ιστορίας μιας χώρας. [...] Η σωτηρία των ολίγων σπουδαιοτάτων έργων Τέχνης, αποτελεί απλώς σωτηρία πολυτίμων πραγμάτων εκτιμωμένων εις χρήμα. […]».
Στην περιπέτεια της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου συμμετείχαν αρχαιολόγοι, ανάμεσά τους ο Βασίλειος και η Σέμνη Καρούζου, ο Άγγλος Allan Wace και ο Αυστριακός Otto Walter, τεχνίτες, εργάτες, πολλοί εθελοντές. Τα μεγάλα αγάλματα «καταδύθηκαν» στα ρήγματα που ανοίχτηκαν στις ίδιες αίθουσες που αυτά εκτίθονταν. Τα χάλκινα αγάλματα συσκευάστηκαν το καθένα με πισσόχαρτα και τοποθετήθηκαν σε κιβώτια επίσης πισσαρισμένα για να προστατευτούν από την υγρασία. Τα κεραμικά και τα αντικείμενα μικροτεχνίας τακτοποιήθηκαν σε κιβώτια στα υπόγεια της νέας πτέρυγας του Μουσείου, που είχε ολοκληρωθεί το 1939, στην οδό Μπουμπουλίνας, των οποίων τα παράθυρα προστατεύτηκαν με σάκους γεμάτους άμμο. Τα πολύτιμα χρυσά τιμαλφή και νομίσματα συσκευάστηκαν και φυλάχτηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, μέρος της στέγης και των τοίχων καταστράφηκαν. Το 1947, το σχέδιο Μάρσαλ βοήθησε στην ανοικοδόμηση του ΕΑΜ, ενώ, από το 1949 κι εφεξής, χρηματοδοτείται από εθνικούς πόρους. Το 1948, ο Δικηγορικός Σύλλογος, η Ένωση Δικαστών και οι περίοικοι, εκτιμώντας την καλή θέση του Μουσείου, με ένα πνεύμα «εξευγενισμού» της εποχής, πρότειναν στο κτίριο να εγκατασταθεί ο Άρειος Πάγος.
Αναγνωρίζοντας τον άμεσο κίνδυνο, ο διευθυντής του ΕΑΜ, Χρήστος Καρούζος και η σύζυγός του Σέμνη Παπασπυρίδη Καρούζου, έφορος αγγείων του Μουσείου, οι οποίοι είχαν συμβάλει τα μέγιστα στην απόκρυψη και προστασία των αρχαιοτήτων, δεν περίμεναν την ανοικοδόμηση του κτιρίου. Παράλληλα με την πίεση που ασκούταν από πολιτικούς όπως ο Κ. Τσάτσος, προκειμένου να μην υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο, με αφορμή τα 100 χρόνια του Γαλλικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και παρουσία του Γάλλου Πρέσβη, διοργάνωσαν, αμέσως, την πρώτη μεταπολεμική έκθεση, σε τρεις αίθουσες που δεν είχαν υποστεί ζημιές – «δήλωσαν» έτσι ότι το ΕΑΜ θα μείνει εδώ.
Μια από τις τελευταίες φωτογραφίες της έκθεσης, του 1953, παρουσιάζει τη μία αίθουσα, όπου τοποθετήθηκε ο Ποσειδώνας που ανακαλύφθηκε στη Μήλο το 1877, όταν αποκαταστάθηκε μετά τον εγκιβωτισμό του: σ’ αυτήν, εκτός από τα φτωχά μέσα που παρατηρούμε, όπως τον ανεπαρκή φωτισμό, παρουσιάζεται, όμως, και η νέα αντίληψη για την έκθεση των έργων: τα σκούρα χρώματα και οι περίτεχνες διακοσμήσεις αντικαταστάθηκαν από το λευκό χρώμα και το λιτό ύφος , που από τότε αναδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο τα εκθέματα.
Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου, στο καφέ του Μουσείου, με είσοδο ελεύθερη.

Πηγές:

1. Βασίλειου Πετράκου «Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944», Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, Αθήναι 2012
Ξεναγήσεις των αρχαιολόγων, επιμελητών του ΕΑΜ, Μαρίας Χιδίρογλου, Κώστα Πασχαλίδη
www.namuseum.gr/museum/pressrelease-gr.html
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet