Από τα λουστρίνια της μαμάς στις επιταγές του τηλεοπτικού λάιφ στάιλ

 

«Κάνει πολλή φασαρία, θέλει κάτι να ησυχάσει, πολλή φλυαρία, βλέπω πολλές πληροφορίες». Αν ακούγοντας τη λέξη φασαρία ο νους μας πήγαινε, αναλόγως και με τον καημό της καθεμιάς, σε καυγά ή στη διατάραξη της κοινής ησυχίας, κι αν στο άκουσμα της λέξης φλυαρία ανακαλούσαμε κάθε κενού περιεχομένου λογοδιάρροια που έχουμε υποστεί, δύο ριάλιτι μόδας έχουν έρθει για να διευρύνουν τους γλωσσολογικούς και εννοιολογικούς ορίζοντές μας.
Το Shopping Star από πέρυσι και το φετινό My style rocks, επανοηματοδότησαν κοινές λέξεις, προβάλλοντας μια ορολογία ειδικών, που οι παίκτριες παπαγαλίζουν, απολαμβάνοντας την ψευδαίσθηση της ισότιμης συμμετοχής στο γενικά απρόσιτο ιερατείο της μόδας.

Στο Shopping Star, που προβάλλεται καθημερινά στο Star, πέντε γυναίκες διαφορετικές κάθε βδομάδα, διαγωνίζονται για το καλύτερο λουκ, σύμφωνα με το θέμα που τους δίνει η παρουσιάστρια της εκπομπής, όπως, για παράδειγμα, σέξι με γόβες στιλέτο, κουμπάρα στο γάμο της καλύτερής μου φίλης κοκ. Οι συμμετέχουσες καλύπτουν μεγάλη ηλικιακή γκάμα, από 18 έως 60+, και διαφορετικούς σωματότυπους. Η νικήτρια της εβδομάδας κερδίζει 1.000 ευρώ, ενώ οι συμπαίκτριες σχολιάζουν τις επιλογές τής κάθε διαγωνιζόμενης και την βαθμολογούν. Η σύνθεση των διαγωνιζομένων καθορίζει και το ύφος της κριτικής, που κινείται από την επιεική συγκαταβατικότητα «αχ! καλύτερα να διαλέξεις κάτι πιο ήσυχο», έως την προσβολή «αίσχος», «αυτό ούτε στη λαϊκή δεν φοριέται».
Πολύ πιο hardcore είναι το επίσης καθημερινό My Style Rocks, στον Σκάι. Εδώ, οι περισσότερες διαγωνιζόμενες προέρχονται από διαγωνισμούς ομορφιάς, playmate ή ριάλιτι, τουλάχιστον μία συμμετείχε στο Αργά του Θέμου Αναστασιάδη, οπότε έχουν ανάλογες φιλοδοξίες. Εκτός από την παρουσιάστρια, υπάρχει κριτική επιτροπή που αποτελείται από έναν μόδιστρο, έναν φωτογράφο και μία στυλίστρια, ενώ τα θέματα, εδώ concepts, αλλάζουν καθημερινά και προσαρμόζονται στην καθεμία παίκτρια με διαφορετικά ευφάνταστα έως εξωφρενικά σενάρια, που η «καλλιτεχνική» παρουσίασή τους επηρεάζει και τη βαθμολογία. Έτσι, μια διαγωνιζόμενη ντύνεται κουμπάρα για να παντρέψει το πριγκιπικό ζεύγος της Δανίας ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, και πρέπει να ακολουθήσει αυστηρά το δανέζικο πρωτόκολλο -επιβάλλονται ή όχι τα γάντια;- ενώ μια άλλη φοράει πορτοκαλοκίτρινο σατέν μπουφάν για να ταιριάξει το χρώμα με τα πορτοκάλια που θα μαζέψει στον κάμπο.
Εδώ οι κριτές προβάλλουν εξαιρετικά αυστηρούς ενδυματολογικούς κανόνες, ακατανόητους, λόγω της αυθαιρεσίας τους. Για παράδειγμα, σε παίκτρια που ντύθηκε «φλύαρα» υπάλληλος τράπεζας, επισημαίνεται ότι απαγορεύεται οι υπάλληλοι στις τράπεζες να φορούν εμπριμέ ή έντονα χρώματα γιατί μπερδεύονται στο μέτρημα των χρημάτων: το τσεκάρισα σε τρεις τράπεζες και, ή ο κανόνας δεν ισχύει ή οι τραπεζικοί είναι ένοχοι παραβάσεων – μήπως θα έπρεπε οι πελάτες να τηρούν αυτόν τον κανόνα για να μη μπερδεύουν τους ταμίες; Επίσης, σε άλλη διαγωνιζόμενη έγινε σύσταση να μη φορά, στη Λυρική, ποτέ κοντό ένδυμα, πάντα μακρύ. Αναρωτιέσαι αν ο κριτής, ο φωτογράφος εν προκειμένω, που έκανε την παρατήρηση, ήταν ο πραγματικός σύνοδος της Τζούλια Ρόμπερτς στην Όπερα, στο Pretty Woman, και ο Ρίτσαρντ Γκιρ απλώς τον ντουμπλάρισε στην ταινία, για εμπορικούς λόγους.
Η δραματικότητα με την οποία περιγράφεται ο παραπάνω πόντος στο μήκος της φούστας ή η λάθος απόχρωση του κρεμ στο συνδυασμό με τα λευκά, οι «δυσανάγνωστες» πληροφορίες «δεν μπορώ να διαβάσω τις πληροφορίες στο φόρεμά σου», η πομπώδης αυτοπαρουσίαση «αυτά που λέω εγώ δεν μπορεί να τα κατανοήσει ο μέσος τηλεθεατής», δημιουργούν μια παράλογη γλώσσα σε όσους παρακολουθούν, ενώ οι «ειδήμονες» στήνουν, με αυτόν τον τρόπο, ένα μνημείο στους εαυτούς τους ως σύμβολα κύρους.
Τη δεκαετία του ’90, η Μέριλ Στριπ, νομίζω, είχε πει ότι αν κάποιος ξένος προσπαθούσε να γνωρίσει την αμερικάνικη κοινωνία, βλέποντας αποκλειστικά τις σύγχρονες χολιγουντιανές ταινίες με τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία, θα συμπέρανε ότι το βασικό γυναικείο επάγγελμα είναι η πορνεία.
Στο ριάλιτι του Σκάι, σε αντίθεση με το Shopping Star, που έχει σχέση με τη μόδα καθώς ενημερώνει τι φοριέται, τι όχι κτλ, έχει κατασκευαστεί μια μορφή στυγνά κανονικοποιημένης κοινωνίας που σφίγγει τη γυναίκα σαν ζουρλομανδύας, άσχετη με τη μόδα αλλά σύμφωνη με τις ανάγκες και τη λιγούρα για γκλάμουρ των συντελεστών της εκπομπής. Κι αν κάποιος ξένος θα ήθελε να μελετήσει την ελληνική κοινωνία, με βάση το συγκεκριμένο ριάλιτι, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι το κύριο μέλημα των γυναικών στην Ελλάδα είναι το ταίριασμα των χρωμάτων στα ρούχα και το ύψος του τακουνιού, ότι οι γυναίκες συνηθίζουν να κυκλοφορούν στον δρόμο σαν τον καρνάβαλο, και ότι θα έλιωναν για κομπλιμέντα όπως το «πωπώ, παιδί μου, τη γουνάρα είσαι εσύ!» – ελέχθη από κριτή στην εκπομπή προς διαγωνιζόμενη που, για το concept έξοδος σε κλαμπ, είχε παρουσιαστεί ημίγυμνη, με μια ροζ γούνα να κυλά ανέμελα στους ώμους. Το ριάλιτι του Σκάι τσακίζει κάθε σημειολογική παρατήρηση περί ενδύματος και ισορροπίας κανονιστικών μορφών και κάθε θεωρία περί λαϊκής κουλτούρας.
Η ευτελής και εκτός πραγματικότητας εικόνα της γυναίκας, οι πικάντικες λεπτομέρειες της ζωής των παικτριών ή οι τσακωμοί τους, και στα δύο ριάλιτι, αναπαράγονται καθημερινά, σε ποσότητα, όχι μόνο στις κουτσομπολίστικες εκπομπές αλλά και στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες.
Η προσπάθειά μου να βρω την προέλευση της νέας χρήσης των λέξεων, που ενδεχομένως προέρχεται από μετάφραση, απέτυχε, καθώς, γκουγκλάροντάς τες σε διάφορες γλώσσες, μόνο σε ένα άγνωστο σε μένα σάιτ, το The Tab, βρήκα το too much information που αφορούσε καρό αντρικές κάλτσες.
Πάντως, η περιπλάνηση σ’ αυτούς τους τόπους κάποιο κουσούρι μού άφησε. Βλέποντας τη στυλίστρια με το μαυρισμένο (από τις λάμπες ή από εξωτικό προορισμό;) δέρμα, το λεοπάρ outfit, τα εκκεντρικά γυαλιά και το ροζ φιογκάκι στα ξανθά μαλλιά ήθελα να φωνάξω: Βγάλτα! Μου έσπασαν τα τύμπανα!


 Σοφία Ξυγκάκη
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet