saloni-smyrnaios

Για τον Σουλτς μια υποχώρηση από την αρχική του θέση, ότι το κόμμα θα πρέπει να περάσει στην αντιπολίτευση, θα μπορούσε να συνοδευτεί και από την αμφισβήτηση του ιδίου στην ηγεσία του κόμματος.

 
Το αρχικό σοκ για την αποτυχία της Ανγκέλα Μέρκελ να «συντονίσει» τους μικρότερους εταίρους για τον πολυπόθητο συνασπισμό της Τζαμάικα δεν κράτησε  πολύ. Σύσσωμος ο συστημικός Τύπος έριξε το μπαλάκι στον Μάρτιν Σουλτς, καλώντας τον επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών να το «ξανασκεφτεί» για το καλό της χώρας και να ξεκινήσει διάλογο, με στόχο την επανάληψη του μεγάλου συνασπισμού και την αποφυγή νέων εκλογών ή τουλάχιστον να δείξει ανοχή σε μια κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών με ή χωρίς εταίρο.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Οταν σε μια χώρα το σύστημα έχει καταφέρει να πείσει τον... εαυτό του και τους πολίτες ότι οι εκλογές είναι περίπου κάτι σαν αμάρτημα, αν δεν γίνουν «στην ώρα τους», τότε κάποιο ζήτημα δημοκρατίας πρέπει να υπάρχει. Το καλό με την περίπτωση της Γερμανίας είναι ότι, παρά τη διαρκή πλύση εγκεφάλου από σύσσωμα τα συστημικά μέσα, όλες οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι οι πολίτες δεν φοβούνται τις  νέες εκλογές. Σε κάθε περίπτωση τις θεωρούν προτιμότερες από το σχηματισμό μιας θνησιγενούς κυβέρνησης χωρίς προοπτική και χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα. Ίσως αυτό να είχε στο μυαλό του και ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Κρίστιαν Λίντνερ, όταν έπαιρνε την απόφαση να είναι αυτός που θα ανακοινώσει δημόσια το ναυάγιο του ταξιδιού προς τη «Τζαμάικα». Το αν ο Λίντνερ θα βγει κερδισμένος από αυτό το ρίσκο είναι δύσκολο να προβλεφθεί αυτή τη στιγμή.
Το κακό είναι βέβαια ότι όλο το τραπεζικό-βιομηχανικό-μιντιακό σύστημα έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι νέες εκλογές είναι κάτι κακό και θα πρέπει να αποφευχθούν πάση θυσία. Ενώ, λοιπόν, στις αρχές της εβδομάδας όλοι έβλεπαν την κυρία Μέρκελ στριμωγμένη στη γωνία, εξαιτίας της αδυναμίας της να συγκρατήσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τα τέσσερα κόμματα του μαυρο-κιτρινο-πράσινου συνασπισμού, από την Τετάρτη και μετά τα πράγματα άλλαξαν και άρχισε μια επιχείρηση, που έχει στόχο να μεταθέσει την πίεση σε άλλη κατεύθυνση.

Ο «υπερκομματικός» Στάινμαϊερ

Τα μέσα ενημέρωσης έλαβαν το σήμα, που έμμεσα έστειλε ο άλλοτε ανήκων στην πιο αποστειρωμένη και συντηρητική πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ και άρχισαν να βομβαρδίζουν την κοινή γνώμη με την εκτίμηση ότι ένας μεγάλος συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών με τους Σοσιαλδημοκράτες θα μπορούσε να είναι εφικτός αν όχι αναγκαίος για τη σωτηρία της χώρας. Ανοικτό άφηναν το ενδεχόμενο να εκλεγεί ξανά καγκελάριος η κα Μέρκελ με την ανοχή των Σοσιαλδημοκρατών σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας, αν και κάτι τέτοιο η «υπηρεσιακή καγκελάριος» έχει δηλώσει ότι δεν την ενθουσιάζει καθόλου. Ουσιαστικά δηλαδή ο «υπερκομματικός» πρόεδρος με τη βοήθεια του Τύπου αγνόησε την εκ νέου εκφρασμένη άποψη του Μάρτιν Σουλτς, ότι το κόμμα του δεν έχει καμιά πρόθεση να εισέλθει ξανά στο μαρτύριο του μεγάλου συνασπισμού υπό την Ανγκέλα Μέρκελ. Η σχέση του Στάινμαϊερ με τον Σουλτς δε ήταν ποτέ ιδεώδης. Διαφέρουν και ως χαρακτήρες, αλλά και ως εκπρόσωποι διαφορετικών τάσεων μέσα στο κόμμα. Τώρα ο Στάινμαϊερ έβαλε άλλη μια τρικλοποδιά στον άλλοτε «σύντροφό» του, επικαλούμενος το θεσμικό του ρόλο ως θεματοφύλακα της κρατικής σταθερότητας και πολιτειακής ειρήνης και ζητώντας από όλα τα κόμματα να κάνουν ό,τι μπορούν για να σχηματιστεί κυβέρνηση.
Τη θέση του έσπευσαν να εκμεταλλευτούν φυσικά όλοι οι συντηρητικοί του SPD, που προφανώς νοσταλγούν τις θέσεις στα υπουργεία, και τις οποίες για κάποιες εβδομάδες είχαν πιστέψει ότι πρέπει να αποχαιρετήσουν οριστικά. Και απέδειξαν ότι οι όρκοι στην ανάγκη για αναπροσανατολισμό και ανασυγκρότηση του κόμματος δεν ήταν για πολλούς από αυτούς τίποτα παραπάνω από λόγια του αέρα. Ο Μάρτιν Σουλτς αναγκάστηκε να κάνει μερικά βήματα πίσω, να συναντηθεί με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και να ανακοινώσει ότι θα θέσει τον προβληματισμό στο προεδρείο του κόμματος, που έτσι κι αλλιώς σε δύο εβδομάδες θα έχει το εθνικό  συνέδριο του στο Βερολίνο. Πάντως, για τον Σουλτς μια υποχώρηση από την αρχική του θέση, ότι το κόμμα θα πρέπει να περάσει στην αντιπολίτευση, θα μπορούσε να συνοδευτεί και από την αμφισβήτηση του ιδίου στην ηγεσία του κόμματος. Η συντηρητική πτέρυγα δεν τον θέλει έτσι κι αλλιώς και η αριστερή θα μπορούσε να βρεί αφορμή στη διγλωσσία του για να συναινέσει στην «αποκαθήλωσή» του.

Ανάσα για τη Μέρκελ;

Όσον αφορά την Ανγκέλα Μέρκελ, αυτό που αναρωτιούνται όλοι είναι αν είναι σε θέση να αποτινάξει από πάνω της τη σκόνη, που έχει κατακάτσει πάνω της μετά από 12 χρόνια πολιτικής ακινησίας. Καμιά ουσιαστική ρηξικέλευθη απόφαση δεν φέρει την υπογραφή της, αφού ουσιαστικά η γερμανική εξαγωγική ατμομηχανή είχε μπει στο δρόμο του νεοφιλελευθερισμού από τον σοσιαλδημοκράτη προκάτοχο της Γκέρχαρντ Σρέντερ. Πιστή σε αυτό το δόγμα, η γνωστή μας SIEMENS ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι θα πρέπει να προχωρήσει σε απολύσεις 6.900 εργαζομένων συνολικά, από τους οποίους οι μισοί συνολικά βρίσκονται σε εργοστάσιά της στη Γερμανία. Το θέμα συζητήθηκε στο Μπούντεσταγκ αλλά η «υπηρεσιακή» κυβέρνηση Μέρκελ δεν είχε και πολλά πράγματα να πει επ΄αυτού.
Στο μεταξύ πάντως υπάρχουν και οι πρώτες δημόσιες φωνές αμφισβήτησης της καγκελαρίου. Για παράδειγμα, οι οργανώσεις της νεολαίας των Χριστιανοδημοκρατών έχουν αρχίσει να κουράζονται με το ίδιο μονότονο έργο μιας «ηγέτιδας υπεράνω κριτικής και διαδικασιών». Η οργάνωση νεολαίας του Ντύσελντορφ έφτασε να ζητήσει ανοικτά την παραίτησή της, ενώ αντίστοιχο είναι το κλίμα και σε άλλες περιοχές της χώρας, ειδικά εκεί που οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν τις μεγαλύτερες απώλειές τους. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και πρώην στελέχη του κόμματος, που είδαν τα προηγούμενα χρόνια την κομματική-πολιτική τους θητεία να τερματίζεται από το σιδερένιο χέρι της Μέρκελ. Το αξιοπρόσεκτο είναι πάντως, ότι η κριτική στην καγκελάριο γίνεται σε μεγάλο βαθμό από τα δεξιά, με αιχμή του δόρατος το προσφυγικό. Αυτός είναι σίγουρα και ένας φόβος στην περίπτωση, που τελικά η χώρα οδηγηθεί σε νέες εκλογές, αφού θεωρείται σίγουρο ότι τόσο οι Φιλελεύθεροι του Κρίστιαν Λίντνερ όσο και οι Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας θα προσπαθήσουν με μια σκληρή ατζέντα σε σχέση με το μεταναστευτικό και τα θέματα της Ευρωζώνης να επιδιώξουν «επαναπατρισμό» ψηφοφόρων από την ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία».
Από την άλλη μεριά, το ενδεχόμενο επανάληψης του μεγάλου συνασπισμού θα δώσει την ευκαιρία σε αυτό ακριβώς το κόμμα να στρογγυλοκαθήσει στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη και να επιχειρήσει να ενισχύσει και άλλο τις δυνάμεις του. Υπό αυτή την έννοια όλα τα ενδεχόμενα κρύβουν σοβαρούς κινδύνους για μια περαιτέρω μετακίνηση του πολιτικού συστήματος της χώρας σε ακόμα πιο αντιδραστικές θέσεις... Και για αυτό η Ανγκέλα Μέρκελ, ως καγκελάριος των τελευταίων δώδεκα ετών, δεν είναι καθόλου άμοιρη ευθυνών, όπως προσπαθεί να αποδείξει δια της σιωπής της.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΡΕΪ ΧΟΥΝΚΟ, ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΤΗΣ ΝΤΙ ΛΙΝΚΕ

Η «εποχή της Μέρκελ» πλησιάζει στο τέλος της

saloni-givisis

Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

Οι διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό της κυβέρνησης «Τζαμάικα» οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Για ποιους λόγους θεωρείς ότι έγινε αυτό;
Πρώτα από όλα, νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να τονίσουμε το γιατί οι διαπραγματεύσεις δεν απέτυχαν: από ότι είδαμε, υπήρξαν ελάχιστες συγκρούσεις επί σημαντικών θεμάτων, όπως για την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών που ζητήθηκε από τον Τραμπ και το ΝΑΤΟ, και για μια επιθετική στάση απέναντι στη Ρωσία, καθώς και μια συνεχιζόμενη απροθυμία να συζητήσουν για ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα. Για παράδειγμα, ένας φόρος περιουσίας για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών πολιτικών έμεινε εκτός συζητήσεων από όλα τα συμμετέχοντα μέρη από την αρχή των συνομιλιών. Με μια πρώτη ματιά, οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν εξαιτίας των διαφωνιών που υπήρξαν σχετικά με την μετανάστευση και την κλιματική αλλαγή. Αλλά κατά βάθος, νομίζω ότι η θεατρική αποχώρηση του επικεφαλής του FPD Κρίστιαν Λίντνερ έγινε βάσει ενός στρατηγικού σχεδίου που έχει. Από ότι φαίνεται, θα προσπαθήσει να σπρώξει το κόμμα του περισσότερο προς τα δεξιά για να διεκδικήσει πολιτικό χώρο από το ακροδεξιό AFD. Γενικότερα, τα μικρότερα κόμματα προσπάθησαν να διακριθούν, ώστε να ξεχωρίσουν από τα άλλα. Φυσικά, αυτό δεν είναι ένα γόνιμο έδαφος όταν γίνονται διαπραγματεύσεις.

Τι σηματοδοτεί αυτή η εξέλιξη για την πολιτική της Γερμανίας, μιας χώρας που για δεκαετίες χαρακτηρίζεται για την σταθερότητα του πολιτικού της συστήματος;
Η σημερινή κατάσταση είναι σίγουρα νέα για τη Γερμανία. Όχι μόνο ο αριθμός των κομμάτων που μπήκαν στην Μπούντεσταγκ αυξήθηκε αισθητά μετά τις τελευταίες εκλογές, αλλά για πρώτη φορά εισήλθε σε αυτήν και ένα κόμμα της ακροδεξιάς. Είναι επίσης κάτι καινούργιο το γεγονός ότι κανένας συνασπισμός δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί αμέσως μετά τις εκλογές. Για το γερμανικό πολιτικό σύστημα, που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σταθερότητα από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, όλο αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα γεγονός ιστορικής σημασίας.

Είναι προφανές ότι η Μέρκελ δέχτηκε ένα μεγάλο πλήγμα από τις τελευταίες εξελίξεις. Ποια πιστεύεις ότι ήταν τα λάθη της στις διαπραγματεύσεις; Τι δεν είχε υπολογίσει;
Είναι σαφές ότι η Μέρκελ αποδυναμώθηκε από το αποτέλεσμα που είχαν οι συνομιλίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Αλλά δεν είμαι σίγουρος αν η αιτία αυτής της ασυμφωνίας ήταν τα προσωπικά της λάθη. Νομίζω ότι το πιθανότερο ήταν η δυναμική της όλης κατάστασης που δημιουργήθηκε. Ωστόσο, φαίνεται ότι η «εποχή της Μέρκελ» πλησιάζει στο τέλος της.

Τι θεωρείς ότι σημαίνει για την Ευρώπη, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για το μέλλον της όπως η σημερινή, αυτή η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία;
Παρατηρούμε να γίνονται διαφορετικές προσεγγίσεις από τη γερμανική κυβέρνηση, οι οποίες έχουν διαφορετικά αποτελέσματα. Όταν πρόκειται για θέματα που είναι δυσάρεστα για αυτήν, όπως η συζήτηση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης που άνοιξε ο Μακρόν, η κυβέρνηση αναφέρεται στους περιορισμούς που υπάρχουν και επαίρεται ότι είναι πολύ δραστήρια. Αλλά όταν πρόκειται για ζητήματα που θεωρούνται σημαντικά για τη Γερμανία, τα προωθεί με αποφασιστικότητα. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, με τη λεγόμενη «Μόνιμη Διαρθρωτική Συνεργασία» (PESCO), που σημαίνει μια περαιτέρω ώθηση της στρατιωτικοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα αυτά γίνονται σχεδόν χωρίς κανέναν κοινοβουλευτικό έλεγχο, αν και έχουν τεράστιες συνέπειες για ολόκληρη την Ευρώπη. Η Ντι Λίνκε ζητά να λειτουργήσει η ομοσπονδιακή βουλή, σχηματίζοντας κοινοβουλευτικές επιτροπές. Ωστόσο, η πλειοψηφία του κοινοβουλίου αποφάσισε να συγκροτήσει μόνο μία κύρια επιτροπή, για να ασχοληθεί με τα πάντα μέχρι να υπάρξει μια νέα κυβέρνηση.

 

Η ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

A migrant walks the stairway in a refugee housing block  in Waltrop, western Germany, painted with a swastika graffiti and a writing "get out dogs," Tuesday, Oct. 13, 2015. Unknown persons sprayed extremist anti refugee graffiti on and in several refugee homes in the city the night before.  (AP Photo/Martin Meissner)

«Είναι απλώς χάσιμο χρόνου, ενέργειας και χρημάτων» λέει για την προοπτική νέων εκλογών στη Γερμανία η Πέτρα Λέιτχολντ, 51 χρόνων, κάτοικος Βερολίνου. «Εγώ, για παράδειγμα, δεν θα ψήφιζα διαφορετικά από ό,τι στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Νομίζω η Άνγκελα Μέρκελ θα έβγαινε πρώτη ξανά έτσι κι αλλιώς και ίσως και ενδυναμωμένη.» Η μητέρα της, Ίρμγκαρντ, 80 χρονών, συναινεί με μια έντονη κίνηση του κεφαλιού. Πιασμένες αγκαζέ απομακρύνονται αφού πρώτα μας επισήμαναν ότι ευχαριστήθηκαν την κουβέντα μας, αλλά αισθάνονται ότι οι πολιτικές εξελίξεις έχουν απογοητεύσει τη Γερμανία ολόκληρη. «Την περίοδο της καγκελάριας της Μέρκελ, οι ανισότητες αυξήθηκαν, η ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων άνοιξε, η παιδική φτώχεια είναι σε ανοδική πορεία και δεν έχει γίνει ιδιαίτερη προσπάθεια να ελεγθεί η αυξητική τάση των ενοικίων, γεγονός που κάνει τη ζωή πολλών πολύ δύσκολη», σημείωσε η Ίρμγκαρντ φεύγοντας. «Δεν νομίζω ότι η Μέρκελ είναι η αποκλειστική υπεύθυνη για αυτά, αλλά δεν νομίζω επίσης ότι έχει και πολύ λόγο για ό,τι συμβαίνει. Η δημοκρατία έχει ραγίσει βαθιά».
Η κόρη της η Πέτρα, ωστόσο, εξέφρασε την ελπίδα ότι το σοκ για την Μέρκελ να πρέπει να κρατηθεί όρθια ξανά αν γίνουν εκ νέου εκλογές ίσως «την κάνει να σκεφτεί περισσότερο το συμφέρον της πατρίδας της. Μου δίνει πολύ έντονα την αίσθηση μιας ηγέτιδας που είναι παρούσα για την Ευρώπη αλλά όχι για τη Γερμανία.»

Σωστή ηθικά, αλλά λανθασμένη πολιτικά

Ο 57χρονος Αχίμ -δεν είναι το πραγματικό του όνομα-, πρώην αγρότης και νυν διαχειριστής θεωρήσεων αδειών παραμονής, επίσης κάτοικος Βερολίνου, λέει ότι οι γερμανικές εκλογές πάντα του δημιουργούσαν εκνευρισμό: «Φοβάμαι τι μπορεί να συμβεί σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, εάν η Μέρκελ απομακρυνθεί από τη θέση της. Ιδιαίτερα τώρα που η Αγγλία εγκαταλείπει την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που δίνει μεγαλύτερη ισχύ στη Γερμανία.» Υπερασπίζεται θερμά την Μέρκελ, παρότι λέει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι την ψήφισε. Δεν μπορεί όμως να φανταστεί καλύτερο ηγέτη για τη Γερμανία. «Προφανώς έχει κάνει λάθη», λέει, «η απόφασή της για τους πρόσφυγες ήταν σωστή ηθικά αλλά λανθασμένη πολιτικά και της δημιούργησε το μπέρδεμα στο οποίο βρίσκεται τώρα. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη τη δραματική κατάσταση που επικρατεί σε όλο τον κόσμο, είναι η ήρεμη δύναμη που χρειαζόμαστε και ελπίζω να ξαναεκλεγεί.»

Φοβάμαι ένα γερμανό Τραμπ

Ο Χασάν, 37 χρονών, ιδιοκτήτης αυτοκινούμενης καντίνας, έχει έρθει πρόσφατα από την Τουρκία μέσω ΗΠΑ με τη γερμανίδα σύζυγό του και δηλώνει ευτυχής που του δόθηκε η δυνατότητα να δημιουργήσει μια καλή προοπτική ζωής για την οικογένειά του στη Γερμανία. «Υπάρχει σταθερότητα, κοινωνική μέριμνα, ακόμα και η γραφειοκρατία με την οποία έρχεται κάποιος αντιμέτωπος, δίνει το σήμα ότι η πολιτική έχει τον έλεγχο.» Και αυτός εκτιμά την ήρεμη δύναμη που εκπροσωπεί η Μέρκελ: «Έχει αυτοέλεγχο και δεν παραδίνεται σε τύπους που το παίζουν σκληροί όπως ο Πούτιν και ο Ερντογάν. Τώρα αισθάνομαι ασφαλής αλλά φανταστείτε τι θα συμβεί αν το AfD κερδίσει περισσότερη ισχύ εν μέσω της πολιτικής αναταραχής που διανύουμε...»
Η Σαμίχα Μπαγκντάντι, 47 χρονών, υπάλληλος, λέει ότι και αυτή φοβάται την όξυνση της ξενοφοβικής ρητορικής: «Τουλάχιστον υπό την Μέρκελ η χώρα είναι ευγενής και αξιοπρεπής, παρότι φοβάμαι τις δυνάμεις που δρουν παρασκηνιακά και το ποιος θα ακολουθήσει αν η Μέρκελ πάψει να είναι στην καγκελαρία. Είδαμε τι έγινε στις ΗΠΑ και πώς ο λόγος και η συμπεριφορά των ανθρώπων διαμορφώνεται από τον Τραμπ. Φοβάμαι έναν γερμανό Τραμπ. Ή και χειρότερα.»

* Το ρεπορτάζ είναι της Κέιτ Κόνολι από το Βερολίνο και δημοσιεύτηκε την Τετάρτη 22 Νοεμβρίου στον ιστότοπο του «The guardian».

Μετάφραση: Ζωή Γεωργούλα
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet