BERLIN, GERMANY - DECEMBER 07: Martin Schulz, leader of the German Social Democrats (SPD), waves after his speach at the SPD federal party congress on December 7, 2017 in Berlin, Germany. SPD delegates are meeting for the three-day congress to elect party leadership and also to vote on whether to pursue coalition negotiations with the German Christian Democrats (CDU/CSU). The CDU and CSU had pursued coalition talks with the German Greens Party and the Free Democratic Party (FDP), though those talks collapsed in November. Schulz and other SPD leaders had vowed the party would not seek a coalition with the Christian Democrats and would instead remain in the opposition following federal elections last September, though the November coalition talks collapse has led many in the SPD to reconsider. (Photo by Carsten Koall/Getty Images)

Ο Μάρτιν Σουλτς επανεξελέγη πρόεδρος του κόμματός του και έλαβε εντολή για εποικοδομητικές συνομιλίες με τους Χριστιανοδημοκράτες με «ανοικτή έκβαση». Τόσο το ποσοστό που έλαβε όσο και το συνολικότερο κλίμα στο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο Βερολίνο δείχνουν ότι κάθε άλλο παρά εύκολο θα είναι να κρατήσει ενωμένη μια πολιτική δύναμη, που από τη μια επικαλείται την ανάγκη να ξαναβρεί τις χαμένες της ρίζες και από την άλλη πιέζεται πανταχόθεν να συνεχίσει να συγκατοικεί με τους εκφραστές του πιο καθαρού νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Πόσο πειστικός μπορεί να είναι ο ηγέτης ενός κόμματος που ζητάει κατ’ αρχήν συγγνώμη για τα λάθη του και μετά διεκδικεί μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει και καλύτερα; Αν πιστέψουμε τα ποσοστά, τότε ο Μάρτιν Σουλτς κατάφερε να πείσει σε μεγάλο βαθμό τους συντρόφους του ότι το 20% των τελευταίων εκλογών ήταν μια «κακιά στιγμή» και ότι το SPD έχει ελπίδες να αναγεννηθεί και πάλι υπό την ηγεσία του. Το ποσοστό της επανεκλογής του δεν ήταν φυσικά 100%, όπως συνέβη τον περασμένο Μάρτιο, τότε που όλοι πίστεψαν ότι ήταν «Η στιγμή» για να μπορέσει η γερμανική σοσιαλδημοκρατία να διεκδικήσει κάτι περισσότερο από το ρόλο του «μπάτλερ» της Ανγκέλας Μέρκελ. Αλλά και το 82% για έναν ηγέτη που χρεώνεται το ιστορικά χειρότερο αποτέλεσμα του κόμματός του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί και ως απόρριψη.
Το πρόβλημα, όμως, για τον άλλοτε πρόεδρο του ευρωκοινοβουλίου ξεκινά όταν αρχίσει κανείς να μελετά τις παντελώς διαφορετικές προσδοκίες, που συνδέονται με αυτό το ποσοστό. Γιατί, ανάμεσα σε αυτούς που τον ψήφισαν, υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν ότι πρέπει να επιδείξει «υπευθυνότητα» και να αναθεωρήσει τη στάση του το βράδυ των εκλογών, όταν κατηγορηματικά απέρριπτε το ενδεχόμενο νέας συνεργασίας με την Ανγκέλα Μέρκελ. Υπάρχουν εκείνοι που εξακολουθούν να θεωρούν μια τέτοια συνεργασία καταστροφική και δεν δίστασαν να το βροντοφωνάξουν αυτές τις ημέρες στο Βερολίνο κατά τη διάρκεια του συνεδρίου του κόμματος. Και υπάρχουν και εκείνοι που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν φαινομενικά κερδισμένοι, αφού ως ένα βαθμό υιοθετήθηκε από το συνέδριο η θέση τους για συνομιλίες με την Χριστιανοδημοκρατία για την επανάληψη του μεγάλου συνασπισμού, αλλά με «ανοικτή έκβαση».

Κόκκινες, ξεθωριασμένες γραμμές

Ο ίδιος ο Σουλτς προσπάθησε κατά κάποιον τρόπο να τους ικανοποιήσει όλους. Ακόμα περισσότερο φάνηκε να θέλει να καθησυχάσει και όλους εκείνους στο εξωτερικό, που τον καλούν να μπει δυναμικά σε αυτή την διαπραγμάτευση με την Ανγκέλα Μέρκελ. Στη σχεδόν μία ώρα της ομιλίας του προσπάθησε να δείξει ποιες θα είναι οι δικές του κόκκινες γραμμές, κάνοντας ιδιαίτερα αναλυτικές αναφορές στην «Ευρώπη των πολιτών», αλλά και σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής. Η πείρα του από τη θητεία του στο ευρωκοινοβούλιο φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμη στην πρώτη περίπτωση. Το προσωπικό του παράδειγμα, του βιβλιοθηκάριου που μπόρεσε να φτάσει τόσο ψηλά σε μια κοινωνία που δεν επέτρεπε τις τεράστιες ανισότητες επιστρατεύτηκε για το δεύτερο μέρος της ομιλίας του. Το πρόβλημα είναι, όμως, ακριβώς ότι αυτή η Γερμανία έχει πάψει να υπάρχει πια. Για κάποιους, όπως ο οικονομολόγος Μαρσέλ Φράτσερ, από το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Μελετών του Βερολίνου και φίλα προσκείμενου στη σοσιαλδημοκρατία, η σημερινή Γερμανία είναι η χώρα της Ευρώπης με τις μεγαλύτερες ανισότητες και τη μικρότερη, σχεδόν ανύπαρκτη, κοινωνική κινητικότητα. Με άλλα λόγια στη σημερινή Γερμανία οι φτωχοί φτωχαίνουν και οι πλούσιοι πλουτίζουν. Και η κοινωνική καταγωγή αποτελεί συνήθως εκ προοιμίου καταδίκη για όσους έχουν την ατυχία να γεννηθούν από γονείς «μη έχοντες».
Για όλα αυτά δεν είναι ανεύθυνη η σοσιαλδημοκρατία. Και δεν είναι καθόλου σύμπτωση ότι το εκλογικό σώμα βλέπει τις ευθύνες της και απομακρύνεται σταθερά από αυτήν. Από την πανηγυρική επικράτηση Σρέντερ το 1998, το SPD έχει χάσει περίπου 10 εκατομμύρια ψηφοφόρους. Ο Μάρτιν Σουλτς δεν θα μπορούσε να πείσει ότι έχει απαντήσεις για όλα αυτά μέσα σε ένα τριήμερο συνέδριο. Αλλά το χειρότερο είναι ότι πολλοί αμφιβάλουν αν τις απαντήσεις θα τις βρει καθισμένος σε μια υπουργική καρέκλα ,έχοντας δεξιά του την καγκελάριο, που προστατεύει το νεοφιλελευθερισμό δια της... σιωπής.
Αυτό πιστεύουν πιο φανατικά από όλους οι εκπρόσωποι της νεολαίας του κόμματος. Η πρότασή τους για άρνηση κάθε διαπραγμάτευσης με τη Χριστιανοδημοκρατία απορρίφθηκε. Πέτυχαν, ωστόσο, να δεσμεύσουν το συνέδριο, ότι μετά τις διερευνητικές συνομιλίες θα ακολουθήσει ένα έκτακτο συνέδριο για να εγκρίνει την έναρξη των τελικών διαπραγματεύσεων, το αποτέλεσμα των οποίων θα πρέπει να εγκριθεί από την κομματική βάση με εσωτερικό δημοψήφισμα. Είναι μια διαδικασία χρονοβόρα και με πολλά περιθώρια για ζυμώσεις, αλλά και αντιπαραθέσεις, που πιθανώς να αφήσουν στο τέλος ακόμα πιο τραυματισμένο και το κόμμα του, αλλά και τον ίδιο τον Μάρτιν Σουλτς.
Θα μπορούσε να το πει κανείς και παραδοξότητα. Οι σοσιαλδημοκράτες πληρώνουν για μια ακόμα φορά υψηλότερο τίμημα ως «συνοδηγοί» από την ίδια την «οδηγό» της νεοφιλελεύθερης πορείας, την καγκελάριο Μέρκελ, η οποία βλέπει ένα μεγάλο μέρος της πίεσης να μεταφέρεται από τις πλάτες της στις πλάτες του Μάρτιν Σουλτς. Θα μπορούσε, βεβαίως, να προσθέσει κανείς ότι υπεύθυνοι για αυτό είναι οι ίδιοι οι επικεφαλής του SPD, που για μια ακόμα φορά αρνούνται να κόψουν τον ομφάλιο λώρο με το νεοσυντηρητισμό και επιχειρούν να ανακαλύψουν πτυχές του «ανθρώπινου προσώπου» του. Το γεγονός ότι αυτό το εγχείρημα πεισματικά αποτυγχάνει εδώ και δύο δεκαετίες φαίνεται να μην απασχολεί ορισμένους.

Ο φόβος των εκλογών

Αυτό που θα χρειαζόταν ο Σουλτς είναι το θάρρος να επιστρέψει το μπαλάκι των εκβιασμών σε εκείνους που απειλούν με χάος, αν δεν γίνει ο μεγάλος συνασπισμός. Να επαναπροσδιορίσει έτσι τις κόκκινες γραμμές του, ώστε να αναγκάσει την κυρία Μέρκελ να αναζητήσει άλλη λύση εκτός του μεγάλου συνασπισμού, δηλαδή μια κυβέρνηση μειοψηφίας ή νέες εκλογές. Παρά τις έντονες συζητήσεις στο συνέδριο τους, οι σοσιαλδημοκράτες από όλες τις πτέρυγες έδειξαν ότι φοβούνται το ενδεχόμενο των νέων εκλογών. Και ο Μάρτιν Σουλτς δεν έδειξε να κάνει καμιά προσπάθεια για να τους διώξει αυτό το φόβο. Γιατί προφανώς και ο ίδιος πιστεύει ότι δεν θα τα καταφέρει καλύτερα στη δεύτερη του ευκαιρία. Επιλέγει, λοιπόν, να κερδίσει χρόνο και να προσπαθήσει να κατευνάσει με μισόλογα και συμβιβασμούς τις συγκρούσεις απόψεων μέσα στο κόμμα του. Αλλά ανασυγκρότηση, αναπροσανατολισμός, επιστροφή στις ρίζες ή όπως αλλιώς μπορεί να θέλουν να το βαφτίσουν οι ειδικοί του πολιτικού μάρκετινγκ δεν μπορεί να γίνει με μισόλογα.
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet