*Γενική απεργία στις 14 Δεκέμβρη και κλιμάκωση των κινητοποιήσεων εξαγγέλλουν τα σωματεία των εργαζομένων για την υπεράσπιση του δικαιώματος στην απεργία

apergia

Απέσυρε, τελικά, το υπουργείο Εργασίας την τροπολογία που θα εισήγαγε αλλαγές στην κήρυξη απεργίας από τα πρωτοβάθμια σωματεία, και η οποία είχε κατατεθεί αρχικά προς ψήφιση μαζί με το νομοσχέδιο για τη χρήση του συστήματος HELLAS SAT, την Τρίτη, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις του ΚΚΕ και της ΔΗΣΥ, αλλά και την κινητοποίηση των εργασιακών σωματείων.
Η πρόθεση του υπουργείου Εργασίας για ψήφιση της ρύθμισης παραμένει, καθώς μπορεί να μην αποτελεί προτεραιότητα και καθαρή επιλογή της κυβέρνησης, σύμφωνα με το γραμματέα του υπουργείου, Ανδρέα Νεφελούδη που μίλησε στο ΑΠΕ, αλλά ανήκει στα προαπαιτούμενα των δανειστών που πρέπει να έχουν ψηφιστεί μέχρι και τις 12 Γενάρη. Η προσωρινή απόσυρση οφείλεται στο ότι «δίνουμε χρόνο να γίνουν κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις, και να γίνει ένας ευρύτερος διάλογος», όπως δήλωσε ο ίδιος.
Πιο συγκεκριμένα, οι αλλαγές που προωθούνται, αφορούν στο απαραίτητο ποσοστό συμμετοχής των εργαζομένων στις συνελεύσεις των πρωτοβάθμιων σωματείων (επιχειρησιακά, εργαζόμενοι δηλαδή στην ίδια επιχείρηση, ή ομοιοεπαγγελματικά, ή κλαδικά, εργαζόμενοι στο ίδιο είδος επιχείρησης), προκειμένου να μπορούν να προκηρύξουν απεργία. Ενώ βάσει του νόμου 1264/1982 απαιτούταν η συμμετοχή του 1/3, τώρα θα απαιτείται η απαρτία του ½ + 1 των οικονομικά εντάξει μελών για να νομιμοποιούνται οι αποφάσεις της συνέλευσης. Η αλλαγή αυτή στην πράξη μπορεί να μη φαντάζει τόσο σημαντική ή ακόμα να φαίνεται ότι προωθείται έτσι η αρχή της πλειοψηφίας, αλλά από την εργασιακή καθημερινότητα προκύπτουν διαφορετικά συμπεράσματα.

Αντικειμενικές δυσκολίες συμμετοχής

«Η ρύθμιση έρχεται να χτυπήσει τη δυνατότητα απεργίας των πρωτοβάθμιων σωματείων, που αποτελούν ένα πολύ δύσκολο πεδίο διεκδικήσεων, καθώς πολλοί εργαζόμενοι δεν μπορούν να πάρουν άδεια από τη δουλειά τους για να συμμετέχουν στις γενικές συνελεύσεις. Ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, οι εκβιασμοί των εργοδοτών, αλλά και η μνημονιακή κατάσταση με την αύξηση της ανεργίας και της ανέχειας, δυσκολεύουν την κήρυξη απεργίας παρότι μπορεί να έχει την κοινή αποδοχή των εργαζομένων», επισημαίνει στην «Εποχή» ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, μέλος της διοίκησης της ΓΣΕΕ.
Μόλις αυτή την εβδομάδα, άλλωστε, δημοσιοποιήθηκε άλλο ένα περιστατικό για το πώς αντιμετωπίζουν οι εργοδότες τα μέλη των σωματείων. Πρόκειται για το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, όπου η διοίκηση είχε απολύσει δύο εργαζόμενους επειδή προσπαθούσαν να συστήσουν επιχειρησιακό σωματείο. Παρά τη δικαστική απόφαση για επαναπρόσληψή τους, η διοίκηση αρνείται μέχρι και σήμερα να την εκτελέσει.
«Έχει μεγάλη σημασία ότι οι περιορισμοί μπαίνουν στο πρωτοβάθμιο επίπεδο, όπου συναντιούνται τα περισσότερα εργασιακά προβλήματα, και δεν μπορούν να επαφίενται για την κήρυξη απεργίας στις μεγάλες ομοσπονδίες, που είναι σαφώς πιο γραφειοκρατικές και πιο ελεγχόμενες από τα κέντρα εξουσίας», περιγράφει το συλλογισμό της για ποιο λόγο εισάγονται μόνο στο πρωτοβάθμιο επίπεδο οι αλλαγές, η Κατερίνα Γιαννούλια από το Μέτωπο Ταξικής Ανατροπής (ΜΕΤΑ).
Ενώ  και ο Γρηγόρης Καλομοίρης από την εκτελεστική επιτροπή της ΑΔΕΔΥ επισημαίνει πως «στην τροπολογία δεν γίνεται διάκριση για ποια πρωτοβάθμια σωματεία γίνεται λόγος, και σε περίπτωση που εννοούνται και τα κλαδικά και τα περιφερειακά, όπου απαρτίζονται από εργαζόμενους διαφορετικών επιχειρήσεων και περιοχών, γίνεται αντιληπτό ότι η απεργία θα είναι αδύνατη». Αν και για αυτό το ζήτημα η υπουργός Εργασίας, Έφη Αχτσιόγλου, δήλωσε σε συνέντευξή της στο Πρώτο Πρόγραμμα πως η ρύθμιση θα αφορά μόνο τα επιχειρησιακά σωματεία.

Η δημοκρατικότητα στην πράξη

Πέρα, όμως, από το «απαίτηση των δανειστών», δεν έχει δοθεί κανένα άλλο επιχείρημα γιατί πρέπει να νομοθετηθεί μία τέτοια ρύθμιση. Οι απεργίες που έχουν προκηρυχθεί από επιχειρησιακά σωματεία μόνο είναι ελάχιστες, και άρα δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης του δικαιώματος, ενώ όσον αφορά τη δημοκρατικότητα των αποφάσεων, αυτό αποτελεί ένα ζήτημα που φαίνεται στην πράξη.
«Αν κάποια απεργία αποφασιζόταν όντως από τη μειοψηφία του σωματείου, τότε πολύ απλά δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η απεργία, αφού δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η συμμετοχή της πλειοψηφίας, που υποτίθεται διαφωνεί», επισημαίνει η Κατερίνα Γιαννούλια. Τονίζοντας ακόμα πως το ζήτημα της δημοκρατικότητας εγείρεται και σε πιο σημαντικούς τομείς: «η δημοκρατικότητα του 50+1 θα έπρεπε να ισχύει και για την κάθε κυβέρνηση, αλλά νομιμοποιούνται από ένα 16% και περνάνε μέτρα που γνωρίζουν ότι η πλειοψηφία διαφωνεί».

Το δικαίωμα του συνδικαλισμού

Το πιο σημαντικό σημείο, όμως, για τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου από τη ΓΣΕΕ αποτελεί ο κίνδυνος αυτή η πράξη να αποτελέσει την αρχή για ένα ευρύτερο ξήλωμα του απεργιακού δικαιώματος, καθώς εδώ και χρόνια ο συνδικαλισμός εν γένει δέχεται ισχυρά πυρά, όπως η προπαγάνδα περί «συντεχνιών» και η μείωση της χρηματοδότησης των συνδικάτων επί Βενιζέλου, που δυσκόλεψε τη λειτουργία τους.
«Στο δρόμο θα βρούμε την πλήρη κατάργηση του απεργιακού δικαιώματος. Ήδη με το θεσμικό πλαίσιο που υπάρχει σήμερα, 9 στις 10 απεργίες κρίνονται παράνομες και καταχρηστικές. Στο δημόσιο έχουμε πικρή εμπειρία από αυτό το πλαίσιο, όπως έγινε με την απεργία για την αξιολόγηση από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με υπουργό τον κ. Μητσοτάκη, που προσέφυγε στο δικαστήριο και πήρε την ετυμηγορία που ήθελε», υπενθυμίζει και ο Γρηγόρης Καλομοίρης.
«Σιγά σιγά τα σωματεία δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης. Αν δεν μπορούν να υπογράψουν συλλογικές συμβάσεις, αν δεν μπορούν να κηρύξουν απεργία, τότε με ποιο τρόπο θα προστατεύουν τα δικαιώματα των εργαζομένων;» εκφράζει την ανησυχία της η Κατερίνα Γιαννούλια, υπογραμμίζοντας πως «κάποιοι μεγαλοσυνδικαλιστές ευθύνονται για την κακή εικόνα που έχει επικρατήσει για το συνδικαλισμό, λόγω της σύνδεσής τους με τα κόμματα εξουσίας και την κατάχρηση κάποιων δικαιωμάτων τους για προσωπικά οφέλη. Ο συνδικαλισμός όμως παραμένει το μόνο όπλο των εργαζομένων».
Από την άλλη, η υπουργός Εργασίας έχει δηλώσει πως «δεν τίθεται κανένα ζήτημα συρρίκνωσης του δικαιώματος της απεργίας», ενώ και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος είπε κατά την ενημέρωση Τύπου πως «η κυβέρνηση κατάφερε στη διαπραγμάτευση να εξασφαλίσει μια σειρά από ευνοϊκές ρυθμίσεις, που μπορούν να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη, όπως η επαναφορά του θεσμικού πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων από την 1/9/2018».

Οι αντιδράσεις των κομμάτων

Η ρύθμιση πάντως αναμένεται να συναντήσει ισχυρές αντιδράσεις και μέσα στη Βουλή. Ήδη ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας στην Ολομέλεια της Τρίτης επιτέθηκε σφοδρά στην κυβέρνηση για το ζήτημα: «Είστε μια αδίστακτη κυβέρνηση, που δεν έχει καμία αναστολή, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Τα στελέχη σας φτάνουν στο σημείο να λένε ότι δήθεν έτσι ενισχύουν τη δημοκρατία στα σωματεία!».
Κριτική επιχείρησε να ασκήσει και η ΔΗΣΥ, με την Εύη Χριστοφιλοπούλου να δηλώνει πως «με διαρκείς μεθοδεύσεις και χωρίς ίχνος διαλόγου επιλέγουν να περιορίσουν ένα τόσο σημαντικό συνταγματικό δικαίωμα».
Σε διαφορετικό μήκος κύματος, η Νέα Δημοκρατία μέσω δήλωσης του τομεάρχη Εργασίας της, Γιάννη Βρούτση, πιέζει για γρήγορους περιορισμούς στο συνδικαλιστικό δικαίωμα: «Η Ν.Δ. όχι μόνο πιστεύει στην ανάγκη να συμμετέχει τουλάχιστον το 50% των εργαζομένων στην απόφαση για να προκηρυχθεί απεργία, αλλά η εν λόγω τροπολογία είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να καταδειχθεί ποιοι πιστεύουν πραγματικά στις μεταρρυθμίσεις και ποιοι εξυπηρετούν τα πιο αναχρονιστικά συντεχνιακά συμφέροντα».

Γενική απεργία

Οι ενώσεις των εργαζομένων, όμως, δεν πρόκειται να αφήσουν τόσο εύκολα να περιοριστεί ένα δικαίωμα που κερδήθηκε με αίμα, και καλούν στη γενική πανελλαδική απεργία στις 14 Δεκέμβρη, «προκειμένου να  εκφραστεί και η γενικότερη δυσαρέσκειά τους για τους πλειστηριασμούς, την κατάσταση που βιώνουν οι πρόσφυγες, την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, την υγεία και την παιδεία», σύμφωνα με την Κατερίνα Γιαννούλια.
«Είναι απαραίτητη η μαζική συμμετοχή των εργαζομένων στη γενική απεργία. Δεν έχει να κάνει με την ηγεσία της ΓΣΕΕ, που και εμείς της ασκούμε κριτική, αλλά με τα αιτήματα της κινητοποίησης. Το πιο ισχυρό όπλο που έχουμε οι εργαζόμενοι είναι η απεργία, γιατί η δύναμή μας είναι η δουλειά μας, δεν έχουμε άλλο τρόπο πίεσης. Αν γινόταν μεμονωμένα, οι εργοδότες θα μας τσάκιζαν και θα μας απέλυαν, οργανωμένα όμως αποκτάμε δύναμη. Χωρίς την απεργία θα είμαστε απόλυτο έρμαιο στην εκμετάλλευση των εργοδοτών, θα οδηγηθούμε στην εποχή προ Σικάγο», απευθύνει κάλεσμα και ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου.

 Τζέλα Αλιπράντη
Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet