kalargalis

Του Νίκου Σαραντάκου

Ηταν η τελευταία νύκτα του 1924 και η πρώτη του 1925. Ο υποφαινόμενος ήτο στρατιώτης και το κυριότερον κάτοχος κολλαριστού εκατονταδράχμου. Περί το εκατοντάδραχμον αυτό στρέφεται όλη η ιστορία που θα διηγηθώ εις τους ευμενείς ακροατάς. Σήμερα η ιστορία ενός εκατονταδράχμου δύναται να είναι πλήρης ως εξής: βγήκα από το σπίτι μ’ εκατό δραχμές ήπια καφέ, έφαγα, ξυρίστηκα και γύρισα στο σπίτι μου χωρίς να τις έχω. Τότε όμως εδένοντο ακόμη τα σκυλιά με τα λουκάνικα και εφορούσαν οι λαγοί πετραχήλια, τούτ’ έστιν υπήρχον μέρη όπου με το ευτελές ποσόν των δυόμισι δραχμών ημπορούσε κανείς κορεσθεί φασουλάδας με κοκκινοπίπερον και άρτου μαύρου σαν να κατεσκευάζετο από πίσσαν.
Εις το γραφείον όπου προσέφερα εις τους κορεούς της Πατρίδος –χειμώνα καιρό!- τον αναλογούντα μοι φόρον αίματος ενεσταβλίζοντο τέσσερις ακόμη οπλίται, ήτοι 2 λοχίαι γραφείς και δύο εβραίοι αγγελιοφόροι. Ο εις εκ των τελευταίων ονομάζετο Σολομών και είχε την βούλαν του Σολομώντος εις το πρόσωπον, ήτο τουτέστιν φρικωδώς δύσμορφος. Εις αντάλλαγμα όμως είχε προικισθεί υπό του δημιουργού με πνεύμα οξύτατον και αδαμάντινον χαρακτήρα.
Αρκετά μορφωμένος και ανεξίθρησκος δεν απηξίου την φιλίαν των ετεροδόξων, με τους οποίους εφρόντιζε να συναγελάζηται όσον ημπορούσε περισσότερον προς καλλιέργειαν της ελληνικής ην τού εδίδασκον.
Αλλ’ ας απολακτίσωμεν επί του παρόντος τον Εβραίον και την ελληνικήν και ας έλθωμεν εις το προκείμενον.

Πάσα οικία Μόντε Κάρλο

Κατά το πατροπαράδοτον έθιμον την παραμονήν του νέου έτους «παίζουν χαρτιά», μεταβάλλοντες εκ του προχείρου εις πρασίνην τράπεζαν παν χωλόν και σκωληκόβρωτον τρίπουν ή τετράπουν τραπέζιον και πάσαν οικίαν εις Μόντε Κάρλο. Την πρωτοχρονιάτικην χαρτοπαιξίαν ύμνησεν ο Σουρής δι’ αριστουργήματος, το οποίον θα παρέθετα ολόκληρον εάν ο «Δημοκράτης» ήτο δεκαεξασέλιδος και υπέθετον υποτιμών τους αναγνώστας του, ότι δεν το ξέρουν. Εν τούτοις δεν ανθίσταμαι εις τον πειρασμόν να σας είπω ένα τετράστιχον απ’ αυτό.
Μα φέτος θα κερδίσω. Γι ’ αυτό δεν αμφιβάλλω.
Με τούτη τη φαγούρα που νιώθω μες το χέρι,
θαρρώ πως τα χαμένα τετράδιπλα θα βγάλω.
Άη Βασίλη, βοήθα ενός φτωχού κεμέρι!

Με τα ίδια όνειρα βαυκαλιζόμενος και εγώ επρότεινα εις τους συντρόφους μου να παίξομε. Ποιος ξέρει, τους είπα, μπορεί να τα φέρει ο Άη Βασίλης να κερδίσουμε… όλοι. Μία κουβέρτα καταλληλοτάτη, και μόνον ελάττωμα έχουσα ότι δεν ήτο πράσινη, εστρώθη αμέσως επί του γραφείου, και εκαθήσαμεν όλοι περί αυτό εξαιρέσει του φίλου μου Σολομών παίζοντος, προφανώς, αλλού. Μία τράπουλα αγορασθείσα με ρεφενέν από γειτονικόν καφενείον αντί 2,50 δραχμών επέπρωτο να καθορίσει τον ευνοούμενον της τύχης. Οι τράπουλες έχουν κάτι κοινόν με τους οινοπώλας. Όσο γερνάνε τόσο χοντρένουν, προς απελπισίαν των νεκροθαφτών και των παιζόντων. Η δική μας δεν διεκρίνετο βέβαια διά την στιλπνότητα των φύλλων της, επί των οποίων η ακαθαρσία είχεν αποθέσει ικανόν πάχος, αλλά με ολίγην θέλησιν και με σχετικόν σάλιωμα των δακτύλων ημπορούσε κανείς να παίξει περίφημα. Το εις όλους αγαπητόν παιχνίδι ήτο το ανοιχτό τριάντα ένα, εις το οποίον επεδόθημεν μετά ζέσεως με πενηνταράκια ως επί το πλείστον μίζαν. Ύστερα από ολίγην ώραν εκέρδιζα περί το εν τάλιρον και ύστερα από πολλήν έχανα περί τας ενενήντα δραχμάς. Ητοιμαζόμην να αναμέλψω ένα κομμάτι από το προμνησθέν ποίημα του Σουρή:
Πάνε τα κέρδη όλα, πάνε και τα δικά μου,
κι εσκόπευα να βγάλω μ’ αυτά εφημερίδα…!
Ότε εισήλθεν εις το γραφείον ο Σολομών τον οποίον επερίμενα όπως οι πατριώται του τον Μεσσίαν.
Με χωλαίνουσαν εβραιογαλλικήν του εξήγησα την κατάστασιν και του εζήτησα να με σώσει, διότι εξέχασα να σας πω ο Εβραίος αυτός εγνώριζε το μυστικόν της τράπουλας, ήτο δηλαδή δεξιοτέχνης εκ των σπανίων εις το χαρτοπαίζειν. Παρ’ όλην τη ρυπαρότητα των χαρτιών το ανακάτεμα εγίνετο με ευχέρειαν και ταχύτητα ταχυδακτυλουργού και τα χαρτιά έβγαιναν με όλες τις μπάζες υπέρ αυτού, όταν έκανε χαρτιά. Όταν έκανε άλλος, εζήτει δύο τύχας αι οποίαι αν δεν εκέρδιζον και αι δύο ήρχοντο τουλάχιστον «μία της αλλός» όπως έλεγε το γνωστόν «μία η άλλη».

Ένα παίγνιον επιστήμη

Καίτοι το χαρτοπαίζειν λέγεται παιχνίδι είναι εν τούτοις επιστήμη ολόκληρος και ο Σολομών κάθε άλλο παρά έπαιζεν. Ησχολείτο απεναντίας σοβαρότατα με την ανάμιξιν των φύλλων ως χημικός εις την ανάμιξιν των υγρών του, και ανέκτα δεκάραν προς δεκάραν την απωλεσθείσαν περιουσίαν μου.
Οι συμπαίκται απογοητευθέντες εκ του τριάντα ένα επρότειναν τα πλακάκια, εις τα οποία ο όλεθρός των ήτο φοβερός. Άπαξ επήρε την «κάσαν» και έκτοτε παρουσίαζε «ρήγμα» εις το κόψιμον.
Αφού ούτω ανεκτήθη ολόκληρον το εκατοντάδραχμον, επρότεινεν ο σωτήρ μου την μέθοδον του «Παπά», διά της οποίας επεψίλωσε τους αντιπάλους. Λέγω δε απεψίλωσε διότι ως εδήλωσαν δεν τους έμεινε «ψιλή». Τα κέρδη μας ανήλθον εις δραχμάς 8. Και τότε μόνον εκατάλαβα με τι αστεία κεφάλαια εζήτησαν οι σύντροφοί μου να με στερήσουν του θησαυρού που κατείχον. Ο Σολομών τους απανέδωσε τα κεφάλαιά τους υπερηφάνως και παρήγγειλε τέσσερα παγούρια καλό κρασί ίνα ανακτήσωμεν ό,τι απήλθε του σώματός μας υπό μορφήν ιδρώτος κατά την νυκτερινήν αγωνίαν.
Έκτοτε έπαιξα αρκετές φορές. Αλλά την αγωνίαν εκείνης της νυκτός, όταν έβλεπα φθίνον το εκατοστάρικο, δεν την έχω αισθανθεί άλλοτε. Εδιδάχθην δε να ζητώ πάντοτε «φως» προ του παιχνιδιού, ώστε να ξέρω όταν χάσω –και χάνω πάντοτε– ότι έπεσα ενδόξως και ότι τα κέρδη του ευτυχούς είναι «φως εκ φωτός».
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet