Στην αυριανή συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ, που μπορεί να αποδειχθεί σταθμός για την πορεία της Ευρώπης, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα. Ωστόσο, με βάση τα σημερινά δεδομένα, την κατάσταση της οικονομίας της Ευρώπης και τους γεωπολιτικούς τριγμούς της ανατολικής περιοχής της, μπορούμε να αναμένουμε μια κάποια λύση. Πάντως, όχι σύγκρουση. Η Γερμανία με τους συμμάχους της δεν έχει αυτό το περιθώριο  με βάση τους συσχετισμούς όχι μόνο στην Ευρωζώνη και την ΕΕ αλλά και στο Δυτικό Κόσμο. 
Η συνεχής αλλαγή των δεδομένων και του κλίματος αυτό ακριβώς αποκαλύπτει. Υπάρχουν οι δυνάμεις εκείνες που θα ήθελαν «δυναμικές λύσεις», σύγκρουση έως και εξόδους. Αλλά οι ίδιες δυνάμεις γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν με βάση τους ευρύτερους συσχετισμούς. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ωθούμαστε σε μία λύση του ελληνικού προβλήματος με δυσφορία άρα και με συμπιεσμένη τη δυναμική της. Όσο το δυνατόν περιχαρακωμένη, ώστε να μην ανατρέπει άμεσα τις εξελίξεις συνολικά στην ΕΕ. 

Οι δανειστές αλλάζουν θέσεις

Οι εναλλαγές στη στάση των δανειστών έναντι των προτάσεων της ελληνικής κυβέρνησης ήταν καθημερινές. Το αδιέξοδο έκτακτο Γιούρογκρουπ της Τετάρτης, στο οποίο επιχειρήθηκε πιεζόμενη η ελληνική πλευρά να δεχθεί την παράταση του μνημονίου, λόγω της σταθερής στάσης της και των προτάσεων που κατέθετε, οδήγησε σε μια Σύνοδο Κορυφής που άνοιξε δρόμο. Αποφασίστηκε πως στο Γιούρογκρουπ αύριο Δευτέρα οι τεχνικές ομάδες  των δύο μερών να έχουν διαμορφώσει προτάσεις για να ανεβρεθεί λύση στην βάση ενός συμβιβασμού επωφελούς για τις δύο πλευρές και την Ευρώπη. 
Το Bloomberg στην ιστοσελίδα του είχε τις εξελίξεις αυτές ως πρώτο θέμα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ελλάδα και Γερμανία εργάζονται προς μια συναινετική λύση». Επικαλούμενο δύο γερμανούς αξιωματούχους ανέφερε ότι υποστηρίζουν ότι: «εφόσον επιμηκυνθεί το πρόγραμμα, η Γερμανία θα είναι ανοικτή να συζητήσει για το μέγεθος των απαιτούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων και για τους όρους πώλησης δημόσιας περιουσίας». Πρόσθεσε δε ότι «η βελτίωση στην είσπραξη των φόρων και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής θα έχει τη γερμανική στήριξη και η επίτευξη συμφωνίας θα εξαρτηθεί από τις συνολικές δεσμεύσεις της Ελλάδα για μεταρρυθμίσεις». 

Διαπραγματευτική σύγκρουση

Την Παρασκευή το απόγευμα, ωστόσο, είτε για λόγους διαπραγματευτικούς είτε λόγω εσωτερικών διαφωνιών μέρος των δανειστών εμφανιζόταν απειλητικό, με προτάσεις απαράδεκτες. Ο πρόεδρος π. χ. του Γιούρογκρουπ κ. Ντάισελμπλουμ, ενώ την Πέμπτη πήρε ο ίδιος την πρωτοβουλία να συναντήσει τον Αλέξη Τσίπρα, τον Έλληνα Πρωθυπουργό και να αναζητήσουν από κοινού λύση, δίνοντας ελπίδες βάσιμες την Παρασκευή δήλωση χαρακτηριστικά: 
«Σε αυτό το στάδιο είμαι πολύ απαισιόδοξος. Η Ελλάδα έχει υπερβολικά υψηλές προσδοκίες, ωστόσο οι πιθανότητες, βάσει των δεδομένων της ελληνικής οικονομίας, είναι περιορισμένες... Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να φτάσουμε εκεί έως τη Δευτέρα». Κατά την ερμηνεία του το Γιούρογκρουπ έχει εκφράσει «με μεγάλη σαφήνεια» τη θέση ότι «δεν υπάρχει δυνατότητα για αλλαγές παρά μόνο στην περίπτωση που το πρόγραμμα συνεχίσει να εφαρμόζεται». 
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κ. Γιούνκερ, επικεφαλής της Κομισιόν, επίσης αντίθετα από ό,τι υποστήριζε στη Σύνοδο Κορυφής. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι «είμαστε μακριά από μια συμφωνία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικός συμβιβασμός» και χαρακτήρισε υψίστης σημασίας τον ελληνικό προϋπολογισμό. 

Αισιόδοξος ο κ. Μοσκοβισί

Αντίθετα ο Γάλλος Επίτροπος κ. Μοσκοβισί θα δηλώσει αισιόδοξος. «Η συνάντηση της Δευτέρας θα είναι δύσκολη αλλά αποφασιστική, διότι αφορά την εξασφάλιση των μελλοντικών χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας. Θα πρέπει να βρεθεί μια συμφωνία και δεν τίθεται θέμα εμπιστοσύνης ή μη». 
Σε όσους, μέσα σ’ αυτό το κλίμα διαπραγματευτικών ελιγμών, βρήκαν την ευκαιρία («Σπήγκελ») να επαναφέρουν το Grexit, μάλιστα μαζί με την Κύπρο δίνει την απάντηση ο ίδιος ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, του ESM, κ. Κλάους Ρέκλιγκ, προειδοποιεί για τις συνέπειες. «Μια αποχώρηση της Ελλάδας θα ήταν η ακριβότερη από όλες τις πιθανές λύσεις», δήλωσε στον «Σπήγκελ». «Τόσο για την Ελλάδα, όσο επίσης για τη Γερμανία και τις άλλες χώρες της νομισματικής ένωσης», πρόσθεσε. 

Δύσκολη η θέση της ΕΚΤ

Στη δίνη των εξελίξεων στην πιο δύσκολη θέση βρίσκεται η ΕΚΤ. Η απόφαση της να επεκτείνει κατά 5 δισ. το πρόγραμμα χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών με βάση το ΕLA υποδηλώνει αισιοδοξία ότι θα βρεθεί λύση. Κυρίως όμως ο κ. Ντράγκι δεν θα ήθελε να βρεθεί στη δύσκολη θέση, αν καταρρεύσουν οι συνομιλίες, να αποφασίσει αυτός για τη διακοπή της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών, δηλαδή την κατάρρευσή τους, που θα οδηγήσει στην έξοδο από την ευρωζώνη. Αυτή είναι άκρως πολιτική απόφαση και το πιο πιθανό είναι να αντιδράσει, όταν θα κληθεί να την πάρει αυτός. Στις 18 Φεβρουαρίου συνεδριάζει το Δ.Σ της ΕΚΤ και για να ασκήσει βέτο χρειάζεται πλειοψηφία των δύο τρίτων. 

Τηλεφώνημα Λιου προς Τσίπρα

Κανείς δεν θέλησε να φθάσει εκεί ή κανείς δεν θεωρεί ότι μπορεί να φθάσει ως εκεί, ιδίως όταν αναλογίζεται τις επιπτώσεις στην Ευρώπη και Διεθνώς. Δεν είναι ο κ. Ντάισεμπλουμ ή ο Ραχόι που θα το αποφασίσει αυτό. Αυτό το επαναλαμβάνουν, με διάφορους τρόπους, οι ΗΠΑ. Παρά το ότι μόλις την προηγούμενη Δευτέρα και ο κ. Ομπάμα ενημέρωσε την κ. Μέρκελ για την άποψη των ΗΠΑ ως προς το ελληνικό ζήτημα την Παρασκευή ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ κ. Τζακ Λιού έκρινε σκόπιμο να την επαναλάβει. 
Σε τηλεφώνημά του προς τον πρωθυπουργό τόνισε «την υποστήριξη των ΗΠΑ στην ευόδωση των συνομιλιών της Ελλάδας με τους ευρωπαίους εταίρους της για ένα κοινά αποδεκτό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση» και «τη σημασία που θα έχει αυτή η εξέλιξη για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ευρώπη». 
Υπογράμμισε παράλληλα, «την ικανοποίηση των ΗΠΑ για τις τεχνικο-οικονομικές διαβουλεύσεις που διεξάγονται στης Βρυξέλλες». Ο πρωθυπουργός επισήμανε «την σταθερή πρόθεση της Ελλάδας για συμφωνία με τους εταίρους, επί ενός προγράμματος που θα βάζει τέλος στη λιτότητα, μετά από 5 χρόνια πρωτοφανούς σκληρής προσαρμογής και θα θέτει σε προτεραιότητα τις αναγκαίες για τη χώρα μεταρρυθμίσεις, την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας». 

ΝΔ: Πρόβλημα ηγεσίας και γραμμής

Πολύ πιθανόν στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ την Πέμπτη θα τεθεί θέμα ηγεσίας. Μετά μια σοβαρή ήττα, είναι κάτι που εμπεριέχει κινδύνους. Όμως, το πρόβλημα της ΝΔ είναι πολύ σοβαρότερο διότι άπτεται της γραμμής της στην περίοδο της κρίσης. Μετά το ΠΑΣΟΚ, αν και από ευνοϊκότερες θέσεις, παίζεται η συνέχεια του δράματος για το ελληνικό «μοντέλο εναλλαγής» με την Ν/Δ, τώρα, στο κέντρο της δίνης. Το σχόλιο της ηγεσίας ότι «οι παρασυναγωγές μόνον κακό κάνουν» για μια φανερή –ηθελημένα!– σύσκεψη στελεχών, δείχνει ότι οι δύο πλευρές είναι ήδη σε «θέση μάχης». Η ηγεσία επεσήμανε, επίσης, την «ανομοιογένεια» των στελεχών που προσήλθαν στο δείπνο της κ. Μ. Γιαννάκου. Ωστόσο, αυτό ακριβώς δείχνει την στελεχική απομόνωσή της και την ευρεία σύμπτωση των στελεχών με «κεντρώα-φιλελεύθερη πολιτική προσέγγιση» όπως παρατηρούσαν έγκυροι αναλυτές. 
Το πιθανό ενδεχόμενο, μετά την ήττα της η ΝΔ να βρεθεί προ μιας συμφωνίας νέας ελληνικής κυβέρνησης – δανειστών, είναι βέβαιο ότι θα φέρει στο τραπέζι τη συζήτηση για τη γραμμή της ηγεσίας Α. Σαμαρά που οδήγησε και στην ήττα. Η απώλεια της ηγεμονίας της ΝΔ στη Δεξιά τώρα εντείνεται. Τα περί «αριστερής παρένθεσης» θα είναι αστείο να επαναληφθούν και να προταθούν ως νέα κεντρική γραμμή. 
Οι εξελίξεις στη ΝΔ συνδέονται και με την πορεία της ευρωπαϊκής Δεξιάς, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) του οποίου επίσης έχει κλονιστεί η ηγεμονία του, ιδίως από την Άκρα Δεξιά. Ωστόσο, προχθές στις Βρυξέλλες το ΕΛΚ έμεινε προσκολλημένο στο νεοφιλελευθερισμό, κάλυψε πλήρως τον κ. Σαμαρά και επιτέθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Σαμαράς μέσα σ’ αυτό το κλίμα ήταν λογικό να πει ότι έχει «την αίσθηση αδιεξόδου» στις διαπραγματεύσεις. Παρά τις προσπάθειες, στη συζήτηση στη Βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις, να αποτρέψει, χρησιμοποιώντας κάποιες συναινετικές διατυπώσεις, τη μετωπική με την εσωκομματική αντιπολίτευσή του, δεν μπόρεσε να αλλάξει το κλίμα. Ιδίως οι τοποθετήσεις του στις Βρυξέλλες φέρνουν τη ΝΔ με την πλάτη στον τοίχο. Η σύγκρουση, τελικά, στη ΝΔ θα είναι ανάμεσα στη συνέχιση, με έντονα στοιχεία ρεβάνς, της γραμμής του κ. Σαμαρά και σ’ αυτούς που θα αναζητήσουν  νέα γραμμή για την ανάκτηση, σε βάθος χρόνου, της ηγεμονίας του συντηρητικού χώρου. Η στάση του κ. Σαμαρά στο ΕΛΚ, πάντως, πυροδότησε νέες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ν.Δ. Η Ντόρα Μπακογιάννη σε σχόλιό της στο Twitter τονίζει: «Κρίμα για το ΕΛΚ. Υποτιμούν ότι σε μια εθνική διαπραγμάτευση είμαστε πρωτίστως όλοι Έλληνες». Ο πρώην βουλευτής της Ν.Δ. Γ. Μιχελάκης χαρακτηρίζοντας απαράδεκτο το ψήφισμα προσθέτει: «Απαράδεκτη και η αποδοχή του από την ελληνική αντιπροσωπεία».  


Παύλος Δ. Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet