Οι προοπτικές του γερμανικού μοντέλου

Στη Γερμανία, η ανεργία μειώθηκε περίπου στο μισό μεταξύ 2006 και 2013, περνώντας σε απόλυτες τιμές από 5 σε 2,7 εκατομμύρια, ενώ οι εξαγωγές διπλασιάστηκαν κατά την ίδια περίοδο. Γιατί το «Spiegel» γράφει ότι το γερμανικό έθνος διαλύεται;
Ενώ η οικονομία της χώρας έχει διαλείψεις, η ανησυχία για την τύχη της μεγαλώνει στην ίδια τη Γερμανία, όπως και στο εξωτερικό. Ένα αίσθημα αβεβαιότητας εξάγεται από αυξανόμενο αριθμό πρόσφατων δημοσιεύσεων, κυρίως στη Γερμανία και στη Γαλλία, διότι τείνουν να αναλύουν τα σημερινά αδύναμα σημεία της οικονομίας. Σε ένα προηγούμενο κείμενο του, ο Μαρσέλ Φράτσερ, πρόεδρος του Ινστιτούτου για την Οικονομική Έρευνα του Βερολίνου (DIW), ασκούσε μεγάλη κριτική στις στρατηγικές που προωθούνται από τη χώρα.

Υπήρξε περίοδος πραγματικής δόξας;
Στο ενεργητικό του γερμανικού μοντέλου υπάρχουν κάποια αναμφισβήτητα γεγονότα. Η ανεργία μειώθηκε περίπου στο μισό μεταξύ 2006 και 2013, ενώ οι εξαγωγές διπλασιάστηκαν σε αξία την ίδια περίοδο. Το θετικό υπόλοιπο του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εμφανίζει το 2014 μια σχέση 7% επί του ΑΕΠ. 
Συνήθως τα πρόσφατα αποτελέσματα της οικονομίας αποδίδονται πάνω απ’ όλα στη μεταρρύθμιση της εργασίας Σρέντερ - Χαρτς. Όμως, σήμερα αυτός ο συσχετισμός αμφισβητείται. Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η μεγέθυνση ευνοήθηκε πολύ από την υποεκτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ σε σχέση με την ισχύ της γερμανικής οικονομίας. Εξάλλου, η αύξηση των εξαγωγών συγκεντρώθηκε στα χρόνια της μεγάλης ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της κινεζικής. Αυτή η χώρα για πολλά χρόνια παρουσίαζε ανάγκες εξαγωγών που αντιστοιχούσαν σχεδόν επακριβώς με τα δυνατά σημεία της γερμανικής οικονομίας. 

Η πραγματική βελτίωση

Κατά τα άλλα, η πίεση προς τα κάτω των μισθών δεν είναι δυνατό να αποδοθεί παρά μερικά στη μεταρρύθμιση Σρέντερ. Στην πραγματικότητα είχε ήδη αρχίσει με την τρικομματική συμφωνία του 1999 μεταξύ κράτους, επιχειρήσεων, συνδικάτων. 
Ένας άλλος παράγοντας που εξηγεί τη βελτίωση της γερμανικής οικονομίας θα πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η χώρα, έπειτα από την πτώση του κομμουνισμού, είχε ουσιαστικά ενσωματώσει τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης μέσα στο παραγωγικό της σύστημα, πράγμα που συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους των προϊόντων της. Στην πραγματικότητα ο νόμος Σρέντερ - Χαρτς οδήγησε σε μια μεγάλη διάδοση της επισφαλούς εργασίας και σε μια καθήλωση των μισθών. Μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό, ο μέσος γερμανός μισθωτός κέρδισε λιγότερα το 2013 απ’ ό,τι το 1999.
Από την άλλη, η γερμανική ανάπτυξη, αν τη δούμε μακροπρόθεσμα, δεν φαίνεται βέβαια εντυπωσιακή: μεταξύ 2000 και 2013 η οικονομία της χώρας αυξήθηκε συνολικά κατά 15%. Πρόκειται περίπου για το 1,1% το χρόνο, σχεδόν όσο η Γαλλία. Στην ίδια περίοδο καταγράφεται μια αύξηση του ΑΕΠ κατά 21% για τη Μεγάλη Βρετανία και 25% για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ μέχρι και μια λατινική χώρα όπως η Ισπανία είχε καλύτερη επίδοση (19%).

Άσχημα νέα

Τέσσερις από τους σημαντικότερους παράγοντες που μπορούν κανονικά να ωθήσουν προς τα πάνω την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας, η δημογραφική ανάπτυξη, οι επενδύσεις, η παραγωγικότητα, οι εξαγωγές, παράγοντες οι οποίοι μεταξύ των άλλων καταγράφουν και σημαντικές διασυνδέσεις, βρίσκονται σήμερα στη Γερμανία σε μια κατάσταση σχετικής αδυναμίας. 

Όσον αφορά το δημογραφικό παράγοντα, η χώρα καταγράφει ένα ποσοστό γεννητικότητας από τα χαμηλότερα στον κόσμο και σήμερα το γερμανικό έθνος είναι το γηραιότερο στην ΕΕ, με μια μέση ηλικία των κατοίκων της ίση με 46 χρόνια, σε αντίθεση για παράδειγμα με τα 40 στη Μεγάλη Βρετανία και τα 36 στην Ιρλανδία. Έτσι η χώρα, σύμφωνα με κάποιες προβλέψεις, το 2040 θα μπορούσε να μετράει λιγότερους κατοίκους τόσο από τη Γαλλία όσο και από τη Μεγάλη Βρετανία. 
Αυτό θα συμβεί εάν δεν υπολογίσουμε μια μεγάλη εισροή μεταναστών, ένα φαινόμενο που υπήρξε πράγματι τις τελευταίες δεκαετίες. Όμως, ένα τέτοιο φαινόμενο θα μπορούσε και να εμποδιστεί από την αυξανόμενη εχθρότητα ενός μέρους τουλάχιστον της κοινής γνώμης και από τη σημαντική ανάπτυξη κινημάτων και κομμάτων λιγότερο ή περισσότερο ξενοφοβικών. Οι διαδηλώσεις ενάντια στους μετανάστες αποκτούν πλέον εδώ και ένα διάστημα μέγεθος. Στο μεταξύ το CSU, το βαυαρικό κόμμα σύμμαχος του CDU, προτείνει να προωθηθούν αυστηρότεροι νόμοι για τους αλλοδαπούς που αιτούνται άσυλο. 
Η Γερμανία, σ’ αυτά τα χρόνια, είχε εκτός των άλλων επενδύσει λιγότερο από τους ευρωπαίους γείτονές της. Πάνω σ’ αυτό επέμεινε ιδιαίτερα το Ινστιτούτο Φράτσερ, που πιστεύει ότι αυτό είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας. Η αδυναμία εκδηλώνεται τόσο όσον αφορά τις δημόσιες επενδύσεις όσο και τις ιδιωτικές. 
Οι επιχειρήσεις, ελλείψει εσωτερικής ζήτησης, δεσμεύουν τους οικονομικούς τους πόρους όλο και περισσότερο στο εξωτερικό. Μεταξύ Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου 2014, οι γερμανικές εταιρείες δέσμευσαν 65 δισεκατομμύρια δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολύ περισσότερα από τις προηγούμενες χρονιές, για να αγοράσουν κυρίως επιχειρήσεις με ισχυρή παρουσία στις αναδυόμενες χώρες. 

Εξάρτηση από τη βιομηχανία

Παρεμπιπτόντως, η οικονομία εξαρτάται από το αυτοκίνητο, αφού το 2013 πάνω από το 50% του εμπορικού πλεονάσματος οφείλεται σ’ αυτό τον τομέα. Η εξάρτηση από λιγοστούς βιομηχανικούς τομείς, και από τη βιομηχανία γενικότερα, καθιστά τρωτές τις προοπτικές της, πόσω μάλλον που η Κίνα ανεβαίνει συνεχώς και αρχίζει να κάνει σημαντικό ανταγωνισμό στα γερμανικά προϊόντα. Στο μεταξύ, αυτοί οι τομείς συναντούν αυξανόμενες δυσκολίες στις αγορές άλλων αναδυόμενων χωρών, που έχουν πληγεί από την επιβράδυνση των οικονομιών τους, καθώς και σε μια ευρωζώνη που βρίσκεται σε δύσκολη θέση λόγω κρίσης και, για τους γνωστούς λόγους, στη Ρωσία. Γενικότερα σε παγκόσμιο επίπεδο η δυναμική των εξαγωγών τείνει να επιβραδύνεται σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με την περίοδο προ κρίσης. 
Η ελάττωση των επενδύσεων, μαζί με τη μείωση της απόδοσης του νέου επενδυμένου κεφαλαίου, που είναι δυνατό να καταγραφεί στη Γερμανία, όπως συμβαίνει κατά τα άλλα στις κυριότερες δυτικές χώρες, συνεπάγεται και μια μείωση στα επίπεδα ανάπτυξης της παραγωγικότητας. Τα τελευταία χρόνια η παραγωγικότητα αυξήθηκε στη χώρα μόνο 0,9% κατά μέσο όρο ετησίως. Το φαινόμενο της μικρής ανάπτυξης αφορά, λίγο ή πολύ, ακόμη και όλες τις κυριότερες ανεπτυγμένες χώρες, αλλά αυτό φαίνεται ιδιαίτερα σοβαρό στη Γερμανία, με δεδομένη και τη δομή της οικονομίας της και τα διαθέσιμα ποσά. 
Ως άλλο αδύναμο σημείο εμφανίζεται ο τομέας της παιδείας. Η χώρα αφιερώνει μόνο το 5,7% του ΑΕΠ της σ’ αυτόν τον τομέα, λιγότερο από χώρες όπως η Γαλλία ή η Μεγάλη Βρετανία. Πρέπει να σημειωθεί, ιδιαίτερα, μια κάποια υπανάπτυξη της διδασκαλίας στις ανώτερες σχολές. Στο σύνολο των εκβιομηχανισμένων χωρών το 40% των νέων ακολουθούν ανώτερες σπουδές. Στη Γερμανία είναι κάτω από το 30%, ενώ λιγότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού έχει πτυχίο. 

Συμπεράσματα

Τα συμπεράσματα που είναι δυνατό να εξαχθούν φαίνονται αρκετά αρνητικά και σε κάθε περίπτωση μοιάζουν, όσον αφορά την κατάσταση και τις προοπτικές της οικονομίας, σαφώς διαφορετικά από εκείνα των σημερινών κυρίαρχων ομάδων της χώρας, οι οποίες έχουν μια οπτική για τα πράγματα που μοιάζει κατά τα άλλα να είναι αποδεκτή από μεγάλο μέρος της εσωτερικής κοινής γνώμης. 
Όμως, αν παρόμοια συμπεράσματα αποδειχτούν σωστά, οι προοπτικές της Γερμανίας και ολόκληρης της Ευρώπης, που εξαρτάται σήμερα σε μεγάλο μέρος από τις αποφάσεις της χώρας, θα αποδεικνύονταν αρκετά θολές. 
Ελπίζουμε, επομένως, ότι ή οι αναλυτές κάνουν λάθος, ή ότι οι γερμανοί πολιτικοί θα αποφασίσουν να αλλάξουν κατεύθυνση, στρεφόμενοι ιδιαίτερα σε μεγάλο βαθμό σε πολιτικές που έχουν στόχο την ανάπτυξη της εσωτερικής ζήτησης, καθώς και την ανάπτυξη των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. 

Μετάφραση από το www.sbilanciamoci.info:
Τόνια Τσίτσοβιτς



* O B. Kόμιτο είναι σύμβουλος επιχειρήσεων και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Ουρμπίνο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη βιομηχανία και έχει εκδώσει σχετικά βιβλία.

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet