Ο ΜΙΣΕΛ ΙΣΟΝ ΚΡΙΝΕΙ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΑΙΡΟΥΣ


Του Μισέλ Ισόν

Λίγες μέρες πριν του ανατεθεί το υπουργείο Οικονομικών, ο κ. Βαρουφάκης έθετε ως στόχο την «κατάλυση των θεμελίων του ολιγαρχικού συστήματος», κι αυτό είναι ουσιώδες για δύο λόγους: διότι το ύψος του ελληνικού χρέους πριν από την κρίση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα ποσά που απομύζησε αυτή η ολιγαρχία, και διότι στην Ελλάδα δεν μπορεί να εφαρμοστεί οποιοδήποτε αναπτυξιακό μοντέλο, χωρίς να καταργηθεί αυτό το σύστημα. 
Ας δούμε, όμως, πώς έχει το ζήτημα του χρέους. Η θέση της νέας ελληνικής κυβέρνησης διατυπώθηκε σχεδόν αμέσως: αποδέχεται, τη διαπραγμάτευση, αλλά υπενθυμίζει ότι σημαντικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι δεν χρειάζονται θυσίες για το ευρώ, ενώ ταυτόχρονα αρνείται να διαπραγματευθεί με την τρόικα. 
Κατόπιν ήρθαν οι προτάσεις που σε γενικές γραμμές εξέθεσε ο κ. Βαρουφάκης. Προτάσεις μετριοπαθείς και λογικές, που συνίστανται σε ανταλλαγή των ομολόγων του υφιστάμενου χρέους με νέους τίτλους δύο ειδών. Στη συνέχεια ανήγγειλε ότι επέλεξε την τράπεζα Λαζάρ ως σύμβουλο για τις διαπραγματεύσεις. Πρόκειται για την ίδια τράπεζα που μετείχε στη διαδικασία αναδιάρθρωσης του χρέους το 2012. Ο αντιπρόεδρός της για την Ευρώπη είναι ο Ματιέ Πιγκάς, «αριστερός» τραπεζίτης, ο οποίος διευθύνει το περιοδικό «Inrockuptibles» και ελέγχει μαζί με τον Πιερ Μπερζέ και τον Ξαβιέ Νιέλ την εφημερίδα «Λε Μοντ» και τον «Ομπσερβατέρ». 

Ελάφρυνση αντί για διαγραφή

Ο Πιγκάς ανέλυσε λεπτομερώς τις προτάσεις του σε μια συνέντευξή του στο «Φρανς Ιντέρ». Πρότεινε τη μείωση του χρέους που βρίσκεται στα χέρια δημόσιων φορέων κατά 100 δισ. Έτσι, το συνολικό χρέος, με ελάχιστο κόστος, θα έπιανε το στόχο του 120% του ΑΕΠ. Δεν πρόκειται για διαγραφή, αλλά για «ελάφρυνση» ή «αποδυνάμωση» του χρέους, σύμφωνα με τους όρους που χρησιμοποιεί ο Πιγκάς. Το βασικό στοιχείο της πρότασής του είναι η σύνδεση της εξόφλησης του χρέους με ρήτρα ανάπτυξης: «θα καταβάλλονται τοκοχρεολύσια, όταν το ποσοστό της ανάπτυξης θα ξεπερνά μια συγκεκριμένη οροφή». Αυτό θα αφορούσε χρέη ύψους 75 δισ. ευρώ. Όσο για τα διηνεκή ομόλογα, οι τόκοι τους θα πληρώνονται, αλλά τα χρεολύσια θα καταβάλλονται σε περίοδο 100 ή 150 ετών σύμφωνα με τον Πιγκάς. Αυτή η κατηγορία θα αφορούσε τα υπόλοιπα 25 δισ. ευρώ. 
Οι προτάσεις αποτελούν μια πρώτη βάση για συζήτηση, η οποία προσέκρουσε σε ισχυρές αντιστάσεις και οδήγησε την ΕΚΤ σε αποφάσεις που χαρακτηρίστηκαν χρηματοπιστωτικό πραξικόπημα. Ωστόσο, η αναγγελία αυτών των προτάσεων προκάλεσε αίσθημα ασφάλειας στους έλληνες τραπεζίτες, καθώς οδήγησε σε άνοδο τις μετοχές των τραπεζών, οι οποίες είχαν σημειώσει σημαντικές απώλειες. Η ΕΚΤ προχώρησε σε δεύτερη αναγγελία, που αφορούσε στην παροχή ρευστότητας 60 δισ. ευρώ στις ελληνικές τράπεζες από τον ELA. Το μήνυμα ήταν πολύ σαφές: «Οι τράπεζες πάνω από τους ανθρώπους». Η ενέργεια αυτή απεικονίζει την πολιτικότατη βούληση να αποσταθεροποιηθεί η ελληνική κυβέρνηση, ώστε να μην μπορέσει να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Ο κ. Βαρουφάκης είχε πει ότι χρειάζεται έξι μήνες, η ΕΚΤ αρνήθηκε να τους δώσει. 

Οι συνέπειες μιας σύνθετης κατάστασης

Μας έχουν γεμίσει με τόσο τεράστιες ποσότητες αριθμητικών δεδομένων, που θα χρειαστεί ιδιαίτερη προσπάθεια, για να αξιολογήσουμε τις προτάσεις τής ελληνικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα, στη Γαλλία μας έχουν πει ότι η διαγραφή του ελληνικού χρέους θα κόστιζε σε κάθε ενήλικο Γάλλο από 650 έως 730 ευρώ. Στην πραγματικότητα, όπως αποκαλύπτει σε άρθρο του στην εφημερίδα «Τριμπιούν» ο Ιβάν Μπεστ (5 Φεβρουαρίου 2015), η απώλεια θα ήταν 10,5 ευρώ για κάθε κάτοικο. 
Όπως είδαμε, το σχέδιο ελάφρυνσης, απ’ όσο γνωρίζουμε τουλάχιστον, είναι περιορισμένης έκτασης. Αφορά το ένα τρίτο του συνολικού χρέους. Το υπόλοιπο θα εξακολουθούσε να αποτελεί το 120% του ΑΕΠ, που επίσης είναι σημαντικό ποσοστό. Ωστόσο, το βάρος από την εξυπηρέτησή του θα ήταν μειωμένο, κι αυτό θα είναι σημαντικό για την Ελλάδα, η οποία δεν μπορεί να αναχρηματοδοτεί το χρέος της, δηλαδή να δανείζεται για να το εξυπηρετεί, καθώς δεν έχει ουσιαστικά πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές. 
Παραμένει, όμως, το ζήτημα της καταβολής των τόκων. Το τι θα συμβεί σ’ αυτό το πεδίο, εξαρτάται από την πορεία τής διαπραγμάτευσης, εφ’ όσον συνεχιστεί. Για παράδειγμα, η ρήτρα ανάπτυξης μπορεί να σημαίνει για την Ελλάδα ότι δεν θα πληρώσει τόκους, αν δεν ξεπερνάει η ανάπτυξή της ένα ορισμένο ποσοστό. Όμως, έχει σημασία από ποιο ποσοστό αρχίζει η πληρωμή τόκων. Όσο για να διηνεκή ομόλογα, έχουν το πλεονέκτημα ότι τα χρεολύσια καταβάλλονται με πολύ μεγάλο χρονικό ορίζοντα, αφορούν όμως ένα μικρό μέρος του χρέους, 25 δισ., και θα πρέπει να δούμε με τι επιτόκιο θα εξυπηρετούνται. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι γενικά συνοδεύονται από σχετικά υψηλότερα επιτόκια. 

Πώς βοηθάμε την Ελλάδα;

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κατηγορήσουμε την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν έβαλε από την αρχή ψηλότερα τον πήχυ διακηρύσσοντας μονομερώς ένα συνολικό μορατόριουμ για το χρέος (για τόκους και χρεολύσια), ώστε να έχει έναν ευνοϊκότερο αρχικό συσχετισμό δύναμης; Μιλώντας γενικά και αφηρημένα θα μπορούσαμε να απαντήσουμε καταφατικά. Ωστόσο, καλύτερα να αποφύγουμε μια τέτοια στάση υπερθεματισμού, που σίγουρα είναι πιο εύκολο να κρατήσει κάποιος που βρίσκεται στη θέση του παρατηρητή και μάλιστα από απόσταση.
Ο απολογισμός του πρώτου γύρου δεν είναι τόσο κακός. Η τοποθέτηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ένα μάλλον σωστό μείγμα σταθερότητας ως προς τον προσανατολισμό και ανοιχτής διάθεσης ως προς τη «λογική» διαπραγμάτευση. Αυτό ήταν αρκετό για να αναδείξει το ρόλο της ΕΚΤ ως οργανισμού που από τη φύση του εξυπηρετεί τα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα. Κυρίως, όμως, με την τακτική αυτή η ελληνική κυβέρνηση κέρδισε στο πεδίο της νομιμοποίησης, ακόμα και στην Ελλάδα, δείχνοντας ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τις πιέσεις. Κέρδισε όμως επίσης και σε ευρωπαϊκή κλίμακα, όπου η στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ αποκτά σήμερα έναν συγκεκριμένο στόχο: να χαλαρώσει τη μέγγενη της ΕΚΤ που σφίγγει την Ελλάδα. 
Πρέπει να καταλάβουμε ότι η ελληνική κυβέρνηση μάχεται σε δύο μέτωπα: για να ελαφρύνει το βάρος του χρέους και συνεπώς αντιμετωπίζει την αυστηρότητα των ευρωπαϊκών θεσμών, αλλά και εναντίον της ολιγαρχίας. Αυτή η δεύτερη μάχη είναι πιο αποφασιστική για να ξαναμπεί η Ελλάδα στο δρόμο ενός αναπτυξιακού προτύπου πιο σταθερού και γι’ αυτό πιο ισότιμου. Οι ρυθμοί δεν είναι οι ίδιοι: στο μέτωπο του χρέους η κατάσταση είναι επείγουσα, αλλά η μάχη κατά της ολιγαρχίας προϋποθέτει ότι θα εφαρμοστούν δομικές μεταρρυθμίσεις και αυτό θα χρειαστεί χρόνο. Η στρατηγική που επιδιώκει μια προσωρινή, ακόμη και στα μίνιμουμ επίπεδα, ρύθμιση του χρέους, μπορεί να επιτρέψει έναν πιο γρήγορο αναπροσανατολισμό της πολιτικής δράσης στο εσωτερικό. 
Ορισμένοι, όπως ο Φρ. Λορντόν, πιστεύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει παρά μόνο δύο επιλογές: ή θα περάσει «κάτω από το τραπέζι», δηλαδή θα αναδιπλωθεί, ή θα το ανατρέψει βγαίνοντας από την ευρωζώνη. Βέβαια, δεν αποκλείεται να υπάρξει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δηλαδή εξόδου από το ευρώ, αν λάβουμε υπόψη και την ισχυρότατη θέληση ευρωπαϊκών θεσμών που θέλουν να δοκιμάσουν αυτή την εμπειρία. Όμως, μια υποτίμηση δεν θα αποτελούσε ανάσα αρκετή για τη διόρθωση των δομικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας και δεν θα επέτρεπε στην Ελλάδα να προστατευθεί από αντίποινα. 

Η ιστορία επιταχύνει

Η Ελλάδα ζει μια από εκείνες τις περιόδους όπου η ιστορία επιταχύνει, και οι συσχετισμοί δύναμης μεταβάλλονται με ταχύτητα. Η κυβέρνησή της και ο λαός της συγκρούονται με ισχυρά συμφέροντα, που δεν αποδέχονται την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Η στήριξη στην Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι χωρίς όρους: θα ήταν η χειρότερη υπηρεσία που θα της προσφέραμε. Η στήριξη αυτή περνάει από την πιο λεπτομερή ανάλυση των προτροπών και της κριτικής μας. Αλλά το πιο επείγον καθήκον και το πιο καθοριστικό είναι να οικοδομηθεί σε όλη την Ευρώπη η αντίσταση στις πιέσεις που δέχεται η Ελλάδα και να σπάσει η απομόνωσή της. Μια πρόσφατη έκκληση που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία βασικών συνδικαλιστικών ηγετών της Γερμανίας, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα δεν είναι απειλή για την Ευρώπη, αλλά ευκαιρία. Μια άλλη έκκληση οικονομολόγων και πανεπιστημιακών απ’ όλο τον κόσμο στέλνει ένα παρόμοιο μήνυμα στις κυβερνήσεις και τους θεσμούς της Ευρώπης: αυτή τη στήριξη έχει ανάγκη άμεσα η Ελλάδα. Το μέλλον των ευρωπαϊκών λαών παίζεται σήμερα στην Ελλάδα.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet