Του Αλέξη Ηρακλείδη*

Για πρώτη φορά μετά από χρόνια εμφανίζεται μια κινητικότητα προκειμένου να επιλυθεί επιτέλους η χρονίζουσα διένεξη Αθήνας-Σκοπίων. Η διαφαινόμενη αλλαγή κλίματος οφείλεται στην άνοδο των μετριοπαθών στη γειτονική χώρα και προσφάτων διαμειφθέντα στη συνάντηση Τσίπρα - Ζάεφ, στο Νταβός (24 Ιανουαρίου).
Για να λυθεί αυτή η διένεξη το προαπαιτούμενο είναι να αποδεχθούν και οι δύο πλευρές τη θέση ότι καμία από τις δύο χώρες (ούτε βέβαια η Βουλγαρία), μπορούν να μονοπωλήσουν το όνομα Μακεδονία. Κατά συνέπεια θα πρέπει να συμφωνήσουν σε μια σύνθετη διευκρινιστική ονομασία. Μέχρι σήμερα οι επίσημες προτάσεις στις οποίες συμπεριλαμβάνεται το όνομα Μακεδονία ξεπερνούν τις 40.
Από την άποψη της απαιτούμενης διαδικασίας η ειρηνική επίλυση μπορεί να επιτευχθεί έπειτα από αίσιο τέλος μίας διαμεσολάβησης (εν προκειμένω του ΟΗΕ με τον Νίμιτς ή άλλη διαμεσολάβηση) ή με επιτυχείς διμερείς διαπραγματεύσεις Αθηνών - Σκοπίων, ή με συνδυασμό αυτών των δύο διαδικασιών. Σε ό,τι αφορά το όνομα, ο Νίμιτς, λίγο πριν τη συνάντηση του Νταβός πρότεινε πέντε εκδοχές: (1) Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας, (2) Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, (3) Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας, (4) Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη και (5) Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σκόπια).

Υπάρχει βέβαια και η ουσιαστική πλευρά του θέματος. Σε αυτό το επίπεδο τα Σκόπια θα πρέπει (1ον) να διασκεδάσουν τους ελληνικούς φόβους περί αλυτρωτισμού, δείχνοντας με πειστικό και χειροπιαστό τρόπο (π.χ. εξαφανίζοντας τους σχετικούς χάρτες και τα σχετικά εδάφια από τα σχολικά βιβλία, κ.λπ.) ότι είναι αβάσιμοι σήμερα και στο μέλλον. Με άλλα λόγια ότι δεν τους εκφράζει ο αλυτρωτισμός άλλων εποχών και ότι σαφώς τον απορρίπτουν. Επιπλέον (2ον) να σεβαστούν την ελληνική πολιτισμική κληρονομιά σε σχέση με την αρχαία Μακεδονία. Η Αθήνα από την πλευρά της θα πρέπει να δείξει ότι τους σέβεται ως κυρίαρχο ανεξάρτητο κράτος και ότι τους αναγνωρίζει και αποδέχεται ως έθνος και ως λαό με ξεχωριστή γλώσσα από τα βουλγαρικά.
Η ουσία της από κοινού επίλυσης βρίσκεται στον αμοιβαίο σεβασμό. Για τους Σλαβομακεδόνες είναι η εξασφάλιση της αξιοπρέπειας και της ταυτότητας του έθνους τους, για τους Έλληνες να μην επιτρέπεται ο σφετερισμός της πολιτισμικής τους κληρονομιάς που αποτελεί μέρος της εθνικής ταυτότητας την οποία έχουν επιλέξει. Η τελική λύση επαφίεται στις δύο πλευρές και μπορεί να επιτευχθεί παρά τις ιαχές των εκατέρωθεν εθνικιστών που έχουν πυκνώσει εντός και εκτός συλλαλητηρίων. Εδώ θα περιοριστώ στο να εκφράσω μερικές σκέψεις.

Οι αδιάλλακτες στάσεις

Ήδη από το 1993-1995, νηφάλιες φωνές στην Ελλάδα, φρονούσαν ότι το ζήτημα του ονόματος είχε από τότε χαθεί για την Ελλάδα και, εν πάση περιπτώσει, ότι η μη λύση θα οδηγούσε βαθμιαία σε γενική καθιέρωση από τους τρίτους του ονόματος «Μακεδονία». Προφανώς τώρα η κατάσταση είναι ακόμη δυσμενέστερη για την Ελλάδα, με σχεδόν 120 χώρες να έχουν αναγνωρίσει το κράτος αυτό με το συνταγματικό του όνομα, «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Ίσως το κύριο πράγμα που διασώζει την ελληνική πλευρά και της δίνει σήμερα ελπίδες για σύνθετη ονομασία με τον όρο Μακεδονία, είναι η antikvizatzija (εξαρχαϊσμός) της κυβέρνησης Γκρούεφσκι, που προκάλεσε δυσμενή διεθνή αντίκτυπο. Ωστόσο, η στάση της Αθήνας με το βέτο στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι (2007) δεν βοήθησε την ελληνική υπόθεση σε σχέση με το όνομα. Και τυχόν νέο βέτο θα κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, ειδικά εφόσον η γειτονική χώρα έχει μετριοπαθή ηγεσία και το ΝΑΤΟ από την πλευρά του επιθυμεί την εν λόγω ένταξη προκειμένου να σταθεροποιηθεί η περιοχή αυτή των Βαλκανίων.
Επίσης, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι το «Μακεδονία» και «Μακεδόνες» δεν αντιστοιχεί με το Ελλάδα και Έλληνες. Η μακεδονική διάσταση αποτελεί μέρος της ελληνικής ταυτότητας, κληρονομιάς και επικράτειας, όχι το σύνολο της όπως συμβαίνει με το γειτονικό λαό. Όπως είχε σωστά επισημάνει ο Σωτήρης Βαλντέν το 1994: «Για τη γειτονική χώρα, αποτελεί το βασικό προσδιοριστικό μιας εθνικής ταυτότητας. Συνεπώς, το ρητό που επικαλέσθηκαν επιφανείς Έλληνες διανοούμενοι «το όνομα μου είναι η ψυχή μου», ισχύει πολύ περισσότερο για τους γείτονες».
Επιπλέον, η ευθύνη της Ελλάδας για την κατάσταση αυτή, με την αρχική αδιάλλακτη στάση της που έβλαψε ανυπολόγιστα τη χώρα (ασφάλεια, οικονομία και γόητρο), είναι αδιαμφισβήτητη και βέβαια πασίγνωστη διεθνώς, σε συνδυασμό και με τη κατάπτυστη «ανίερη συμμαχία» με τον Μιλόσεβιτς. Ατοπήματα τέτοια διαμετρήματος συνήθως πληρώνονται και μάλιστα ακριβά.
Έτσι έρχομαι στο δια ταύτα. Υπάρχουν δύο λύσεις και δύο αντίστοιχες δημόσιες συγγνώμες.

Δύο λύσεις, δύο συγγνώμες

Μια πρώτη λύση είναι βέβαια η σύνθετη ονομασία, η οποία όμως θα πρέπει να είναι κυρίως της επιλογής της γείτονος, κάτι με το οποίο θα «μπορούσε να ζήσει», για να χρησιμοποιήσω τη γνωστή αγγλική έκφραση, αφού θα κληθεί να αλλάξει το όνομα που χρησιμοποιεί εδώ και τρίτα τέταρτα του αιώνα. Και εξυπακούεται απαράβατος όρος για όποια σύνθετη ονομασία θα πρέπει να είναι η συμπερίληψη του ονόματος «Μακεδονία», αυτό σημαίνει σύνθετη ονομασία που είναι και η επίσημη θέση της Ελλάδας από το 2000.
Μια δεύτερη λύση είναι η αποδοχή του ονόματος «Μακεδονία» και «Μακεδόνες» κατά προτίμηση στα σλαβομακεδονικά (Makedonija), μια και δεν πρόκειται γι’ αυτή καθαυτή την ελληνική ταυτότητα και κληρονομία, αλλά μόνο για μέρος της. Η αρχαία μακεδονική ταυτότητα είναι μία από τις ελληνικές κληρονομιές, και πάντως όχι σημαντικότερη από την τεράστια πολιτιστική προσφορά της Αθήνας και άλλων ελληνικών πόλεων-κρατών νοτίως του Αλιάκμονα και του Ολύμπου. Και αυτή η δεύτερη κληρονομιά είναι που αποτελεί την κύρια αρχαία ελληνική προσφορά στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολιτισμό. Το quid pro quo εδώ, για μια τυχόν γενναιόδωρη αποδοχή από πλευράς Αθήνας του σκέτο «Μακεδονία» ή Makedonija, είναι από πλευράς Σκοπίων η εγκατάλειψη μια για πάντα του σφετερισμού της κληρονομιάς της Αρχαίας Μακεδονίας.
Σε σχέση με την πρώτη λύση, η «μακεδονική» γενναιοδωρία στο να δεχθούν να αλλάξουν το όνομα τους μετά από επίσημη χρήση 75 ετών (δηλαδή από τρεις γενιές) θα είχε μεγαλύτερη απήχηση και θα βοηθούσε στην αποδοχή από το κοινό τους αν συνοδευόταν από συγγνώμη από την ελληνική πλευρά για την απαράδεκτη ελληνική στάση κατά την περίοδο 1991-1995, τα εμπάργκο που γονάτισαν τη γειτονική χώρα, τις ύβρεις, την αλαζονεία. Η ελληνική γενναιοδωρία στην περίπτωση της δεύτερης λύσης θα είχε μεγαλύτερη απήχηση και θα βοηθούσε στην αποδοχή από το ελληνικό κοινό, αν συνοδευόταν από ένα συγγνώμη από την άλλη πλευρά για τον ατυχή εξαρχαϊσμό που, αν μη τι άλλο, είναι και κιτς.




* Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ανάλυσης-Επίλυσης Συγκρούσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet