skoulariki

«[Η] γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας εκτείνεται δια μέσου τεσσάρων συνόρων. Στην Ελλάδα (51%), στη Βουλγαρία (9,5%), στην Αλβανία (0,5%), και στη Γιουγκοσλαβία (39%). Έτσι, η υιοθέτηση του μακεδονικού ονόματος για τη μελλοντική Δημοκρατία εμπεριέχει το καθαρό μήνυμα ότι η δικαιοδοσία της Δημοκρατίας εκτείνεται και στις μακεδονικές επαρχίες των γειτονικών κρατών». Αυτά έγραφε ο Αντώνης Σαμαράς, υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σε επιστολή του προς τους ομολόγους του στην ΕΕ, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 19921.
Πρόκειται για την επίσημη θέση της ελληνικής διπλωματίας, που παραδεχόταν ότι η γεωγραφική Μακεδονία εκτεινόταν πέραν των ελληνικών συνόρων, και αναφερόταν επί δεκαετίες στη «γιουγκοσλαβική» και «βουλγαρική» Μακεδονία. Άλλωστε, η Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913, η οποία κατοχύρωνε τη μοιρασιά των οθωμανικών εδαφών της Μακεδονίας μετά το πέρας των Βαλκανικών Πολέμων, έφερε την υπογραφή της Ελλάδας. Πώς φθάσαμε, λοιπόν, από αυτό το δεδομένο στο σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική»;
Ο πρέσβης Ευ. Κωφός, εμπειρογνώμονας του υπουργείου Εξωτερικών για τα βαλκανικά ζητήματα επί 35 χρόνια, έγραψε σε ένα κριτικό του κείμενο του 2003 πως για πολιτικούς λόγους, «η “δεσπόζουσα αντίληψη” στο δημόσιο επίπεδο αλλοίωσε πάγιες θέσεις δεκαετιών, που προβάλλονταν σε επίσημο επίπεδο»2. Πώς όμως προέκυψε αυτή η θέση, πριν γίνει κοινό κτήμα;

Πώς οδηγηθήκαμε στη «μία Μακεδονία»

Για να αναζητήσουμε την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, πρέπει να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των επίσημων τοποθετήσεων της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας την περίοδο κατά την οποία ενέκυψε το νέο μακεδονικό ζήτημα.
Οι πρώτες εντάσεις εμφανίστηκαν τον Ιούνιο του 1990, στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ) στην Κοπεγχάγη, όπου η γιουγκοσλαβική πλευρά επανέφερε το πάγιο αίτημα αναγνώρισης «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα. Στην απάντησή της η ελληνική πλευρά αναφέρθηκε στη «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και χρησιμοποίησε τον όρο «Σλαβομακεδόνες» για τους πρόσφυγες του Εμφυλίου3. Ως τα μέσα του 1991, η ελληνική διπλωματία συνέχιζε να θεωρεί το ζήτημα «ανύπαρκτο», αντιδρώντας κυρίως στις μειονοτικές διεκδικήσεις. Η κύρια πηγή ανησυχίας ήταν βεβαίως ο διαφαινόμενος κίνδυνος συγκρούσεων στα Βαλκάνια, λόγω της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας.
Το θέμα του ονόματος ήταν δευτερεύον: η Ελλάδα υποστήριζε ότι ο όρος Μακεδονία έχει γεωγραφική έννοια και αντιδρούσε στη «μονοπώληση» του από τη γειτονική Δημοκρατία, χωρίς όμως να διεκδικεί κάτι σαφώς. Στις 27 Αυγούστου 1991 ο Α. Σαμαράς παραδίδει ένα non paper του ελληνικού ΥΠΕΞ στους υπουργούς Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τον τίτλο: «Memorandum on Yugoslav Macedonia» (Υπόμνημα για τη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία). Το κείμενο χρησιμοποιεί τους όρους «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» και «Σλαβο-Μακεδόνες». Ένα μήνα πριν, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης, είχε αναφερθεί επίσης στη «Μακεδονία των Σκοπίων»4.
Η κλιμάκωση του ζητήματος αρχίζει εκείνη την περίοδο. Στη Βόρεια Ελλάδα, οι πρώτες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν από εθνικόφρονες πολιτικούς και τοπικούς παράγοντες, που δραστηριοποιούνταν χρόνια γύρω από το Μακεδονικό και είχαν επαφές με τις Παμμακεδονικές οργανώσεις ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλίας. Αυτοί όρισαν και το βασικό πυρήνα των θέσεων και των επιχειρημάτων που επικράτησαν τελικά στο δημόσιο χώρο.

Η υιοθέτηση της συντηρητικής γραμμής

Λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», στις 4 Σεπτεμβρίου 1991 ο υπουργός Εξωτερικών, Αντώνης Σαμαράς, ανακοίνωσε την αντίθεσή της Ελλάδας στην «αναγνώριση ανεξάρτητου κράτους, που θα έφερε το ιστορικό ελληνικό όνομα της Μακεδονίας». Ο ίδιος και ο εκπρόσωπος τύπου του ΥΠΕΞ χρησιμοποιούν όλο και πιο συγκινησιακά φορτισμένο λόγο.
Στις 16 Δεκεμβρίου 1991, ο Σαμαράς συνυπογράφει στις Βρυξέλλες τη δήλωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την αναγνώριση των γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών που επιθυμούν να ανεξαρτητοποιηθούν. Μεταξύ των τριών όρων που επέβαλε η Ελλάδα, αναφέρεται η μη χρήση «ονομασίας που συνεπάγεται εδαφικές διεκδικήσεις». Ως τις αρχές του νέου χρόνου, οι διατυπώσεις είναι αρκετά αόριστες και αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο σύνθετης ονομασίας.
Η απόρριψη κάθε ονομασίας που περιέχει τον όρο Μακεδονία και «όλα τα παράγωγά του» διατυπώθηκε στα τέλη Νοεμβρίου 1991 από τον Νίκο Μέρτζο5, δημοσιογράφο, παλαιόθεν δραστήριο στο ζήτημα του Μακεδονικού και σύμβουλο του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη. Τον Δεκέμβριο, οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ Στέλιος Παπαθεμελής (πρώην υπουργός Μακεδονίας - Θράκης) και Γιάννης Χαραλαμπόπουλος (πρώην υπουργός Εξωτερικών) υποστήριξαν με τη σειρά τους ότι η απόφαση των Βρυξελλών θα «αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια», μόνο αν «το όνομα Μακεδονία απαλειφθεί τελείως από τα Σκόπια»6.
Ο Παπαθεμελής αρθρογραφούσε ήδη τακτικά επί του θέματος και πρωτοστατούσε στην κινητοποίηση των «πατριωτικών» και εκκλησιαστικών δικτύων στη Θεσσαλονίκη, συναγωνιζόμενος τον Σ. Κούβελα της ΝΔ. Σε άρθρο του, λίγες μέρες αργότερα, κατήγγειλε τη χρήση του όρου Μακεδονία, με ή χωρίς «επιθετικό προσδιορισμό».
Ο Αντώνης Σαμαράς υιοθετεί αυτή τη γραμμή στις αρχές του 1992, «καβαλώντας το κύμα» της κινητοποίησης. Υποστηρίζει ενεργά το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης στις 14 Φεβρουαρίου 1992, στο οποίο εκφώνησαν λόγο ο δήμαρχος Ντίνος Κοσμόπουλος και ο μητροπολίτης Παντελεήμων. «Ο λαός της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης ζητά από τον υπουργό των Εξωτερικών να συνεχίσει αγωνιζόμενος και να μη δεχθεί την αναγνώριση του κράτους των Σκοπίων με όνομα ή ονομασία που θα περιλαμβάνει τη λέξη “Μακεδονία”», δηλώνει ο δήμαρχος, το κείμενο του οποίου είχε εγκριθεί από το ΥΠΕΞ.
Την επόμενη μέρα, ο υπουργός διανέμει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με τις φωτογραφίες του μαζικού συλλαλητηρίου στους ομολόγους του στις Βρυξέλλες, θέλοντας να υποδηλώσει πως η κυβέρνηση δεν μπορεί να υποχωρήσει μπροστά στη λαϊκή πίεση.

Η διγλωσσία

Τα ΜΜΕ μιλούν πλέον για «διγλωσσία» και διαφορά θέσεων μεταξύ πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών. Ο Μητσοτάκης δεν ομολογεί τη διαφωνία του με τη σκληρή γραμμή του Σαμαρά και άλλων αδιάλλακτων μέσα στη ΝΔ, αλλά είναι κοινό μυστικό πως θεωρεί ως μόνη ρεαλιστική λύση τη σύνθετη ονομασία. Οι αντιπολιτευτικές και οι φιλο-Σαμαρικές εφημερίδες τον κατηγορούν για «εθνική μειοδοσία». Η χώρα έχει μπει στη δίνη μιας ολοένα και διογκούμενης εθνικιστικής εκστρατείας «για την Ελληνικότητα της Μακεδονίας», που συμπαρασύρει ακόμα και τμήματα της αριστεράς.
Το κοινό ανακοινωθέν μετά τη Σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών στις 18 Φεβρουαρίου 1992 δεν αναφέρεται καθόλου στο όνομα, παρά μόνο στην επιδίωξη «χάραξη[ς] κοινής εθνικής στρατηγικής». Στη δεύτερη Σύσκεψη, στις 13 Απριλίου 1992, ο Σαμαράς καταθέτει τις προτάσεις του, η πρώτη των οποίων αναφέρει: «το όνομα της Μακεδονίας είναι αδιαπραγμάτευτο υπό οιανδήποτε μορφή». Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης αποπέμπει τον Σαμαρά, αλλά, υπό την πίεση και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Α. Παπανδρέου, το κοινό ανακοινωθέν δηλώνει, ως «αυτονόητη διευκρίνιση», ότι «στο όνομα του κράτους αυτού δεν θα υπάρχει η λέξη Μακεδονία». Μόνο το ΚΚΕ διαφοροποιείται. Συνέπεια της απόφασης αυτής ήταν η Ελλάδα να απορρίψει μια σειρά προτάσεων σύνθετης ονομασίας που πρότειναν διεθνείς μεσολαβητές (πακέτο Πινέιρο, πρόταση Βανς-Όουεν κ.λ.π.).

Ώρα απεγκλωβισμού

Στο εξής, το ζήτημα του ονόματος επισκιάζει κάθε άλλη πλευρά του Μακεδονικού, ενώ η μειονοτική διάσταση αποσιωπάται πλήρως. Ήδη από τα τέλη του 1991 παρατηρείται ευθυγράμμιση της πολιτικής ηγεσίας και των δημοσιογράφων (με ελάχιστες εξαιρέσεις στην αριστερά) στη χρήση του ονόματος «Δημοκρατία των Σκοπίων», «Σκόπια» και «Σκοπιανοί».
Η λεγόμενη «πανστρατιά για τη Μακεδονία» και η επίκληση της «εθνικής ομοφωνίας» οδήγησε σε καταγγελίες και διώξεις έναντι όσων εξέφραζαν «μη εθνικά αποδεκτές» απόψεις. Η ελευθερία της έκφρασης κλονίστηκε και οι εκπρόσωποι της άκρας δεξιάς βγήκαν από το περιθώριο, αποδεκτοί πλέον ως «ειδικοί επί των εθνικών θεμάτων». Η ελληνική εξωτερική πολιτική μπήκε σε μια ατραπό πλειοδοσίας που οδήγησε σε αδιέξοδο. Σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, είναι καιρός να απεγκλωβιστούμε.

Αθηνά Σκουλαρίκη, λέκτορας του Τμήματος
Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Σημειώσεις:
1. Παρατίθεται στο Γ. Βαληνάκης, Σ. Ντάλης, Το ζήτημα των Σκοπίων. Επίσημα κείμενα 1990-1996, Αθήνα, Σιδέρης, 1996, σελ. 80.
2. Κωφός, 2003, σελ. 161-163.
3. Η ελληνική παρέμβαση στη ΔΑΣΕ για το «Μακεδονικό ζήτημα», στο Βαλυνάκης, Ντάλης, όπ.π., σελ. 23-31.
4. Ταχυδρόμος, 22 Αυγούστου 1991.
5. Ν. Μέρτζος, «Γιατί ο διάλογος με τα Σκόπια;», Ελληνικός Βορράς, 24 Νοεμβρίου 1991.
6. Μακεδονία, 18 Δεκεμβρίου 1991.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet