georgoulas

Του Αντώνη Λιάκου

Η πρότασή μου είναι πώς οι αιτίες για την ανάπτυξη του εθνικισμού στην Ελλάδα θα πρέπει να αναζητηθούν στις γενικές αιτίες έξαρσης των εθνικισμών την εποχή αυτή και στον τρόπο που αυτές οι αιτίες εξειδικεύτηκαν ή συναρθρώθηκαν με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας κατά τη μεταπολιτευτική εποχή που έκλεισε.

Στο πλαίσιο των εθνικών συλλογικοτήτων

Ένας τρόπος για να καταλάβουμε την έξαρση των εθνικισμών είναι να την τοποθετήσουμε μέσα στο πλαίσιο ενός διεθνούς αναπροσδιορισμού των εθνικών/πολιτισμικών ταυτοτήτων, και επομένως των εθνικών συλλογικοτήτων, που φαίνεται να συμβαίνει στις μέρες μας. Στη συνέχεια να συσχετίσουμε αυτές τις αλλαγές με τις μεγάλες ανακατανομές των οικονομικών δραστηριοτήτων που συμβαίνουν σε διεθνές πεδίο ή στο εσωτερικό των εθνικών κοινωνιών.
Ο όρος εθνικοπολιτισμικές διαφοροποιήσεις χρησιμοποιείται για την περιγραφή αλλαγών που μπορούν να συμβούν σε μια μεγάλη κλίμακα ταυτοτήτων, εθνικών, φυλετικών, γλωσσικών,θρησκευτικών, των μειονοτήτων, των μεταναστευτικών ομάδων κ.λ.π. Στο σύγχρονο κόσμο υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία, επικαλύψεις και συνδυασμοί αυτών των ταυτοτήτων που συχνά βρίσκονται σε μετάβαση από μια ιδιότητα στην άλλη. Άλλωστε, η εθνική ταυτότητα αποτελεί διαδικασία που εξελίσσεται: λανθάνει, αφυπνίζεται και υπόκειται σε συνεχή επαναπροσδιορισμό – άλλοτε με ταχύτερους και άλλοτε με βραδύτερους ρυθμούς. Τα στοιχεία, επίσης, του εθνικού ρεπερτορίου, γύρω από τα οποία η εθνική ταυτότητα σχηματίζεται, δεν είναι σταθερά, αλλά διαφέρουν κατά εποχές. Η εθνική ταυτότητα δεν αποτελεί σταθερή ουσία των ανθρώπων που την αποκτούν αυθόρμητα. Ο όρος οικονομικές δραστηριότητες αφορά επίσης μια κλίμακα δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει την κατανομή και ανακατανομή της εργασίας, των πόρων, των επιπέδων διαβίωσης, κοινωνικής πολιτικής και κοινωνικών ισορροπιών. Η λογική των ανακατανομών δεν εξαρτάται μόνο από μηχανισμούς οικονομικούς, αλλά και από πολιτισμικούς και εθνικές διαφορές.

Τέσσερις παράμετροι

Πρόκειται για δύο όρους των οποίων η γενικότητα είναι απαραίτητη προκειμένου να προχωρήσει κανείς σε ένα επίπεδο αφαίρεσης, όπου είναι δυνατόν να συναθροισθούν διαδικασίες που συμβαίνουν σε διεθνή κλίμακα, προκειμένου να μελετηθούν ως φαινόμενο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το πεδίο λοιπόν όπου συσχετίζονται οι αναδιατάξεις των οικονομικών δραστηριοτήτων, των κοινωνικών ισορροπιών και των εθνικοπολιτισμικών ταυτοτήτων ορίζεται από τέσσερις παραμέτρους.

Α. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού

Το γεγονός έχει δύο όψεις. Πρόκειται αφ’ ενός για την κατάρρευση ενός κοινωνικού συστήματος, και επομένως για την αλλαγή των κοινωνικών ισορροπιών σε παγκόσμια κλίμακα, και αφ’ ετέρου για την κατάρρευση ενός κρατικού συστήματος σε έκταση που αρχίζει από τα Βόρεια σύνορά μας και τελειώνει στον Βερίγγειο πορθμό. Σ’ αυτή την αχανή ζώνη αναπροσδιορίζονται όχι μόνο οικονομικές δραστηριότητες, αλλά εθνικές υποστάσεις, κρατικές αποκρυσταλλώσεις κ.λπ. Σε συνθήκες απουσίας νομιμοποίησης μιας νέας πολιτικής τάξης, διαμάχης για τους πόρους και προσδοκίας μιας νέας θέσης στη διεθνή ανακατανομή εργασίας, η αναδίπλωση γύρω από την εθνική συλλογικότητας αποτελεί το μοναδικό σχεδόν στοιχείο συσπείρωσης.
Οι αλλαγές που συνέβησαν σε όλη αυτή τη ζώνη συνοδεύτηκαν και προκάλεσαν εκτεταμένους αναπροσδιορισμούς των συλλογικών ταυτοτήτων με εθνικές, θρησκευτικές, κ.α. παραμέτρους. Ο εθνικισμός έγινε (σύμφωνα με τον Χόμπσμπαουμ) η εύληπτη ταυτότητα που αντικατέστησε, σε μια στιγμή πολιτικού κενού, τις συνθετότερες ταυτότητες του πολίτη ενός πολυεθνικού και – στις αρχικές του προθέσεις- μεταεθνικού κράτους. Ταυτόχρονα ο κρατικός αποχωρισμός, όσο αντιοικονομικός και αντιρεαλιστικός και αν φαίνεται, θεωρήθηκε ως το απαραίτητο διαβατήριο προς τον κόσμο της Δύσης. Ο εθνικισμός έτσι έγινε συνώνυμος της ελευθερίας και της ευημερίας, αλλά την ίδια στιγμή υπεύθυνος για τη στέρηση της ελευθερίας στους αλλοεθνείς που ζούσαν αναμειγμένοι με τις πλειοψηφούσες εθνότητες. Υπεύθυνος πολέμου.
Γεγονότα όμως παρόμοιας κλίμακας μεταβάλλουν τις ισορροπίες και τη σύσταση όχι μόνο των περιοχών που αφορούν άμεσα, αλλά και του κοσμοσυστήματος. Προπαντός η χοάνη αυτή τείνει να τραβήξει στην  περιδίνησή της και τις παρόχθιες χώρες. Η Ελλάδα είναι μία από αυτές. Υπάρχει όμως και άλλη συνέπεια της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αν η Αριστερά ως ιδεολογία στην ιδεοτυπική της διάσταση- κατόρθωσε για πρώτη φορά να συνδυάσει το Λόγο με τις μάζες, η κατάρρευση σημαίνει το διαζύγιο Λόγου και μαζών, οποιαδήποτε παθολογία και αν είχε ο γάμος τους. Σημαίνει την επιστροφή των μαζών σε ιδεολογίες προστατευτισμού, δηλαδή λαϊκισμού, και σε συλλογικές συνειδήσεις όπου το συνεκτικό στοιχείο δεν είναι πλέον η κοινωνική θέση αλλά η εθνικότητα και η θρησκεία. Η επίδραση του ισλαμικού φονταμενταλισμού στα λαϊκά και εξαθλιωμένα στρώματα των αραβικών χωρών (το Ιράν πριν από λίγα χρόνια, η Αλγερία πρόσφατα) αποτελεί ένα από τα παραδείγματα αυτής της διάζευξης.

Β. Ο αναπτυγμένος Βορράς και ο φτωχός Νότος

Η πολλαπλή ανακατανομή οικονομικών δραστηριοτήτων και επιπέδων ευημερίας ανάμεσα στον αναπτυγμένο Βορρά και στο φτωχό Νότο. Στην ήδη μεγάλη συζήτηση θα τονίζω ένα σημείο μόνο. Η διεύρυνση των ανισοτήτων και η αποτυχία των προγραμμάτων εκβιομηχάνισης και αγροτικής ανάπτυξης στο Νότο – όπως σχηματικά αποκαλούμε πλήθος χωρών, στις οποίες όμως τώρα πρέπει να υπαχθεί και η πρώην σοβιετική Ανατολή- προκαλεί ένα συνεχώς διευρυνόμενο κύμα μεταναστών που πολιορκεί τα κέντρα της ευημερίας όπως οι στρατιές των πεινασμένων του Μεσαίωνα τα τείχη των πόλεων. Αλλά στα εύρωστα οικονομικά κέντρα η οικονομία δεν αναπτύσσεται τώρα όπως η κλασσική βιομηχανία τον περασμένο αιώνα, ενσωματώνοντας τους φτωχούς μετανάστες. Συμβαίνει μάλιστα το αντίθετο. Η ανακατανομή της εργασίας σε διεθνή κλίμακα απωθεί την κλασσική βιομηχανία σε νέα κέντρα φτηνής εργασίας της περιφέρειας, όπως στη Βορειοανατολική Ασία, αποβιομηχανοποιώντας μεγάλες περιοχές του αναπτυγμένου κόσμου και αποειδικεύοντας μεγάλα τμήματα της χειρωνακτικής εργατικής τάξης. Ο ανταγωνισμός επομένως ανάμεσα στους νέους ή παλιούς μετανάστες και στους ντόπιους πληθυσμούς γίνεται γύρω από τα κατώτερα επαγγέλματα ή από κοινωνικά επιδόματα και αφορά κατά βάση πληθυσμούς με οικονομική ανασφάλεια. Τα αισθήματα ξενοφοβίας επομένως των λευκών εύκολα υπεραναπληρώνονται εξ αντιδράσεως, από την αναδίπλωση των έγχρωμων μεταναστών στα σκληρά κι αδιάλλακτα στοιχεία της ταυτότητας τους, κατά βάση δηλαδή στην εθνική και θρησκευτική περιχαράκωση και, γενικότερα, στον πολιτισμικό απομονωτισμό. Οι μεγάλες δυτικές μητροπόλεις ζουν εδώ και χρόνια σε κατάσταση ψυχρού φυλετικού πολέμου.

Γ. Η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι μια παράμετρος χωρίς τα αντίστοιχα δραματικά χαρακτηριστικά (έως τώρα). Δημιουργώντας μια ομπρέλα ασφάλειας και διαχείρισης των μεγάλων προβλημάτων, ενθαρρύνει εθνικοπολιτισμικές ομάδες εντός των ευρωπαϊκών εθνών να αναζητήσουν τη θυσιασμένη στην εθνική συγκρότηση ιδιαίτερη γλώσσα και κουλτούρα τους, να ανασυγκροτήσουν την ταυτότητά τους και να διεκδικήσουν πολιτική αυτονομία. Πρόκειται για το φαινόμενο του regionalismo, το οποίο άλλωστε ενθαρρύνεται και από την κεντρική γραφειοκρατία της κοινότητας ως αντίβαρο στις αντιδράσεις των εθνικών γραφειοκρατιών. Από την άλλη μεριά όμως, ο συγκεκριμένος τρόπος οικοδόμησης της ενιαίας Ευρώπης πάνω σε μονεταριστικές και νεοφιλελεύθερες βάσεις προκαλεί αντιδράσεις που εκκινούν από εθνικές ιδιαιτερότητες, κυρίως σε χώρες με σημαντική απόκλιση από τον μέσο όρο, αλλά και εκτρέφουν διαλυτικές της εθνικής συνοχής τάσεις (Σκωτία, Βόρεια Ιταλία).

Δ. Η κρίση της κοινωνικής πολιτικής και των κοινωνικών δικαιωμάτων

Όπως είναι γνωστό, το εθνικό κράτος στηρίχτηκε πάνω σε τρεις κατηγορίες δικαιωμάτων. Τα αστικά δικαιώματα, τα οποία ακολουθήθηκαν από τα πολιτικά δικαιώματα. Τα τελευταία όμως, για να λειτουργήσουν, όφειλαν να εξασφαλίσουν τη συνοχή της κοινωνίας. Έπρεπε, κατά συνέπεια, να συμπληρωθούν με τα κοινωνικά δικαιώματα. Όπου τα τελευταία δεν αναπτύχθηκαν, ήσαν επίσης περιορισμένα και τα πολιτικά δικαιώματα. Η κρίση του κράτους πρόνοιας, ο περιορισμός των κοινωνικών προγραμμάτων αναιρεί σε μεγάλο βαθμό τα κοινωνικά δικαιώματα, γεγονός που διαρρηγνύει την έννοια του πολίτη και απωθεί μια κατηγορία πληθυσμού πέρα από την κοινότητα των πολιτών, έξω από το πολιτικό σύστημα. Υπονομεύει επομένως την έννοια της εθνικής ενότητας. Αντίστροφα, οι κοινωνικές ομάδες (κυρίως έγχρωμοι, μετανάστες και άλλες μειονότητες) οι οποίες διεκδικούν κοινωνικά δικαιώματα είναι υποχρεωμένες να το κάνουν διεκδικώντας επίσης μια θέση στην αντίληψη περί έθνους, ζητώντας δηλαδή να συμπεριληφθεί και η δική τους ταυτότητα, η δική τους ιστορία, στην κυρίαρχη εθνική ταυτότητα.

Η περίπτωση των Βαλκανίων

Οι παράμετροι των μεταβολών στις οικονομικές δραστηριότητες και στις εθνικό-πολιτισμικές ταυτότητες, στις οποίες αναφερθήκαμε έως τώρα, αφορούν και την περίπτωση των Βαλκανίων. Τα Βαλκάνια αποτελούν μέρος αυτής της κεντροανατολικής ζώνης από τη Βαλτική έως το Αιγαίο, στην οποία η συγκρότηση μεγάλων εθνικών κρατών καθυστέρησε επί αιώνες συγκριτικά με τη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη. Μετά τη διάλυση των μεγάλων αυτοκρατοριών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή αυτή ταλαντεύεται ανάμεσα στον κατακερματισμό και στη συνομάδωσή της. Τον κατακερματισμό του Μεσοπολέμου τον αντικατέστησε η συνομάδωση της περιοχής από τους ναζί, από τη δεκαετία του 1930 οικονομικά και έως το 1945 πολιτικά και στρατιωτικά. Η συνομάδωση, ως τάση, συνεχίστηκε από τους Σοβιετικούς, στα 1945 -1989, με την εξαίρεση της Ελλάδας και την ιδιομορφία της Γιουγκοσλαβίας. Μετά από το 1989 επανερχόμαστε σε φάση κατακερματισμού. Φαίνεται όμως ότι ο κατακερματισμός αυτός δεν οφείλεται μόνο στην κατάρρευση της ηγεμονεύουσας δύναμης, αλλά και στην αδυναμία κοινωνικής και οικονομικής ομογενοποίησης και συσσωμάτωσης των χωρών αυτών, κυρίως στο εσωτερικό τους. Η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας και η υπερχρέωση των χωρών αυτών ενίσχυσε τις διαλυτικές τάσεις πριν ακόμη από την κατάρρευση του προηγούμενου πολιτικού καθεστώτος. Τα ωστικά κύματα της έκρηξης δεν μπορούσαν να διοχετευθούν παρά μέσα από τα υπόγεια εθνικά τούνελ και να ανατινάξουν τις κρατικές επιφάνειες. Αν η διαδικασία αυτή θα ήταν ειρηνική, όπως στην Τσεχοσλοβακία, ή βίαιη, όπως στη Γιουγκοσλαβία, είναι συνάρτηση όχι μόνο της πολιτικής κουλτούρας της κυρίαρχης εθνότητας αλλά και της ασάφειας του εδαφικού διαχωρισμού και της απελπισίας των αντίστοιχων εθνικών κοινοτήτων. Ειδικά για την περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας ας μην ξεχνούμε πως το εισόδημα της βορειότερης δημοκρατίας ήταν έξι φορές μεγαλύτερο από εκείνο της νοτιότερης. Υπήρξε δηλαδή αποτυχία ενσωμάτωσης, η οποία, όταν η οικονομική κρίση έθεσε σε δοκιμασία το οικονομικό σύστημα κατανομής εργασίας και πόρων, οδήγησε σε χωριστικές κινήσεις. Οι εθνικισμοί όμως δεν ανέκυψαν μόνο από τις κεντρόφυγες δυνάμεις, αλλά χρησιμοποιήθηκαν ως αντίδοτο ή ως αντιστάθμισμα στην κοινωνική αναταραχή που προκάλεσε κατά τη διάρκεια των οικονομικών μεταρρυθμίσεων η μονεταριστική πολιτική του Βελιγραδίου.
Σε ολόκληρη την περιοχή αυτή (αλλά και ευρύτερα στην άγνωστή μας πέρα του Βιστούλα και του Δνείπερου εθνολογική περιοχή) οι νέες αιτίες που προκαλούν αναδιατάξεις των εθνικών ταυτοτήτων και των οικονομικών δραστηριοτήτων ενεργοποιούν παλαιά άλυτα προβλήματα, παλαιές κληρονομιές, γιατί η γεωγραφική κατανομή των πληθυσμών δεν συμπίπτει με τα όρια των εθνικών κρατών.
Αν τα εθνικά κράτη της Βαλκανικής άρχισαν να δημιουργούνται από την περιφέρειά της και να επεκτείνονται προς το κέντρο της εθνικοποιώντας και ενσωματώνοντας πληθυσμούς, απέμειναν περιοχές στις οποίες η εθνική ομοιογένεια δεν επετεύχθη, είτε ο πληθυσμός δεν έδειξε διάθεση να ενταχθεί σε κάποιο από τα εθνικά κράτη που τον περιέβαλλαν. Κι εδώ πρέπει να συζητήσουμε ένα άλλο ζήτημα, υπεύθυνο για πολλές παρεξηγήσεις.

Πότε συγκροτούνται τα έθνη;

Για όσους έχουν διαβάσει την Παλαιά Διαθήκη είναι σαφές ότι η δημιουργία των εθνών ήταν η τιμωρία του Θεού στην υπεροψία των ανθρώπων που την εκδήλωσαν χτίζοντας τον Πύργο της Βαβέλ. Αν εκλάβουμε την ιστορία αυτή ως μεταφορά, περιέχει τρεις χρήσιμες ιδέες. Η πρώτη: Τα έθνη δεν κατάγονται εκ Θεού, επομένως υπάρχει μια χρονική στιγμή που κάποιοι πληθυσμοί συγκροτούνται μια χρονική στιγμή όπου κάποιοι πληθυσμοί συγκροτούνται σε έθνος. Η δεύτερη: Η μετάβαση από τον λαό του Θεού, δηλαδή από τη θρησκευτική οικουμένη, στην εθνική κοινότητα. Η τρίτη: Η πολλαπλή σύνδεση έθνους και υπεροψίας.
Πότε λοιπόν συγκροτούνται τα έθνη; Φυσικά ο όρος έθνος της Παλαιάς Διαθήκης είναι διαφορετικός από τη σύγχρονη σημασία του. Αν λοιπόν εξετάσουμε τον κατάλογο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, θα διαπιστώσουμε πως η συντριπτική πλειοψηφία των εθνών που τον αποτελούν συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια του 19ου και ιδίως κατά τον 20ό αιώνα. Από δω μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι για την ύπαρξη ενός έθνους δεν μπορούν να αποφανθούν οι χάρτες προηγούμενων αιώνων, ούτε οι Γραφές, ούτε ακόμα οι αρχαιολογικοί τάφοι, ούτε οι γλωσσολόγοι. Αρκεί να αποφανθούν υπό συνθήκες ελευθερίας οι πληθυσμοί που ισχυρίζονται ότι αποτελούν έθνος πως επιθυμούν να ζουν μαζί ως έθνος. Το έθνος είναι ένα «καθημερινό δημοψήφισμα», όπως έλεγε ο Ρενάν, ή μία «κατά φαντασία κοινότητα», σύμφωνα με την εξαίρετη μελέτη του Μπένεντικτ Άντερσον.
Με αυτά στο νου, ας έλθουμε στη Μακεδονία υπό τους Οθωμανούς, μερικές δεκαετίες πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Υπάρχουν συγκροτημένα εθνικά κράτη στην περιφέρειά της και πληθυσμοί εντός της Μακεδονίας που ταυτίζονται με αυτά. Υπάρχουν όμως και πληθυσμοί που δεν ταυτίζονται με κανένα από τα γύρω έθνη. Μερικοί προσεγγίζουν το ένα, άλλοι το άλλο, αλλά διαπιστώνουν τις διαφορές τους και δεν ταυτίζονται. Έχουν θρησκευτική συνείδηση, ανήκουν στο Πατριαρχείο ή καλύτερα στην ενορία του χωριού. Ξεχωρίζουν από τους Εβραίους, ξεχωρίζουν από τους μουσουλμάνους, από τους Αρμένηδες αλλά είναι αμήχανοι ανάμεσα στους ομόδοξους Βούλγαρους, στους πατριαρχικούς Έλληνες, στους Σέρβους. Δεν έχουν ακόμα εθνική συνείδηση, άλλωστε η εθνική συνείδηση δεν γεννιέται μαζί με τους ανθρώπους αλλά αποκτιέται μέσα από μια ιστορική διαδικασία. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να αποκρυσταλλώσουν τις διαφορές τους με τους γύρω τους και να τις συναρθρώσουν σε μια εθνική ταυτότητα. Από κει και πέρα τα άλλα θα ακολουθήσουν γιατί η συνταγή έχει χρησιμοποιηθεί και είναι γνωστή. Θα ανακαλύψουν ένδοξους προγόνους, θα ανακαλύψουν τα δημοτικά τους τραγούδια και τον λαϊκό τους πολιτισμό, θα οικειοποιηθούν μνημεία, τοπωνύμια και ό,τι άλλο βρίσκεται στην προσδοκώμενη επικράτειά τους, θα επέμβουν αποκαθαίροντας τη γλώσσα τους. Η δημιουργία κάθε έθνους απαιτεί μια κατασκευή από στοιχεία κληρονομημένα αλλά ανασημασιοδοτημένα. Το κράτος παράγει εθνική συνείδηση και δημιουργεί το έθνος με τη σύγχρονη σημασία του. Αυτό δεν αφορά μόνο τα νεότευκτα έθνη. Μετά την ενοποίηση της Ιταλίας ο Massimo d’ Azeglio έλεγε: «Φτιάξαμε έως τώρα την Ιταλία. Καιρός να φτιάξουμε και Ιταλούς». Οι Έλληνες δεν αποτελούν εξαίρεση από αυτή τη διαδικασία εθνοποίησης, παρά τις ασφαλώς διαφορετικές συνθήκες μέσα από τις οποίες το νεοελληνικό έθνος συγκροτήθηκε.

Η ελληνική στάση

Από όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι η επίσημη ελληνική στάση στο Μακεδονικό δεν πήρε υπόψη τις αλλαγές που έχουν συμβεί στον τρόπο αντίληψης και νομιμότητας του έθνους τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά έμεινε προσκολλημένη στην εθνική ρητορεία του 19ου αιώνα. Η έλλειψη ανταπόκρισης επομένως στο εξωτερικό, για την οποία παραπονιόμαστε, δεν οφείλεται μόνο σε κακές προθέσεις ούτε στο γεγονός ότι η προπαγάνδα των αντιπάλων μας βρήκε ευνοϊκότερο έδαφος. Όσοι δεν μας καταλαβαίνουν δεν είναι σώνει και καλά ανθέλληνες ή κουτόφραγκοι. Διαφέρει το σύγχρονο εννοιολογικό πλαίσιο από εκείνο μέσα στο οποίο τους προτείνουμε να αντιληφθούν τα προβλήματα εθνικής φύσεως που μας αφορούν.
Αλλά το σημαντικότερο μειονέκτημα της επίσημης στάσης είναι το εξής: από τα μεγάλα ζητήματα που προκύπτουν από τη διάλυση ενός όμορου κράτους, τα οποία προκαλούν οδυνηρές αναφλέξεις, έμεινε προσκολλημένη σε ένα, και όχι το σημαντικότερο. Άφησε κυριολεκτικά τα δένδρα, πέραν των συνόρων, να της κρύψουν το δάσος.
Τι μπορείς να δεις όμως εξαρτάται από το ύψος σου. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση το ζήτημα δεν είναι η πολιτική οξυδέρκεια, αλλά η συρρίκνωση της διεθνούς θέσης και σημασίας της χώρας μετά από τις μεταβολές της τελευταίας τριετίας. Ο ανανεωμένος ηγετικός ρόλος της Ελλάδας στον βαλκανικό χώρο, όπως υποστηρίζεται από μια ευρωπαιοκεντρική τάση – εναλλακτική στην επίσημη πολιτική – βασίζεται στην υπόθεση της επανάληψης του ηγετικού ρόλου που έπαιξαν οι Έλληνες στον βαλκανικό χώρο τον 18ο και στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Στην εποχή εκείνη όμως οι Έλληνες αποτελούσαν ένα έθνος διασποράς που κατείχε στον καταμερισμό των οικονομικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων της περιοχής μια δεσπόζουσα θέση, την οποία έχασε σταδιακά από τις αρχές του 19ου αιώνα, τόσο από τη σύσφιξη των δεσμών της περιοχής κατευθείαν με τα μεγάλα οικονομικά και πολιτισμικά κέντρα όσο και από την ανάδειξη αντίστοιχων ηγετικών τάξεων στο εσωτερική των βαλκανικών εθνών. Ακόμη η Ελλάδα έχασε το συγκριτικό της πλεονέκτημα ως περιφερειακή δύναμη ανάσχεσης της κομμουνιστικής επιρροής στη Μεσόγειο. Ίσως λοιπόν το οπτικό πεδίο της πολιτικής μας να μην μπορεί πράγματι να εκταθεί πέραν ορισμένων χιλιομέτρων από τα σύνορά μας.
Η κατάρρευση του κοινωνικού και κρατικού συστήματος της ευρύτερης νοτιοανατολικής ευρωπαϊκής ζώνης επηρεάζει την Ελλάδα όχι μόνο από την πλευρά της διεθνούς θέσης της χώρας. Αν με το άνοιγμα των ανατολικοευρωπαϊκών και βαλκανικών αγορών και τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας τους πρόκειται να αποκατασταθεί η ενότητα του οικονομικού χώρου, τότε το βιοτικό επίπεδο της Ελλάδας δεν μπορεί να παραμένει επί πολύ σημαντικά ανώτερο από εκείνο των άλλων ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Η οικονομική δομή της περιοχής, σε μια προοπτική ομαλοποίησης, επιβάλλει αν όχι την ισοπέδωση, πάντως μια εξομοίωση του κόστους εργασίας, πράγμα που σημαίνει καθοδική πορεία του επιπέδου διαβίωσης στην Ελλάδα. (Κάπως έτσι δεν ήταν και οι οικονομικές ισορροπίες στον Μεσοπόλεμο;). Από την άποψη αυτή τα διαδοχικά οικονομικά σοκ στην ελληνική κοινωνία, σε μια ιστορική προοπτική, ίσως αποδειχτούν ότι δεν αποτελούν προϋποθέσεις για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αλλά προσαρμογές στη βαλκανική ενιαιοποίηση του οικονομικού χώρου. Δεν είναι εύκολο να διαφύγει κανείς για μεγάλο διάστημα από τους γεωγραφικούς επι-καθορισμούς.



* Εκτενές απόσπασμα από το κείμενο του Α. Λιάκου που περιλήφθηκε στο συλλογικό τόμο των Α. Λιάκου, Α. Ελεφάντη, Α. Μανιτάκη και Δ. Παπαδημητρόπουλου, «Ο Ιανός του εθνικισμού και η ελληνική βαλκανική πολιτική», εκδόσεις «Ο Πολίτης» (1993).
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet