Macedonians dressed as phalanges walk next to the bronze statue of Alexander the Great in Skopje September 8, 2011. Tens of thousands of Macedonians took to the streets on Thursday to mark 20 years of independence in a celebration loaded with national pride but stirring controversy at home and abroad.      REUTERS/Ognen Teofilovski   (MACEDONIA - Tags: ANNIVERSARY SOCIETY POLITICS)

Του Κύρκου Δοξιάδη

Οταν κάποιο κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο επαναλαμβάνεται στην ίδια χώρα μετά από πολλά χρόνια, πριν βιαστούμε να το χαρακτηρίσουμε «φάρσα» ή «τραγωδία»,  ίσως καλύτερα θα ήταν να αναλογιστούμε αν έχουμε να μάθουμε κάτι από την επανεμφάνισή του. Η ορμητική επανάκαμψη του Μακεδονικού ζητήματος με επίκεντρο την ονομασία της γειτονικής χώρας μετά από περίπου ένα τέταρτο του αιώνα όντως κάτι μας διδάσκει. Πρώτα απ’ όλα, ότι πιθανότατα δεν πρόκειται για κάτι που είχε πλήρως εξαφανιστεί και τώρα νεκραναστήθηκε, αλλά για κάτι που ουδέποτε είχε σταματήσει να υφίσταται ως ζήτημα – απλώς, όλο αυτό το διάστημα ευρίσκετο «εν υπνώσει». Και προφανώς δεν αναφέρομαι μόνο στην καθαρά νομικο-τεχνική πλευρά του ζητήματος – ότι δηλαδή όντως δεν είχε επισήμως επιλυθεί σε διεθνές επίπεδο το θέμα της ονομασίας.
Πρόκειται για ένα ζήτημα που είχε ξεκινήσει με σχεδόν αποκλειστική ευθύνη της ελληνικής πλευράς, η (αρχική) εξωφρενική αδιαλλαξία της οποίας είναι σε τεράστιο βαθμό υπεύθυνη ακόμη και για τις εθνικιστικές φωνές και συμπεριφορές που ενισχύθηκαν και για κάποιο διάστημα επικράτησαν στην απέναντι πλευρά. Επί πλέον, πρόκειται για πρόβλημα του οποίου οι αληθινές αντικειμενικές διαστάσεις (η πραγματική απειλή που υφίσταται για την ελληνική εδαφική ακεραιότητα ή/και εθνική κυριαρχία) είναι απειροελάχιστες σε σχέση με τις διαστάσεις που έχει προσλάβει ως ιδεολογικό ζήτημα. Τούτο το τελευταίο εκδηλώνεται και στον κατά μέγα μέρος θεατρικό χαρακτήρα του δημόσιου λόγου, που για μία ακόμη φορά κατακλύζεται από το εν λόγω ζήτημα. Ακούγοντας κάποιους πολιτικούς να μιλάνε, έχει κανείς την αίσθηση πως όντως ασκούν την υποκριτική τους δεινότητα – με άλλα λόγια, πως δεν πολυπιστεύουν τα όσα λένε, ακόμη και οι πιο «μετριοπαθείς» εξ αυτών.

Τρία πλεονεκτήματα της «μακεδονολογίας»

Το ερώτημα λοιπόν είναι: Γιατί επιμένει τόσο πολύ να υφίσταται ένα ζήτημα που στο εσωτερικό μόνο αμηχανία προξενεί στις περισσότερες πολιτικές δυνάμεις, και στο εξωτερικό μας έχει εκθέσει και απομονώσει ανεπανόρθωτα στο παρελθόν, με κίνδυνο να συμβεί το ίδιο και στο παρόν; Ας μην το κακολογούμε όμως μόνο το «σύγχρονο Μακεδονικό ζήτημα», έχει και τα πλεονεκτήματά του. Ως ιδεολογικός και προπαγανδιστικός λόγος, διαθέτει τρία (τουλάχιστον) ατού.
Πρώτον, οι αναφορές του έχουν «βαθιές ρίζες» στην ιστορία της συγκρότησης του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Οι αγώνες για τη Μακεδονία ήταν το τελευταίο μεγάλο ηρωικό κεφάλαιο στην εν λόγω ιστορία πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή και τη συνθήκη της Λωζάννης. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα εγχειρίδια της ιστορίας, δεν είναι άνευ σημασίας ότι τουλάχιστον και η δική μου γενιά μεγάλωσε διαβάζοντας τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα – κορυφαίο εκ των οποίων ήταν τα «Μυστικά του βάλτου». Μπορεί ο όρος «μακεδονομάχος» να χρησιμοποιείται πλέον ειρωνικά κατά μέγα μέρος από αντι-εθνικιστικούς κύκλους ή «μετριοπαθείς» δυνάμεις, η γοητεία όμως η οποία εξακολουθεί να ασκεί η μορφή του Παύλου Μελά σε κάποιον κόσμο δεν είναι αμελητέα.
Δεύτερον, το επίμαχο «διακύβευμα», ήτοι η αποκλειστικότητα της κληρονομιάς της Μακεδονίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είναι όντως ό,τι πιο ελκυστικό ως εθνικιστικό ιδεολόγημα. Τα νεοτερικά έθνη-κράτη χτίστηκαν πάνω στη διάλυση των αυτοκρατοριών, αλλά πολλά εξ αυτών εξακολουθούν να τροφοδοτούν το ιδεολογικό τους οπλοστάσιο με το «όνειρο του κοιμωμένου αυτοκράτορα». Τι πιο ζωογόνο λοιπόν για τον ελληνικό εθνικισμό από την αφήγηση που καταξιώνει τη σύγχρονη Ελλάδα ως τον γνήσιο απόγονο της πιο ένδοξης αυτοκρατορίας στην παγκόσμια ιστορία.
Και φτάνουμε στο τρίτο και ίσως το σημαντικότερο πλεονέκτημα της «μακεδονολογίας», που δεν έχει να κάνει τόσο με τον ίδιο τον λόγο περί Μακεδονίας και «Σκοπίων», όσο με τις πραγματικές γεωπολιτικές συνθήκες εντός των οποίων αυτός εκφέρεται. Ο σύγχρονος εθνικιστικός λόγος που περιστρέφεται γύρω από το «Σκοπιανό», σε αντιδιαστολή με τον (εθνικιστικό ή μη) λόγο που αναφέρεται στα ελληνο-τουρκικά, είναι ένας εθνικισμός της «τζάμπα μαγκιάς». Όσοι τον εκφέρουν έχουν πλήρη επίγνωση ότι δεν μπορεί να απειληθεί στα σοβαρά η Ελλάδα από τη μικρή γειτονική μας χώρα. (Θυμάμαι κατά την πρώτη περίοδο έξαρσης του φαινομένου τη χαρακτηριστική αντίδραση κάποιου στην επισήμανση του κινδύνου πολεμικής σύρραξης: «Έλα μωρέ, την αστυνομία μας να τους στείλουμε αρκεί.»)

Πού εξυπηρετεί η ακραία εθνικιστική αδιαλλαξία

Αυτό δεν το λέω για να μειώσω τη γενναιότητα των «σκοπιανολόγων» ή για να τους επικρίνω για θρασυδειλία. Αλλού είναι το ζήτημα. Η μη ύπαρξη άμεσου κινδύνου καταστροφικού για την Ελλάδα πραγματικού πολέμου καθιστούσε και εξακολουθεί να καθιστά την όλη φιλολογία περί «Σκοπιανού» ιδιαίτερα προσοδοφόρα για τις κοινωνικές εκείνες δυνάμεις που κυρίως ευθύνονται για τη δημιουργία του όλου προβλήματος. Σε παλαιότερη μελέτη μου (1995), είχα αναφερθεί στον «αναπαραστασιακό πόλεμο» που είχαν κατασκευάσει τα νεοϊδρυθέντα τότε (αρχές δεκαετίας 1990) ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, με επίκεντρο το «Σκοπιανό», και με στόχο την εγκαθίδρυση της επικοινωνιακής τους ηγεμονίας. Ο φανατισμός που καλλιεργείται και οδηγεί τον κόσμο να κατεβαίνει σε συλλαλητήρια κρίνεται ακίνδυνος – και για τούτο ενθαρρύνεται από τους ίδιους επικοινωνιακούς μηχανισμούς σε μεγάλο βαθμό ακόμα και στις μέρες μας.
Σήμερα τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, διότι μέρος τουλάχιστον του πολιτικο-οικονομικού καθεστώτος θέλει να «κλείσει το ζήτημα» αναγνωρίζοντας τα αδιέξοδα που πιθανόν να οδηγήσουν και στην εκ νέου διεθνή απομόνωση της Ελλάδας. Ωστόσο, για να αντέχει στο χρόνο και να αναβιώνει στο παρόν η ακραία εθνικιστική αδιαλλαξία, φαίνεται πως εξυπηρετεί μια μακρόπνοη κοινωνικο-πολιτική στρατηγική που δεν έχει ακόμα εξαντλήσει την αποτελεσματικότητά της. Δεν νομίζω ότι η σκλήρυνση που παρατηρείται στη στάση της Δεξιάς κατά το τελευταίο διάστημα έχει να κάνει μόνο με στενά κομματικά οφέλη.

Χρυσή ευκαιρία το «Σκοπιανό»

Τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια ήταν από την ίδρυσή τους και εξακολουθούν να είναι το βήμα από το οποίο εκφράζεται δημόσια το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο (στην ιδιαιτερότητά του – η περίφημη «διαπλοκή»). Ταυτόχρονα, είναι γνωστό ότι από τις απαρχές της κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος, ο εθνικισμός ήταν η πιο αποτελεσματική ιδεολογία διά της οποίας η κάθε εθνική αστική τάξη εξασφάλιζε την ηγεμονία της. Μεταπολεμικά, λόγω εμφυλίου πολέμου, διχαστικού μετεμφυλιακού κράτους και στρατιωτικής δικτατορίας που προκάλεσε και την τραγωδία της Κύπρου, η ελληνική αστική τάξη τέτοιου είδους ηγεμονία δεν μπορούσε να διανοηθεί ούτε στα όνειρά της. Επομένως, με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, το «Σκοπιανό» προέκυψε ως χρυσή ευκαιρία. Πέρα από την καταξίωση των ιδιωτικών καναλιών, η καλλιέργεια ενός «ακίνδυνου» εθνικισμού ήταν και μια γενικότερη απόπειρα του μεγάλου ελληνικού κεφαλαίου να επιτύχει επί τέλους την περιπόθητη ιδεολογική του ηγεμονία.
Για αυτό το λόγο, είναι αμφίβολο εν τέλει κατά πόσο και το σύγχρονο ελληνικό κοινωνικο-οικονομικό καθεστώς θέλει όντως να «κλείσει» το ζήτημα. Από τη μια, οι «ξένοι» πιέζουν. Από την άλλη, η προοπτική να ξεχάσει ο κόσμος τη δυσαρέσκεια της κρίσης μετέχοντας σε «πατριωτικές» κινητοποιήσεις, μετατρέποντας κιόλας τη δυσφορία του σε δυσαρέσκεια εναντίον της κυβέρνησης για την «ανίκανη» και «εθνικά μειοδοτική» πολιτική της στο «Σκοπιανό», είναι πολύ ελκυστική για να εγκαταλειφθεί εξ ολοκλήρου.
Τώρα λοιπόν που ίσως βρεθεί λύση για το «ονοματολογικό», εφευρέθηκε άλλο εμπόδιο: ο «αλυτρωτισμός». Δεν είμαι «ειδικός», αλλά να διαβάζω ξέρω. Πέρα από το ίδιο το θέμα της εθνικής ονομασίας, τα περί «αλυτρωτισμού» στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας τα βρίσκω απολύτως προσχηματικά (ιδίως με δεδομένες τις τροποποιήσεις Ι και ΙΙ στα άρθρα 3 και 49 αντίστοιχα).
Με απασχολεί βέβαια και η θέση της κυβέρνησης της Αριστεράς εν προκειμένω. Το 1992 μέρος της Αριστεράς είχε παρασυρθεί και κατέβαινε στα συλλαλητήρια για το «όνομα». Τώρα, ως κυβέρνηση, θα παγιδευτεί στο εθνικιστικό στρατήγημα του αντιπάλου επιμένοντας και εκείνη στα περί «αλυτρωτισμού»;

* Ο Κ. Δοξιάδης είναι καθηγητής Κοινωνικής Θεωρίας  ΕΚΠΑ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet