pgdm-stamatopoulos

Του Δημήτρη Σταματόπουλου*

Στην Ιστορία των Βαλκανίων υπάρχουν πολλά παράδοξα αλλά ένα από αυτά το βιώνουμε με μεγάλη ένταση τον τελευταίο καιρό. Ενώ δηλαδή ο «μακεδονισμός» των σλαβόφωνων πληθυσμών της κεντρικής Βαλκανικής, η συσχέτισή τους δηλαδή με τον παράγοντα της τοπικότητας, υπήρξε σε μεγάλο βαθμό επίδραση του σερβικού και δευτερευόντως του ελληνικού εθνικισμού για να τους αποσπάσει από την επιρροή των Βουλγάρων (μια επιρροή που βασιζόταν στον εθνοποιητικό παράγοντα της γλώσσας), σήμερα είναι η ελληνική πλευρά αυτή που αμφισβητεί τα αποτελέσματα της επιτυχούς προσπάθειάς της, σε συντονισμό με τους Βουλγάρους που ποτέ δεν αποδέχθηκαν ότι ο «μακεδονισμός» μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό από μια παραλλαγή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας!

Περί εθνικής ταυτότητας

Υπάρχει ως γνωστόν μια πολύ μεγάλη συζήτηση, όχι για την απαρχή του Μακεδονικού έθνους αλλά του Μακεδονικού ή Σλαβομακεδονικού αν προτιμάτε εθνικισμού. Όλα τα έθνη στη νεοτερικότητα συγκροτούν την ταυτότητά τους με βάση το εθνικό κίνημα που τα παράγει. Εδώ έχουμε δυο αντιπαρατιθέμενες απόψεις: η μια δεν αναγνωρίζει καθόλου το μακεδονικό έθνος και το θεωρεί κατασκεύασμα του Τίτο – ήταν η γνωστή άποψη που επικράτησε στην Ελλάδα μετά τα συλλαλητήρια του 1992, την οποία έχουνε και οι Βούλγαροι. Ο βουλγαρικός εθνικισμός , όταν ο ελληνικός πολιτικός κόσμος το 1992 διακήρυξε ότι δεν αναγνωρίζουμε το όνομα, είχε πει κάτι απείρως πιο σοβαρό και πιο επιθετικό: ότι δεν αναγνωρίζει το έθνος, αφού εξ αντικειμένου οι Μακεδόνες είναι σλαβόφωνοι, που μιλούν μια δυτικοβουλγαρική διάλεκτο.
Από την άλλη, φυσικά έχουμε να κάνουμε με μια «νεομακεδονική», εθνική ταυτότητα, που διαμορφώθηκε ειδικά τα τελευταία 20-25 χρόνια οπότε μεγάλωσε μια γενιά σκληρών εθνικιστών πολιτικών και διανοουμένων στη γείτονα χώρα, που δεν πιστεύει ότι το παρελθόν της πρέπει να αναχθεί απλώς στην έλευση των Σλάβων στα Βαλκάνια τον 5ο-6ο μ.Χ ,αλλά πρέπει να πάει και πολύ πιο πίσω, στους αρχαίους Μακεδόνες, ή γενικότερα σε όλους τους πολιτισμούς που συνδέθηκαν με τον μακεδονικό χώρο. Το μοντέλο αυτό της αυτοχθονίας έχει μεγάλες ομοιότητες με το αντίστοιχο βουλγαρικό που αναπτύχθηκε πάνω κάτω την ίδια εποχή και προσπάθησε να οικειοποιηθεί το αρχαίο θρακικό παρελθόν για προφανείς λόγους ανταγωνισμού κυρίως με τον ελληνικό εθνικισμό.
Η αλήθεια πού βρίσκεται; Όχι ακριβώς πάντα στη μέση. Εδώ να θυμίσω ότι στα πρώιμα γραπτά του ακόμη και ο εθνικός μας ιστορικός, ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, αντιδιέστειλε Μακεδόνες και Έλληνες (και όχι ακριβώς για τους ίδιους λόγους που το έκανε στην αρχαιότητα ο Δημοσθένης, που θεωρούσε το Φίλιππο βάρβαρο, γιατί οι Μακεδόνες είχαν βασιλεία, δεν ανήκαν στον κόσμο των πόλεων- κρατών).

Στο βάθος της Ιστορίας

Κατά τον 19ο αιώνα, όταν και η ελληνική ιστοριογραφία ψαχνόταν για το πώς θα στήσει το σχήμα της δικής της συνέχειας, υπήρχε μια επιφύλαξη για το εάν οι βασιλείς της Μακεδονίας έπρεπε να ενταχθούν στο μεγάλο αυτό σχήμα ανάλογα με το που έπρεπε να δοθεί έμφαση: στην αρχαιότητα ή στο Βυζάντιο. Τελικά, ο Παπαρηγόπουλος στο ώριμο έργο του ενέταξε και τον Μακεδονικό ελληνισμό σε αυτή την συνέχεια καθιστώντας τη Μάχη της Χαιρώνειας τομή στην ιστορία του αρχαίου κόσμου.
Από την άλλη, είχαμε να κάνουμε με πληθυσμούς κυρίως αγροτικούς, που ήτανε σλαβόφωνοι στον μεγάλο κάμπο της Μακεδονίας, οι οποίοι ήτανε αντικείμενο διεκδίκησης από τρία μεγάλα εθνικά τόξα, από τρεις μεγάλους εθνικισμούς. Τον ελληνικό, ο οποίος ήθελε να φτάσει στον Αίμο και στην Κωνσταντινούπολη, τον Σερβικό , ο οποίος ήθελε να φτάσει τουλάχιστον μέχρι το Μοναστήρι, ή και πιο χαμηλά μετά την Ανατολική Κρίση, μέχρι τη Θεσσαλονίκη, και φυσικά τον Βουλγαρικό, ο οποίος ήθελε να ελέγξει όλη την περιοχή της κεντρικής Βαλκανικής. Η κρίσιμη στιγμή είναι η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, όταν οι Βούλγαροι καταφέρνουν για περίπου 6 μήνες να αποκτήσουν το κράτος αυτό, με την υποστήριξη των Ρώσων. Όμως, η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου αναθεωρήθηκε από το συνέδριο του Βερολίνου, οι Βούλγαροι υποχώρησαν, η ανατολική Ρωμυλία ανακηρύχθηκε αυτόνομη, αλλά υπήρχαν μεγάλα κομμάτια και της Θράκης και της Μακεδονίας που θα συνεχίσουν να τα διεκδικούν μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Θα λέγαμε ότι μια καμπή στην υπόθεση αυτή είναι ο πόλεμος μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων το 1885, αμέσως μετά δηλαδή την πράξη ενοποίησης της Ανατολικής Ρωμυλίας με τη Βουλγαρία. Είχε αποκληθεί ένα είδος «αδελφοκτόνου πολέμου», γιατί για πρώτη φορά πολέμησαν Σλάβοι αδελφοί, δίνοντας τέλος στα πανσλαβιστικά όνειρα ενοποίησής τους (θα επανέλθουν πολύ αργότερα, στα πλαίσια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου). Οι Βούλγαροι νίκησαν, και η απάντηση των Σέρβων, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, ήταν μια απάντηση ιδεολογική. Σημαντικοί πολιτικοί και διανοούμενοί τους, όπως ο Στόγιαν Νοβάκοβιτς, προσανατολίστηκαν στο να αναπτύξουν την έννοια του Μακεδονισμού. Δηλαδή, ότι οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί, ειδικά της κεντρικής Μακεδονίας, παρότι μιλούν μια δυτικοβουλγαρική διάλεκτο, δεν είναι Βούλγαροι, αλλά Μακεδονοσλάβοι. Στην πραγματικότητα η σερβική διανόηση του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου παγίωσε την χρήση αυτού του όρου και ειδικά ο μεγάλος γεωγράφος τους ο Γιόβαν Τζβίζιτς.

Ονοματολογία και εθνικισμός

Ωστόσο, αν θεωρήσουμε ότι αυτή είναι μια κίνηση των Σέρβων από τα πάνω να διαφοροποιήσουν τον πληθυσμό αυτό από τους Βουλγάρους, από τα κάτω υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα κίνηση: Σλαβόφωνοι του μακεδονικού χώρου, που μετά το τέλος της Ανατολικής Κρίσης είτε έχουνε μεταναστεύσει στη Σόφια κι έχουνε επιστρέψει στη Μακεδονία είτε παραμένουν στα όρια του Βουλγαρικού κράτους, αρχίζουν να σκέφτονται με πιο τρόπο θα απελευθερώσουν την γενέθλια γη. Εδώ είναι πολύ κρίσιμη η δημιουργία της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης, η οποία ιδρύθηκε το 1893 στη Θεσσαλονίκη. Παρότι στο καταστατικό του 1896 αναφέρεται ως βασικός στόχος η «αυτοάμυνα» του Βουλγαρικού πληθυσμού σε επόμενα καταστατικά, πριν και μετά το Ίλιντεν, η οργάνωση θα επιμείνει ότι πολεμά για την απελευθέρωση όλων των κατοίκων της ανεξαρτήτως εθνικότητας, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τη ρήξη με τη Σόφια. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί δείχνει ότι ο Μακεδονισμός από τα κάτω, καταρχήν είχε ως θεμέλιό του την τοπικότητα (locality) και όχι κάποιου είδους εθνικό προσδιορισμό. Η συνέχεια στον 20ο αιώνα είναι γνωστή: αλλά ίσως ακριβώς για αυτό το λόγο μια λύση όπως το Νovamacedonija, ενιαία λέξη για όλες τις χρήσεις θα μας προφύλασσε από την τάση του Σλαβομακεδονικού εθνικισμού να εδράζει τη μυθολογία του στο σχήμα της αυτοχθονίας και συνεπώς την ταυτότητά του με πολιτισμούς που προηγήθηκαν της έλευσης των Σλάβων, τους αρχαίους Μακεδόνες. Το παράδοξο βέβαια είναι ότι και όσοι προτείνουν αρχαιοπρεπή ονόματα της περιοχής του τύπου Δαρδανία, Παιονία κ.ο.κ. δεν καταλαβαίνουν ότι ενισχύουν αυτή την πλευρά του εθνικισμού των γειτόνων αφού ενώ προσπαθούν να επιλύσουν υποτίθεται το πρόβλημα της εθνικής τους ταυτότητας στην αρχαιότητα, τροφοδοτούν τη συζήτηση περί αυτοχθονίας.

* Ο Δ. Σταματόπουλος είναι καθηγητής Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών στο ΠΑΜΑΚ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet