mpartsidis

Το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς» διοργάνωσε στις 6 Φεβρουαρίου εκδήλωση μνήμης για τον αγαπημένο σύντροφο Γιάννη Παντή που έφυγε από τη ζωή τον Οκτώβριο του περασμένου έτους. Στην εκδήλωση συμμετείχαν ο υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Γαβρόγλου, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργός Νίκος Φίλης, ο Γιώργος Στάμου, αντιπρόεδρος του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος και ο διδάσκων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, Μιχάλης Μπαρτσίδης.  Στο σημερινό φύλλο της «Εποχής» δημοσιεύουμε την ομιλία του Μιχάλη Μπαρτσίδη.

Του Μιχάλη Μπαρτσίδη*

Γνώριζα τον Γιάννη Παντή από τα τέλη του ‘70, τις κινητοποιήσεις για τον 815, τη Β’ Πανελλαδική, την Προοπτική, μια εφημερίδα που βγάζαμε ανένταχτοι αριστεροί και οικολόγοι στη Θεσσαλονίκη αρχές του ‘80. Νεότερός του κατά τι, ήμαστε έκτοτε συνεχώς και αδιατάρακτα φίλοι αγαπημένοι, όχι τόσο στενοί, όπως άλλοι εδώ μέσα που βρίσκονταβ στα εβδομαδιαία ραντεβού σε διάφορα κατά καιρούς στέκια της πλατείας Ναυαρίνου. Έτυχε να είμαστε μαζί τη βραδιά πριν πάθει με την καρδιά του και από τότε είχα απάνω του ένα βλέμμα υποστηρικτικό σε όλες τις πρωτοβουλίες του. Οπότε, μιλώ εδώ ως φίλος και σύντροφός του με το πολιτικό βλέμμα μου πάνω στη ζωή του. Και θέλω να μιλήσω μόνο για την τελευταία πολιτική μάχη του Γιάννη, η οποία αποτελεί την κορύφωση της πολιτικής διαδρομής του και κρύβει, νομίζω, ορισμένα σημαντικά πολιτικά μαθήματα.
Την έννοια της τελευταίας πολιτικής μάχης ανακάλεσα από τον τίτλο ενός βιβλίου του Ρομπέρ Λινάρ (φιλοσόφου του κύκλου των “Ulmards”της École Normale Supérieure), που κυκλοφορούσε τα χρόνια εκείνα και αναφερόταν στην τελευταία πολιτική δράση του Λένιν, ενόσω οι μπολσεβίκοι βρίσκονταν ήδη στην εξουσία. Μια δράση που προσπαθούσε να συνδυάσει στοιχεία και να συγκεντρώσει δυνάμεις εντός και εκτός κρατικού μηχανισμού ώστε να μετακινήσει τα όρια αυτά και να δημιουργήσει χώρο στην επαναστατική διακυβέρνηση. Έκτοτε, ο όρος αυτός σημαίνει μια μάχη που δίνεται, ενώ πρόκειται να χαθεί. Μπορεί να σημαίνει, επίσης, μια μάχη που δίνεται ενώ έχουμε επίγνωση ότι τα πράγματα πρόκειται να αλλάξουν και υπ’ αυτήν την έννοια δεν μπορούμε να τα επηρεάσουμε με κάποια διάρκεια. Τέλος, μπορεί να σημαίνει μια μάχη που δεν μπορούμε παρά να τη δώσουμε για δικούς μας λόγους. Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς ενώπιον των δυσκολιών μιας πολιτικής κατάστασης, ενός υπέρτερου συσχετισμού δυνάμεων, αλλά τη δίνουμε για λόγους εσωτερικούς, λόγους που αφορούν τη δική μας κατάσταση.
Δεν θέλουμε να τηρήσουμε εδώ τις ιστορικές αναλογίες —καθόλου μάλιστα—, διότι δεν μπορούν να συγκριθούν οι δύο ιστορικές καταστάσεις. Θέλουμε, όμως, να παραλάβουμε, να δανειστούμε τον όρο, διότι μπορεί να μας είναι χρήσιμος σήμερα. Δεύτερον, δεν θέλουμε τις αναλογίες διότι ο Γιάννης έδωσε τη μάχη του αυτή και τη διεξήγαγε, μαζί με άλλους βέβαια, αποτελεσματικά και νικηφόρα. Η μάχη αυτή αφορούσε την αντιμετώπιση των προσφυγικών ροών, τη στιγμή που τα παιδιά, τα προσφυγάκια έπρεπε να ενταχθούν στα σχολεία.

Η μάχη του προσφυγικού

Γιατί ήταν τόσο σημαντική αυτή η στιγμή; Καταρχήν, διότι πρόκειται για μια μεγάλη ιστορία συνόρων με πολλές μικρές ιστορίες και αφηγήσεις συνόρων εντός της. Χιλιάδες πρόσφυγες, παιδιά και γονείς, πολλοί εκπαιδευτικοί και πολίτες άλλων ειδικοτήτων που έδρασαν ώστε να επιτύχει το σχέδιο ένταξης των προσφυγόπουλων στα σχολεία. Μέσα στο κλίμα εκείνου του ανεπανάληπτου κινήματος αλληλεγγύης που εκδηλώθηκε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2015 και μετά, στα νησιά της, στα σύνορα της Ευρώπης, η σημαντικότερη στιγμή μετά την πρώτη υποδοχή ήταν ο Σεπτέμβριος που άνοιγαν τα σχολεία. Μπορεί τα camps να ήταν η βασική εικόνα που κυκλοφορούσε παγκόσμια, σχεδόν σε ζωντανή μετάδοση, μπορεί τα hotspots να ήταν και να είναι ακόμα η κυρίαρχη αναπαράσταση «εσωτερικού αποκλεισμού» στην Ευρώπη, δηλαδή είσοδος των προσφύγων και αποκλεισμός τους λίγο μέσα από τα σύνορα, αλλά αν δούμε προσεκτικότερα δεν είναι ολόκληρη η εικόνα. Διότι τα camps είναι μεν εκεί ακόμη, αλλά συνιστούν, τελικά, μια προσωρινή και μεταβατική κατάσταση για τους πρόσφυγες, αφού αυτοί εισέρχονται, αλλά και φεύγουν από κει, συνεχίζοντας προς ποικίλες κατευθύνσεις: προς το εσωτερικό της χώρας, προς το εσωτερικό της πόλης, προς άλλες χώρες. Το στοίχημα, ωστόσο, ήταν και είναι πάντοτε να φύγουν προς το εσωτερικό των θεσμών, δηλαδή να αναγνωριστούν και να ενταχθούν σταδιακά στην πολιτική και θεσμική ζωή της χώρας που τους φιλοξενεί. Και η πρώτη στιγμή ένταξης αφορούσε τα μικρά παιδιά αυτού του πλήθους, τα προσφυγόπουλα που έπρεπε να πάνε στα σχολεία. Εκεί χρειαζόταν η άρθρωση του ιστορικού κινήματος αλληλεγγύης με την κατάλληλη θεσμική κρατική πολιτική ώστε να έχουμε τα κατάλληλα αποτελέσματα. Στον τόπο και τη στιγμή αυτής της άρθρωσης βρέθηκε ο Γιάννης και έπαιξε κρίσιμο ρόλο. Βρέθηκε στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή, με μια περιουσία πολιτικής εμπειρίας.
Βραχυκύκλωνε την κρατική γραφειοκρατία. Ενέπλεκε όσες δυνάμεις μπορούσε, πέρα από κομματικούς διαχωρισμούς: δημάρχους, διευθυντές Επιθεώρησης, στρατιωτικούς, εθελοντές κ.λπ. Διέθετε πολιτικό ήθος και ανοιχτή αντίληψη συνεργασιών και συμμαχιών. Και προσέφερε άπειρη εργασία με το σώμα του το ίδιο. Μετά τις επιτελικές συσκέψεις έτρεχε ο ίδιος, γενικός γραμματέας του ΥΠΕΘ, με το μοτοσακό, να πάει τα έγγραφα στου Μαξίμου, να πάρουν έγκριση και να τα φέρει πίσω, ώστε να προωθηθούν ως εγκύκλιοι, δηλαδή ως κρατική απόφαση. Βρισκόταν από νωρίς μπροστά στις πύλες των σχολείων να υποδεχτεί τα προσφυγόπουλα που έρχονταν με τα λεωφορεία από τα camps. Να κατευνάζει διαλογικά τις αντιδράσεις των «καθημερινών ανθρώπων» του ρατσισμού στο Ωραιόκαστρο και σε άλλα ευαίσθητα σημεία. Να ενημερώνει από τα ΜΜΕ, να διαβεβαιώνει, να καθησυχάζει, να εμπνέει, να επινοεί λύσεις.
Και τα κατάφερε για τους ίδιους πρόσφυγες, για την επιτυχία της κυβερνητικής δράσης, για όλους μας, για την Ευρώπη. Ήταν μια από τις κρίσιμες —αν και σπάνιες— περιπτώσεις και στιγμές αριστερής διακυβέρνησης, όπου συντονίζονται επιτυχώς οι δράσεις και πρακτικές των «από κάτω» με τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Και τέλος, συνέβαλε σε μια οριακή στιγμή σύστασης της Ευρώπης, αφού τέτοιες αποφάσεις και πρακτικές ανασύρουν ανθρώπινα όντα από συνθήκες απόγνωσης, αναξιοπρέπειας και στιγματισμού τους ως υπανθρώπων και τους φέρουν μέσα στη ζώνη του ανθρώπου-πολίτη. Τέτοιες δράσεις των χαρούμενων παθών, ενταγμένες σε μια αντίληψη κοσμοπολιτικής και όχι υποκριτικού κοσμοπολιτισμού είναι που ανανεώνουν μια κάποια ιδέα της ανθρωπ(ιν)ότητας και της Ευρώπης διασώζοντας την τιμή της. Η αντίστροφη τάση είναι εκείνη των θλιβερών παθών, της θανατοπολιτικής και του φασισμού, τον κρύο αέρα της οποίας αρχίσαμε να αισθανόμαστε στην πλάτη μας.
Μόνος του τα κατάφερε; Φυσικά και όχι. Αλλά υπήρξε για μια στιγμή ένα μοντέλο, ένα υπόδειγμα, ένα παράδειγμα πολιτικής. Οι παρακαταθήκες που μας αφήνει είναι σημαντικές: μπαίνουμε μέσα στα κοινωνικά και πολιτικά διακυβεύματα, έχουμε ανοιχτό βλέμμα, επινοούμε τους συμμάχους μας με βάση το σκοπό μιας συγκεκριμένης περίστασης, συνδυάζουμε πολιτική μέσα στο κράτος, αλλά και διαρκή επαφή με τα κινήματα.

Πολιτική και ζωή

Ο Γιάννης δρούσε κυρίως παρά έγραφε (δεν αναφέρομαι, φυσικά, στο επιστημονικό πεδίο του), δεν μιλούσε. Ήταν διανοούμενος της δράσης, άνθρωπος του χρόνου και της ώρας της δράσης. Δεν είχε χρόνο ποτέ παρά μόνο για να προλάβει κάτι, να προλάβει να τελειώσει κάτι, να το ολοκληρώσει αποτελεσματικά. Από πού προέρχεται αυτό το πάθος; Εδώ χρειαζόμαστε μια χρονοεικόνα.
Αναφέρθηκα, υπαινικτικά σχεδόν, στις μεταπολιτευτικές αφετηρίες της πολιτικής του διαμόρφωσης και στις μετέπειτα εμπειρίες πολιτικής ωρίμανσης μέσα από το πανεπιστήμιο, τη Συσπείρωση, την πρυτανική του θητεία κ.λπ. Αλλά αυτό το πάθος το γνωρίζουν καλύτερα όσοι ήρθαν από την επαρχία στα πανεπιστήμια του ‘70. Μια γενιά κινήθηκε προς την πόλη, προς τη γνώση, προς την ελευθερία, προς τον κόσμο. Τα πάθη φτιάχνονται μέσα από τέτοιες κινήσεις και μεταβάσεις και τα άτομα φέρουν στη συνέχεια ένα παράδοξο χρέος για δημιουργικότητα, έμπνευση, διάθεση για ζωή. Τα χρόνια εκείνα έφερναν επαφή με την πολιτική. Οι αριστεροί μετά το ‘80 περιέπεσαν σε πολιτική αχρησία, λόγω κυριαρχίας του Ανδρέα Παπανδρέου, έκαναν ακαδημαϊκή καριέρα, αλλά το σαράκι της πολιτικής δούλευε μέσα τους. Και ο Γιάννης Παντής με τα χρόνια πρόσθεσε στα παραπάνω πρακτική σοφία, κατανόηση και επιμονή. Η γενιά αυτή δεν κακοπέρασε και είχε την άνεση να μοιράζεται ό, τι της έλειπε. Από κει πηγάζει το πάθος για την πολιτική, το οποίο μετασχηματίζεται σε γενναιοδωρία.
Αν ισχύουν κατ’ ελάχιστο τα παραπάνω, τότε, για μένα, μια έννοια συνδέει αυτά τα στοιχεία. Ο Γιάννης Παντής έδειξε μια νέα πρακτική πολιτική με αφορμή το προσφυγικό, μια νέα κοσμοπολιτική: γενναιοφροσύνη και γενναιοδωρία με ρεαλισμό, κριτική και νηφαλιότητα, για μια «ελευθερία μαζί με τους άλλους», μια σωματική ενσυναίσθηση μέσα στα έγκατα της κρατικής γραφειοκρατίας, μια πραγματική πολιτική του αποτελέσματος στο παρόν.
Εξάντλησε τη σωματική του παρουσία στο καθήκον. Άξιζε τον κόπο; Αυτό θα το απαντήσουμε εμείς, αν είμαστε σε θέση να βλέπουμε και να καθιστούμε ορατό αυτό που έκανε και αν η μνήμη μας γι αυτόν διατηρήσει ως ζωντανή κληρονομιά ό, τι πρόσφερε πολιτικά.
Η ζωή δεν είναι μόνο πολιτική αλλά η πολιτική είναι η ζωή ορισμένων ανθρώπων (αριστερών). Επειδή όμως η πολιτική είναι εύθραυστη, εφήμερη και ευάλωτη ως τέχνη, επειδή η πολιτική είναι τέχνη, είναι η διατομική τέχνη να φτιάχνεις τους δεσμούς, είναι ο ίδιος ο κοινωνικός δεσμός, η ίδια η κοινωνική σχέση. Η πολιτική είναι οι σχέσεις που φτιάχνουμε, είναι η ζωή μας και γι’ αυτό οφείλουμε να παρακολουθούμε, τουλάχιστον, όσους τη φτιάχνουν με τη ζωή τους. Διότι γι αυτούς, για αριστερούς, ριζοσπάστες και δημοκράτες σαν τον Γιάννη Παντή είναι το αριστούργημα της ζωής τους.

* Ο Μιχάλης Μπαρτσίδης διδάσκει Φιλοσοφία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet