prentouli

Της Μαρίνας Πρεντουλή*

Βρισκόμαστε στη δεύτερη εβδομάδα της μεγαλύτερης απεργίας στην ανώτατη εκπαίδευση, στην οποία συμμετέχουν 61 πανεπιστήμια της Βρετάνιας. Ο λόγος, ή τουλάχιστον ο άμεσος λόγος, είναι η πρόταση κατάργησης του συνταξιοδοτικού ταμειου των πανεπιστημίων (Universities Superannuation Scheme-USS), ενός από τα τελευταία ταμεία καθορισμένων οφειλών (Defined Benefits), που εγγυάται το ποσό της συνταξιοδότησης και μοιράζει το ρίσκο μεταξύ εργαζόμενων- εργοδοτών. Η μετάβαση σε πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών θα μεταφέρει το ρίσκο στους εργαζόμενους και θα οδήγησεi σε απώλεια ως και 40% της αξίας των πανεπιστημιακών συντάξεων. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ακόμα προσπάθεια φτωχοποίησης μιας μερίδας των μεσαίων στρωμάτων, μια προσπάθεια που συμβάλει στη γενικευμένη τάση ιδιωτικοποιήσεων και στην ανασφάλεια που προωθούν οι συνεχείς εργασιακές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, τάσεις στις οποίες η Βρετάνια έχει την πρωτοπορία.
Η εξέλιξη αυτή, δυο μόλις χρόνια μετά την προηγούμενη τροποποίηση των συνταξιοδοτικών αποδοχών (μέχρι το 2016 το ποσό συνταξιοδότησης υπολογιζόταν με βάση τον τελικό μισθό, ενώ τώρα με βάση τον μέσο όρο που βγαίνει από το σύνολο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας) δικαιολογείται με το γνωστό πλέον επιχείρημα της μη βιωσιμότητας του ταμειου και καταδεικνύει τις αρχές που διαμορφώνουν την πραγματικότητα της βρετανικής ακαδημαϊκής κοινότητας: την εμπορευματοποίηση της παιδείας και τη συνεχή επιδείνωση των συνθηκών εργασίας του κλάδου. Δυο νούμερα είναι χαρακτηριστικά: οι εβδομήντα πέντε χιλιάδες των πανεπιστημιακών δασκάλων σε επισφαλείς θέσεις εργασίας και οι εννέα χιλιάδες λίρες, τα ετήσια δίδακτρα των προπτυχιακών προγραμμάτων.

Η μεταπολεμική περίοδος διεύρυνσης

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την πορεία διαμόρφωσης του βρετανικού εκπαιδευτικού συστήματος, μπορούμε να εστιάσουμε σε δυο χρονικές περιόδους που αντιλαμβάνονται διαφορετικά το ρόλο της παιδεία και τους στόχους της. Πρώτα, η μεταπολεμική περίοδος, που χαρακτηρίζεται από τη διεύρυνση της πρόσβασης στην ανώτερη εκπαίδευση και κατα συνεπεια τη προοδευτική διεύρυνση της μεσαίας τάξης. Η λογική της περιόδου στοχεύει στην αυξημένη παροχή ευκαιριών στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και στη στελεχώση του επίσης διευρυμένου πολιτειακό σύστηματος. Τη δεκαετία του 1960, η πανεπιστημιακή εκπαίδευση για όλους τους νέους που διαθέτουν το σχετικό επίπεδο ακαδημαϊκών προσόντων διασφαλίζεται μέσω της δημιουργίας «νέων πανεπιστημίων» (όπως το Έσσεξ, το Σάσσεξ, το Γουορικ κτλ) και «πολυτεχνείων» (ανάλογα των εδώ ΤΕΙ) που αποκτούν πανεπιστημιακό στάτους το 1992. Το μονοπώλιο, βεβαία, στη διαμόρφωση της άρχουσας τάξης παραμένει στην Οξφόρδη και το Κέμπριτζ, τα ιδρύματα που στοχεύουν πάνω από όλα στην κοινωνικοποίηση της βρετανικής και διεθνούς ελίτ. Η διαστρωμάτωση των βρετανικών πανεπιστημίων παραμένει μέχρι σήμερα κάπως έτσι: στην κορυφή η Οξφόρδη και το Κέμπριτζ, στις χαμηλότερες θέσεις τα πρώην πολυτεχνεία ή όπως ονομάζονται τα «μετα-1992 πανεπιστήμια». Η διαστρωμάτωση αυτή, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, έχει σημασία για τις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις.

Η νεοφιλελεύθερη προσαρμογή

Η δεύτερη περίοδος, από το τέλος του 1980 και μετά, χαρακτηρίζεται από τη νεοφιλελεύθερη λογική και εφαρμόστηκε τόσο από Συντηρητικές όσο και από Εργατικές κυβερνήσεις. Μεταξύ 1992 και 2016 ο αριθμός των φοιτητών διπλασιάζεται και φτάνει το 1,87 εκατομμύρια. Η κυβέρνηση Μπλερ επιτρέπει στα πανεπιστήμια (εξαιρούνται τα πανεπιστήμια της Σκωτίας) την επιβολή διδάκτρων στα προπτυχιακά προγράμματα με το ποσό των χιλίων λιρών ετησίως. Ακολουθεί καινούργια αύξηση το 2000 σε 3.000 λίρες και στην συνεχεία, το 2010, σε (μέχρι και) 9.000 λίρες ετησίως, κάνοντας τη βρετανική εκπαίδευση μια από τις ακριβότερες στον κόσμο. Η τελευταία αύξηση δικαιολογείται με το μότο «Πληρώνουμε για την Αριστεία». Η πραγματικότητα είναι, βέβαια, άλλη. Το κράτος κάνει περικοπές στις πανεπιστημιακές επιχορηγήσεις και την τρύπα καλούνται να καλύψουν τα δίδακτρα των φοιτητών. Τα πανεπιστήμια αρχίζουν να ανταγωνίζονται για την προσέλκυση φοιτητών, σε μια αγορα που ακόμα στοιχειωδώς ρυθμίζεται από το κράτος, αλλά βαδίζει ολοταχώς προς την ολική απορύθμιση. Οι φοιτητές (τουλάχιστον μια μερίδα εξ αυτων) αρχίζουν να προσλαμβάνουν το πανεπιστήμιο ως μια οικονομική επένδυση, και τη σχέση τους με τα ιδρύματα που επιλέγουν ως πελατειακή. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη πολλοί φοιτητές έχουν απειλήσει με μηνύσεις τα πανεπιστήμια που συμμετέχουν στην απεργία, αφού (λόγω απεργίας) δεν θα τηρήσουν το πελατειακό συμβόλαιο που εγγυάται ορισμένες διδακτικές ώρες.
Ο ρόλος των ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε μια πορεία συλλογικής και συνεχούς μάθησης προς όφελος της κοινωνίας είναι πια μόνο για ρομαντικούς. Επιχειρήματα ανάλογα όσων μεταξύ άλλων είχε προβάλει ο Ρειμοντ Γουιλιαμς για το ρόλο των πανεπιστημίων στην προώθηση της συμμετοχικής δημοκρατίας, ακούγονται σε ακαδημαϊκούς κύκλους, αλλά δεν επηρεάζουν ούτε την κυβερνητική νομοθεσία ούτε την πανεπιστημιακή διοίκηση.

Αριστεία και συμπαγής ιεραρχεία

Λόγω της διαστρωμάτωσης που προανέφερα, βέβαια, η ιεραρχία του βρετανικού συστήματος είναι απόλυτα συμπαγής: ούτε η «εμπορική» αξία όλων των πτυχίων είναι ίδια ούτε οι εργασιακές σχέσεις σε όλα τα πανεπιστήμια οι ίδιες. Σχετικά με τις συντάξεις, για παραδειγμα, τα «μετα-1992 πανεπιστήμια» ανήκουν σε άλλο συνταξιοδοτικό ταμείο, αυτό των δασκάλων και δεν συμμετέχουν στις τωρινές κινητοποιήσεις. Η, δε, Οξφόρδη και το Κέμπριτζ, έχουν παίξει οργανικό ρόλο στις διαβουλεύσεις των συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων και είναι τα ιδρυματα που θα επωφεληθούν από τις πιθανές αλλαγές. Το υπάρχον συνταξιοδοτικό ταμείο είναι ισχυρό, γιατί στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητα μεταξύ 68 πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, που μοιράζονται το όποιο ρίσκο. Η Οξφόρδη και το Κέμπριτζ δεν επιθυμούν να μοιράζονται το ρίσκο με τα πιο «αδύναμα» πανεπιστήμια και, στο εντελώς ιδιοτελές και ανταγωνιστικό πλαίσιο που επικρατεί, προτείνουν αυτό να μεταφερθεί στους εργαζόμενους. Θα μπορούσαν, βέβαια, απλώς να φύγουν από το συγκεκριμένο ταμείο, όμως αυτό θα ήταν μια ακριβή λύση. Έτσι, λοιπόν, προτείνουν ουσιαστικά το δρόμο της ιδιωτικοποίησης: από τη στιγμή που τα πανεπιστήμια δεν θα έχουν καμία συλλογική υποχρέωση (όπως το κοινό ασφαλιστικό ταμείο), και δεν θα στηρίζονται σε κρατικές επιδοτήσεις (όπως εχει δρομολογηθεί εδώ και χρόνια), δεν θα χρειάζεται επίσης να συμμορφώνονται με τα ανώτερα όρια που έχουν τεθεί από το κράτος στα δίδακτρα (9.000 λίρες).
Η «αριστεία», στη δική μας περίπτωση της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ, είναι ο καλύτερος φύλακας του κατεστημένου. Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν ο Τρίστραμ Χαντ, πρώην υπουργός Παιδείας στη σκιώδη Εργατική κυβέρνηση, μίλησε στο σύλλογο των Εργατικών του πανεπιστημίου του Κέμπριτζ το 2015, είπε χαρακτηριστικά ότι είναι αυτοί, οι Εργατικοί φοιτητές του Κέμπριτζ, το κορυφαίο 1% του πληθυσμού, που πρέπει να απαλλάξουν το Εργατικό κόμμα από τον Τζέρεμυ Κόρμπιν.


* Επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αγγλίας.
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet