Μέχρι το Eurogroup της 21ης Ιουνίου θα απαιτηθεί από την κυβέρνηση υψηλός βαθμός επαγρύπνησης, δεδομένου ότι στο διάστημα αυτό αναμένεται (α) να ολοκληρωθεί η τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση, (β) να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα των stress tests για τις τράπεζες, (γ) να έχουν αποσαφηνιστεί οι όροι διευθέτησης του χρέους, και (δ) να έχει διευκρινιστεί αν η έξοδος της χώρας από τη μνημονιακή επιτήρηση θα είναι «καθαρή έξοδος», όπως επιδιώκει η ελληνική πλευρά, ή αν θα συνοδεύεται από κάποιας μορφής «προληπτική γραμμή στήριξης» και «χαλαρής εποπτείας», όπως προτιμά μια μερίδα των δανειστών.
Με την υποχρέωση της τήρησης δύο βασικών προϋποθέσεων –του στόχου, αφενός, για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως και το 2022, και της εφαρμογής, αφετέρου, μέτρων περικοπής των συντάξεων και μείωσης του αφορολόγητου τη διετία 2019-20, και των αντίμετρων που θα τα συνοδεύουν– να εμφανίζεται, προς το παρόν, αδιαπραγμάτευτη, η ελληνική κυβέρνηση θα επιδιώξει τη μέγιστη διεύρυνση των δυνατοτήτων άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής.

Εντάσεις και δοκιμασίες

Η αξιολόγηση ενδέχεται να αποδειχθεί κρίσιμη για έναν επιπλέον λόγο: τον υπαρκτό κίνδυνο το ΔΝΤ να επιμείνει να θεωρεί ανέφικτο το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% και να θέσει ζήτημα επίσπευσης των περικοπών στις συντάξεις και το αφορολόγητο το 2019, αντί του 2020. Αν συμβεί αυτό, οι εντάσεις που θα υπάρξουν μεταξύ Αθήνας και θεσμών ή μεταξύ ΔΝΤ και Κομισιόν θα βάλουν σε δοκιμασία το κρίσιμο χρονικό ορόσημο της 21ης Ιουνίου, συμπαρασύροντας ενδεχομένως και την ημερομηνία εξόδου από το μνημονιακό πρόγραμμα.
Θα πρόκειται για εξέλιξη την οποία απεύχεται και η πλευρά των δανειστών. Οι οποίοι, παρά τις μεταξύ τους αποκλίνουσες απόψεις, φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ότι για να υπάρξει «καθαρή» προληπτική γραμμή στήριξης, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να το ζητήσει η ελληνική κυβέρνηση, που όμως έχει καταστήσει σαφές σε όλους τους τόνους ότι δεν προτίθεται να το κάνει, επιλέγοντας, αντιθέτως, τη γραμμή της στενής συνεργασίας όλων των εμπλεκομένων μερών, για «καθαρή έξοδο» από το πρόγραμμα και επιστροφή στην οικονομική και κοινωνική κανονικότητα.
Η επιχειρηματολογία της ελληνικής πλευράς δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, όταν σοβαρές και αξιόπιστες πηγές διαβεβαιώνουν ότι: «Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας έχει βελτιωθεί σημαντικά, μετά από μια πλειάδα από σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Η ανάπτυξη επανήλθε, ο προϋπολογισμός του κράτους εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι σχεδόν εξισορροπημένο, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας έχει βελτιωθεί σημαντικά, η διεθνής πιστοληπτική φερεγγυότητα έχει αναβαθμιστεί, οι εξαγωγές και οι ξένες επενδύσεις βρίσκονται σε ανοδική τροχιά τα τελευταία δύο χρόνια και η ανεργία σταδιακά μειώνεται».*

Αναζητούν εύσχημους τρόπους

Οι αντίπαλοι της καθαρής εξόδου αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο, ένα επίσημο πρόγραμμα προληπτικής πιστωτικής γραμμής να θεωρηθεί από τις διεθνείς αγορές ως ένδειξη ότι η Ελλάδα δεν είναι ακόμη σε θέση να διαχειριστεί αυτοδύναμα τα του οίκου της. Και βέβαια κατανοούν ότι τέτοιου μεγέθους πρόκληση για την Ελλάδα δεν θα μπορούσε παρά να συναντήσει τη σθεναρή αντίθεση της κυβέρνησης, εκθέτοντας κάθε συνεννόηση στο ρίσκο της ματαίωσης. Αναζητούν, λοιπόν, εύσχημους τρόπους να παρατείνουν την εποπτεία.
Η ελληνική πλευρά πλαγιοκοπείται εσχάτως με δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για «υβριδικό πρόγραμμα», μια «υβριδική γραμμή στήριξης» που προτείνεται ως ένα μείγμα «καθαρής εξόδου» και ενός «ειδικού λογαριασμού», ο οποίος θα συνδυάζει το λεγόμενο «μαξιλάρι», δηλαδή το αποθεματικό που σχηματίζει η κυβέρνηση προσφεύγοντας στις αγορές, και τα κονδύλια που θα εισφέρει ο ESM, που, με αυτό τον τρόπο, εξασφαλίζει την επίβλεψη - εποπτεία του προγράμματος –σε βάρος, εννοείται, της ακεραιότητας του αυτεξούσιου της χώρας στη διαχείριση του οίκου της.
Διαρρέει, μάλιστα, ότι η Αθήνα ίσως είναι εις γνώση των παραπάνω, αλλά προς το παρόν, λένε, δεν προβάλλει αντιστάσεις, περιμένοντας τη διευθέτηση του χρέους και την τελική μορφή της «υβριδικής λύσης», όταν και εάν κατατεθεί ως επίσημη πρόταση.
Η Κομισιόν, πάντως, που φαίνεται να προεξοφλεί ως βέβαιη την αντίδραση της Αθήνας σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταμφιεσμένης παράτασης της μνημονιακής εποπτείας, διαμηνύει προς κάθε κατεύθυνση πόσο απαραίτητο για την ευρωπαϊκή συνοχή και σταθερότητα είναι, η τελική απόφαση των δανειστών να μην είναι μόνο πολιτικά βιώσιμη, αλλά και αποτελεσματικά διαχειρίσιμη από την κυβέρνηση της Αθήνας –αν η Ευρώπη δεν θέλει να δει να δημιουργείται άλλη μια εστία κυβερνητικής αστάθειας στους κόλπους της.

Ποιον συμφέρει η παράταση;

Εν τέλει, η Ευρώπη, και ειδικότερα η Γερμανία, έχει κάθε συμφέρον να χειριστεί το «ελληνικό ζήτημα» αποφεύγοντας την παράταση μιας ενδο-ευρωπαϊκής εκκρεμότητας ήσσονος μεγέθους, σε σύγκριση με την «αμερικανική πρόκληση» και την απόφαση του προέδρου Τραμπ να επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, απειλώντας ακόμη και με την επιβολή δασμών στις εισαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων στις ΗΠΑ, αν το Βερολίνο απαντήσει με αντίμετρα στις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων.
Ο διαφαινόμενος εμπορικός πόλεμος είναι βέβαιο ότι θα καταλάβει την πρώτη θέση στις προτεραιότητες της κ. Μέρκελ. Οι απειλές Τραμπ, αν –όπως μοιάζει πολύ πιθανό– εφαρμοστούν στην πράξη, θα είναι μακράν σοβαρότερες από εκκρεμότητες όπως το Brexit, οι σχέσεις με την Κίνα ή η μεταρρύθμιση της ευρωζώνης –πόσο μάλλον η αποκατάσταση της Ελλάδας σε θέση ισότιμου εταίρου.
Είναι πολύ πιθανό, ίσως και νωρίτερα από το Eurogroup της 21ης Ιουνίου, η μεταμφίεση του «τέταρτου μνημονίου» σε «υβριδικό πρόγραμμα στήριξης» να καταλήξει να είναι ένα από πρώτα θύματα του αρχόμενου εμπορικού πολέμου ΗΠΑ - Ευρώπης –προς μεγάλη απογοήτευση των εγχώριων δημοκόπων, που αδημονούν για ένα «τέταρτο μνημόνιο» έστω και μεταμφιεσμένο.

Κωστής Γιούργος


* Ν. Καραμούζης, πρόεδρος της Eurobank και της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών. Πρόσφατο άρθρο στη «Wall Street Journal» με τίτλο «H “καθαρή” έξοδος της Ελλάδας από την κρίση».
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet