forti

Του Στίβεν Φόρτι*

Το καταλανικό ζήτημα είναι μια παρτίδα πόκερ και αυτός που δίνει τα χαρτιά στην τελευταία φάση είναι το δικαστικό σώμα. Συγκεκριμένα, ο δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου Πάμπλο Γιαρένα, που είναι υπεύθυνος για την ανοιχτή υπόθεση ενάντια στον καταλανικό αυτονομισμό, μετά από τα γεγονότα του περασμένου Οκτωβρίου, που οδήγησαν στη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος αυτοδιάθεσης και στη μονομερή κήρυξη ανεξαρτησίας της Καταλονίας. Σχετικά μ’ αυτό υπήρξε πρόσφατη προειδοποίηση του σοσιαλιστή πρώην πρωθυπουργού Φελίπε Γκονζάλες για τον κίνδυνο «μιας κυβέρνησης δικαστών».
Την 23η Μαρτίου, η απόφαση του Γιαρένα να φυλακίσει άλλους έξι αυτονομιστές ηγέτες —τον υποψήφιο για την προεδρία Ζόρντι Τουρούλ, τον Ραούλ Ρομέβα, τον Ζοζέπ Ρουλ, την Ντολόρς Μπάσα, την Κάρμε Φορκαντέλ και την Μάρτα Ροβίρα, η οποία, όμως, δραπέτευσε στην Ελβετία—, η εκ νέου ενεργοποίηση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης για τα ηγετικά στελέχη που κατέφυγαν στο εξωτερικό και η εν συνεχεία σύλληψη στη Γερμανία του πρώην προέδρου, Κάρλες Πουτζντεμόντ —ο οποίος, έπειτα από μια διάλεξη στη Φιλανδία, επέστρεφε στο Βέλγιο όπου διέμενε από τα τέλη Οκτωβρίου—, επανέφεραν την Καταλονία στο κέντρο της διεθνούς προσοχής.

Ο αυτονομισμός ξαναβρίσκει βηματισμό

Τους τελευταίους μήνες, πράγματι, το ενδιαφέρον για το καταλανικό ζήτημα είχε μειωθεί. Μετά από την παρακινδυνευμένη νίκη των περιφερειακών εκλογών της 21ης Δεκεμβρίου, που προκηρύχτηκαν από τον Μαριάνο Ραχόι, έπειτα από την επιτροπεία της περιφέρειας, ο αυτονομισμός βρισκόταν σε αδιέξοδο, ανίκανος να σχηματίσει κυβέρνηση και διαιρεμένος στο εσωτερικό του μεταξύ ενός πιο πραγματιστικού τμήματος (Ρεπουμπλικανική Αριστερά της Καταλονίας και Ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Καταλανικό Κόμμα), που θα ήθελε να εγκαταλείψει το μονομερή δρόμο, και ενός τμήματος που επιθυμεί να συνεχίσει τη σύγκρουση με τη Μαδρίτη (ο πυρήνας του Πουτζντεμόντ και οι αντικαπιταλιστές της Υποψηφιότητας Λαϊκής Ενότητας). Κατά τους τελευταίους δύο μήνες, ο πρόεδρος της Βουλής, Ρότζερ Τόρεντ, είχε συγκαλέσει και εν συνεχεία αναβάλλει δύο εναρκτήριες συνεδριάσεις, μετά από τις προειδοποιήσεις του ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, έχοντας επίγνωση των κινδύνων που διέτρεχαν οι αυτονομιστές σε περίπτωση που πίεζαν για την εκλογή του «εξόριστου» Πουτζντεμόντ ή του Ζόρντι Σάντσες, που είναι φυλακισμένος από τα μέσα Οκτωβρίου. Το πρόβλημα για τους αυτονομιστές, όμως, δεν ήταν μόνο η δικαστική κατάσταση των πιθανών υποψηφίων, αλλά και η έλλειψη ενότητας. Απόδειξη η προσπάθεια εκλογής ενός τρίτου υποψηφίου, την 22α Μαρτίου, του Ζόρντι Τουρούλ, που δεν είχε τη στήριξη της Υποψηφιότητας Λαϊκής Ενότητας, οι τέσσερις βουλευτές της οποίας είναι αναγκαίοι για να υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Τη στιγμή που ο αυτονομισμός έδειχνε όλη την αδυναμία του, η απόφαση του Γιαρένα ανακάτεψε τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι. Από τη μια πλευρά ενεργοποίησε και πάλι τις δημόσιες διαμαρτυρίες, όπου είδαμε τις πρώτες συγκρούσεις αυτονομιστών διαδηλωτών —που οργανώθηκαν από τις Επιτροπές Υπεράσπισης της Δημοκρατίας, που είναι κοντά στην Υποψηφιότητα Λαϊκής Ενότητας— με την καταλανική αστυνομία, τους Mossos d’Esquadra. Από την άλλη, επέτρεψε στους αυτονομιστές να ξαναβρούν μια κάποια ενότητα: την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή της Βαρκελώνης ενέκριναν μια τροπολογία με την οποία ζητούν την ελευθερία των φυλακισμένων πολιτικών και το δικαίωμα του Πουτζντεμόντ και του Σάντσες να εκλεγούν πρόεδροι.

Νέα αβεβαιότητα

Αρχίζει επομένως μια νέα φάση, αβέβαιη ακόμη. Πολλά θα εξαρτηθούν από την απόφαση των γερμανών δικαστών για το αίτημα έκδοσης του καταλανού πρώην προέδρου. Θα δούμε πόσο βάρος έχουν οι καλές σχέσεις μεταξύ Άνγκελας Μέρκελ και του πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι, και μεταξύ των αστυνομικών δυνάμεων των δύο χωρών, που επέτρεψαν τη σύλληψη του Πουτζντεμόντ. Προς το παρόν, η γερμανική κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανέλαβαν ότι το καταλανικό ζήτημα είναι μια εσωτερική υπόθεση της Ισπανίας, αλλά είναι προφανές πως αν οι δικαστές αποφασίσουν να μην εκδώσουν τον καταλανό ηγέτη, αυτό θα είναι ένα ισχυρό χτύπημα για τη στρατηγική που χρησιμοποιεί η ισπανική κυβέρνηση. Τις ερχόμενες εβδομάδες θα έχουμε την απάντηση.
Στο μεταξύ, όμως, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση στη Βαρκελώνη: για το σχηματισμό κυβέρνησης υπάρχει χρόνος μέχρι την 22α Μαΐου, διαφορετικά προχωράμε σε νέες εκλογές. Δύο είναι τα πιθανά σενάρια: ή μια ριζοσπαστικοποίηση του αυτονομισμού —μια εκλογή εξ αποστάσεως του Πουτζντεμόντ και βούληση διατήρησης της σύγκρουσης—, που θα μπορούσε να φέρει μια περαιτέρω σκληρή απάντηση της Μαδρίτης, ή η δημιουργία ενός ευρύτερου μετώπου, ανοιχτού και στους Comuns της Άντα Κολάου και ίσως τους σοσιαλιστές, που θα μπορούσαν τουλάχιστον να απέχουν, με έναν υποψήφιο πραγματιστή και μη κατηγορούμενο αυτονομιστή, ο οποίος θα στοχεύει στην ανάκτηση της περιφερειακής αυτονομίας, θα προσπαθήσει να επουλώσει την κοινωνική ρωγμή που δημιουργήθηκε στην Καταλονία και να ανοίξει έναν πραγματικό πολιτικό διάλογο με το ισπανικό κράτος.

Δικαστική επίλυση πολιτικού προβλήματος;

Αυτός είναι στην πραγματικότητα ο κύριος γόρδιος δεσμός όλης της υπόθεσης: την τελευταία πενταετία, η πολιτική απαρνήθηκε το ρόλο της, αναθέτοντας στα δικαστήρια την επίλυση ενός προβλήματος που είναι στην ουσία πολιτικό. Πρόκειται για την «κυβέρνηση των δικαστών» για την οποία μιλούσε ο Γκονζάλες. Οι ευθύνες του πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι είναι τεράστιες. Τώρα φαίνονται οι καρποί αυτών των αποφάσεων που θα έχουν σημαντικές συνέπειες για τη συνοχή των δημοκρατικών θεσμών της ιβηρικής χώρας. Όμως, οι ευθύνες ανήκουν και στην ηγετική ομάδα των αυτονομιστών, που επέλεξε την μονομερή οδό, χωρίς να έχει μαζί της την πλειοψηφία του πληθυσμού. Η ανευθυνότητα του Πουτζντεμόντ και της κυβέρνησής του ήταν πάρα πολύ μεγάλη, μαζί με την αφέλειά του να πιστεύει ότι μια ανεξάρτητη Καταλονία θα αναγνωριζόταν από άλλες χώρες και ότι ο οικονομικός κόσμος θα υποστήριζε έναν αυτοκτονικό δρόμο. Αυτό οδήγησε σε τρεις κύριες συνέπειες: τη ρήξη της καταλανικής κοινωνίας, την αναβίωση του ισπανικού εθνικισμού και την απώλεια της αυτονομίας της Καταλονίας, που είχε κατακτηθεί με κόπο μετά το τέλος του φρανκισμού.
Η καταλανική κρίση έγινε χρόνια. Μια κρίση που είναι η έκφραση όχι μόνο της κρίσης του ισπανικού συστήματος που γεννήθηκε με τη μετάβαση στη δημοκρατία, στο τέλος της δεκαετίας του 1970, αλλά και της γενικής κρίσης των ηγετικών τάξεων και των μορφών πολιτικής εκπροσώπησης που βιώνουμε σε όλη την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

* Ερευνητής στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας του Νέου Πανεπιστημίου της Λισαβόνας και καθηγητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, καθώς και συγγραφέας, μαζί με τον Giacomo Russo Spena, του βιβλίου Ada Colau, la città in comune (Alegre, 2016) και επιμελητής, μαζί με τους Enric Ucelay-Da Cal e Arnau Gonzàlez i Vilalta, του βιβλίου El proceso separatista en Cataluña. Análisis de un pasado reciente (2006-2017) (Comares, 2017).
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet