CREATOR: gd-jpeg v1.0 (using IJG JPEG v62), quality = 80

Εχει ένα δίκιο, από τη δική του σκοπιά, ο κ. Βενιζέλος όταν εγκαλεί την κ. Γεννηματά για την κίνησή της να απευθύνει, με επιστολές της προς τον πρωθυπουργό, τον πρόεδρο της Βουλής και τις ηγεσίες των δημοκρατικών κομμάτων, πρόσκληση για εκκίνηση από την παρούσα Βουλή της συναινετικής διαδικασίας για αναθεώρηση του Συντάγματος. Υπό μια έννοια η κίνηση αυτή θέτει εν αμφιβόλω τη βασική θέση του Κινήματος Αλλαγής περί «ίσων αποστάσεων» από την κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση, όπως τουλάχιστον αντιλαμβάνεται τη θέση αυτή ο κ. Βενιζέλος. Υπό την έννοια, συγκεκριμένα, ότι η εν καιρώ, όπως είναι η εκφρασμένη βούληση της κυβέρνησης, εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος δίνει —με την επικουρία, αν θέλετε, και του Κινήματος Αλλαγής— προβάδισμα στην κυβερνώσα παράταξη. Προβάδισμα δημοκρατικότητας, που και τη γραμμή των «ίσων αποστάσεων» αφήνει χωρίς επιχειρήματα και τους σχεδιασμούς του κ. Βενιζέλου για συγκρότηση «δημοκρατικού μετώπου» κατά του ΣΥΡΙΖΑ αφήνει χωρίς αποδέκτες. Αποδέκτες στους οποίους προφανώς δεν συγκαταλέγεται ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, κ. Αλιβιζάτος, όπως πιστοποιεί ένα ευφυώς συναρθρωμένο κείμενό του δημοσιευμένο στην «Καθημερινή» της περασμένης Δευτέρας.
Ο έγκριτος συνταγματολόγος ξεκινά με έναν εκτενή πρόλογο που βρίθει απαξιωτικών χαρακτηρισμών για την κυβέρνηση και τις «αδίστακτες μεθοδεύσεις της», αλλά που, στην ουσία, αποσκοπεί να κατευνάσει εκ προοιμίου την οργή όσων (περιλαμβανομένου του κ. Βενιζέλου) ήταν αναμενόμενο ότι θα διαφωνούσαν σφόδρα (όπως και έγινε) με την ουσία των γραφομένων. «Αν υποβληθεί σχετική πρόταση», τελειώνει το άρθρο του ο κ. καθηγητής, «ο κ. Βούτσης θα είναι υποχρεωμένος να συγκροτήσει την προβλεπόμενη επιτροπή. Από εκεί και πέρα, η τύχη του εγχειρήματος θα βρίσκεται βέβαια στα χέρια του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, που θα έχουν δικό τους πρόεδρο και πλειοψηφία στην Επιτροπή Αναθεωρήσεως».
Δύσκολο να φανταστούμε ότι ο κ. Αλιβιζάτος δεν είχε προεξοφλήσει το μένος των αρνητών (περιλαμβανομένου του κ. Βενιζέλου) της δημοκρατικότητας της κυβέρνησης που θα ξεσήκωνε η παραπάνω φράση, η οποία, έμμεσα έστω, δεν αμφισβητεί την προσήλωση της κυβέρνησης στη δημοκρατική νομιμότητα.

«Κινήσεις που δημιουργούν σύγχυση»

Η σφοδρή αντεπίθεση που ο κ. Βενιζέλος εξαπέλυσε, χωρίς να την κατονομάζει, στην κ. Γεννηματά, μιλώντας στον «Σκάι» για τη συνταγματική αναθεώρηση και τις επιστολές στους αρχηγούς των κομμάτων, δεν είχε αποκλειστικό στόχο την ίδια. Δεν εγκαλεί μόνο την κ. Γεννηματά όταν χαρακτηρίζει τις πρωτοβουλίες της «κινήσεις που δημιουργούν στρατηγική σύγχυση, διότι, εκεί που έχεις στο στόχαστρο την επίθεση που κάνει η κυβέρνηση κατά των θεσμών, καλείς την κυβέρνηση, από ίση απόσταση, να σου πει εάν συμφωνεί…». Στοχεύει παράλληλα, χωρίς επίσης να τον κατονομάζει, τον κ. Αλιβιζάτο, επειδή ίσως τον κατατάσσει στους εμπνευστές αυτής της στροφής.
Το ταμπεραμέντο του κ. Βενιζέλου χαρακτηρίζεται από έναν παρορμητισμό που ξεπερνά τον αυτοέλεγχο, προδίδοντας άλλα, βαθύτερα κίνητρα. Αυτό που του υπαγόρευσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αντεπιτεθεί ήταν, πέραν όλων των άλλων, αυτό που ο ίδιος μάλλον εξέλαβε ως προσβολή της επιστημονικής αυθεντίας του, ότι δηλαδή ένας ομότεχνός του συνταγματολόγος, ο κ. Αλιβιζάτος, ενδεχομένως συνέβαλε στην ανακίνηση του ζητήματος της συνταγματικής αναθεώρησης ερήμην του ίδιου.
Υπόθεση; Μάλλον συμπέρασμα. Που συνάγεται από ένα άλλο σημείο της συνέντευξής του, όπου ο κ. Βενιζέλος αναρωτιέται: «Και, εν πάση περιπτώσει, αν δεν ρωτά εμένα, δεν ρωτά τον κ. Λοβέρδο, που είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, που είμαστε μέσα στη Βουλή, ποιον ρωτά το κόμμα μας, το κόμμα στο οποίο ανήκουμε;». «Είμαι», πρόσθεσε σεμνοπρεπώς, «ένας καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου που επιφορτίστηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου και, στη συνέχεια, από τον Κώστα Σημίτη, με το βαρύ καθήκον του γενικού εισηγητή της αναθεώρησης του Συντάγματος από το 1995 έως το 2001, που έγινε η μεγαλύτερη αναθεώρηση». Προς τι, λοιπόν, το κόμμα κατέφυγε στον κ. Αλιβιζάτο, που «ούτε στο κόμμα ανήκει ούτε μέσα στη Βουλή είναι»;
Ο κ. Βενιζέλος υπερεκτιμά τον εαυτό του στον ίδιο επικίνδυνο —για τον ίδιο πρωτίστως— βαθμό που υποτιμά τους άλλους. Με αποτέλεσμα να αυτοϋπονομεύεται. Στο συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής απέρριψε τη γραμμή των «ίσων αποστάσεων», προκρίνοντας την προσέγγιση με το κόμμα του κ. Μητσοτάκη. Στη Βουλή, στην ψηφοφορία για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τους υπουργούς Ξανθό, Κουρουμπλή και Πολάκη, συμπορεύτηκε με τη ΝΔ, παραβιάζοντας τη γραμμή «του κόμματος στο οποίο ανήκει».
Ο κ. Βενιζέλος διεκδικεί για τον εαυτό του ένα ρόλο που η επιδίωξή τον φέρνει όλο και πιο κοντά στη ρήξη με «το κόμμα στο οποίο ανήκει». Για την ακρίβεια, στη ρήξη με τον χώρο από τον οποίο υπολόγιζε να αντλήσει για τη δημιουργία ενός «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μετώπου με επικεφαλής τον ίδιο. Υποτίμησε την επίμονη αντοχή της κυβέρνησης —ένα λάθος εκτίμησης από το οποίο φαίνεται τώρα να απομακρύνονται διακριτικά οι συνιστώσες του Κινήματος Αλλαγής, αν σωστά ερμηνεύουμε την εκ μέρους τους ανακίνηση της συναινετικής συνταγματικής αναθεώρησης.
Διέπραξε στρατηγικό λάθος ο κ. Βενιζέλος στοιχηματίζοντας το πολιτικό του μέλλον στην προοπτική της «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Την επόμενη ευκαιρία να το εμπεδώσει θα του την προσφέρει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όταν, μετά τον Αύγουστο, θα εγκαταλείψει την κινδυνολογία, όπως εγκατέλειψε την «αριστερή παρένθεση» και την εκλογολογία, και θα ξεκινήσει τις προετοιμασίες για τις εκλογές το 2019. Προετοιμασίες στις οποίες δεν προβλέπεται θέση για τον κ. Βενιζέλο. Και για μόνο το λόγο ότι οι απόψεις του για το Μακεδονικό προκαλούν αναφυλαξία στο συντηρητικό ακροατήριο της δεξιάς, ο κ. Μητσοτάκης δεν θα στοιχημάτιζε το κεφάλι του κάνοντάς του χώρο στα ψηφοδέλτια της Νέας Δημοκρατίας.


Κωστής Γιούργος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet