Του Δημήτρη Σμυρναίου, Βερολίνο

Ακριβώς την εβδομάδα που ο Εμμανουέλ Μακρόν ήρθε στο Βερολίνο, προκειμένου να συζητήσει από κοντά με την καγκελάριο Μέρκελ τα σχέδια του για το μέλλον της Ευρώπης, κορυφαίοι Χριστιανοδημοκράτες φρόντισαν να αποδομήσουν τις ιδέες του και μάλιστα με έναν καθόλου κομψό τρόπο. Η Γερμανία φοβάται ότι θα χάσει τον έλεγχο της Ευρώπης και κυρίως τον έλεγχο του «ταμείου» και συνεχίζει να κωλυσιεργεί. Και οι κραυγές των ακραίων συντηρητικών φαίνεται ότι βολεύουν την κυρία Μέρκελ, αφού της δίνουν μια μόνιμη δικαιολογία για να υπεκφεύγει.

Ο ένας δήλωσε ότι δεν βλέπει κανένα λόγο να «μετατρέψει σε δικό του πολιτικό πρόγραμμα τα προσωπικά αισθήματα ευτυχίας του Γάλλου προέδρου». Ο άλλος τόνιζε ότι δεν είναι απαραίτητα φιλοευρωπαϊκό να μεταφέρεις συνεχώς εθνικές εξουσίες στις Βρυξέλλες. Και όλοι μαζί σε ένα «κείμενο προβληματισμού» τόνιζαν ότι οποιαδήποτε αλλαγή στην Ευρωζώνη θα πρέπει να γίνει μέσα από αλλαγή των συνθηκών, η οποία θα χρειαζόταν μερικά χρόνια και υπό την αίρεση ότι θα πρέπει να υπόκειται στον έλεγχο της γερμανικής Βουλής. Για τους Γερμανούς συντηρητικούς ο λόγος, που αυτή την εβδομάδα φρόντισαν να ξεκαθαρίσουν ότι δεν έχουν καμιά όρεξη να στηρίξουν τυφλά τις προτάσεις του Εμμανουέλ Μακρόν για το μέλλον της Ευρώπης και κυρίως της ευρωζώνης.
Ο Γάλλος πρόεδρος προσπάθησε να αποσαφηνίσει τα μάλλον θολά σχέδια του με μια ομιλία στο Ευρωκοινοβούλιο την περασμένη Τρίτη και στη συνέχεια έφτασε την Πέμπτη στο Βερολίνο για να τα παρουσιάσει πιο διεξοδικά στην γερμανίδα καγκελάριο. Αυτό που εισέπραξε ήταν μια συνηθισμένη αμφισήμαντη δήλωση «αλά Μέρκελ»: και οι δύο πλευρές συνφωνούν ότι η ευρωζώνη δεν είναι τέλεια και για αυτό υπάρχουν σχέδια για τη βελτίωσή της, τόσο γαλλικά όσο και γερμανικά. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενε ο Μακρόν και σίγουρα δεν είναι καμιά «επανάσταση» για την Ευρώπη, που έτσι κι αλλιώς αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα πολύ λίγη πολιτικά και πολύ ανισόρροπη οικονομκά.

Με το πόδι στο φρένο

Το πρόβλημα της Γερμανίας είναι ότι φοβάται οποιοδήποτε «άνοιγμα» θα μπορούσε να την απειλήσει να χάσει τον έλεγχο της ευρωζώνης, κυρίως τον έλεγχο των οικονομικών. Θεωρείται απίθανο να συμφωνήσει, λοιπόν, σε έναν πραγματικό μηχανισμό για την Ευρώπη αντίστοιχο του ΔΝΤ, σε ένα «γενναίο» κοινό προϋπολογισμό για τις 19 χώρες της ευρωζώνης ή στην τοποθέτηση ενός ανεξάρτητου ευρωπαίου υπουργού Οικονομικών. Ταμπού θεωρείται όμως και η τραπεζική ένωση για πολλούς και διάφορους λόγους. Τη στιγμή μάλιστα που ο υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι δεν πρόκειται να παρεκκλίνει σε καμιά περίπτωση από τη λογική των μηδενικών ελλειμμάτων, θα ήταν αφελές να προσδοκά κανείς δώρα προς την υπόλοιπη Ευρώπη, τα οποία θα « προκαλούσαν» την κοινή γνώμη της χώρας. Υπάρχουν έτσι κι αλλιώς ανοικτά θέματα, όπως η αύξηση της γερμανικής συμμετοχής στα κοινοτικά ταμεία μετά το Brexit και την αποχώρηση των Βρετανών, αλλά και ο φόβος ότι κάποια στιγμή η άνοδος των επιτοκίων για τα γερμανικά ομόλογα που εδώ και χρόνια κυμαίνονται στην πριοχή του μηδέν, θα αυξήσει τις κρατικές υποχρεώσεις στο μέλλον και θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Ετσι, λοιπόν, ο κύριος Σολτς έχει σαν προτεραιότητα να μην χαλάσει την «παράδοση» που του κληρονόμησε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, κινούμενος πάντα με βασικό κριτήριο το εθνικό συμφέρον.
Στο Βερολίνο είναι πλέον κυρίαρχη η αντίληψη ότι το φιλόδοξο πρώτο κεφάλαιο της συμφωνίας για την επανάληψη του μεγάλου συνασπισμού, που μιλούσε για μια επανεκκίνηση της Ευρώπης θα αποδειχτεί κενό γράμμα. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την αποχώρηση από το προσκήνιο του Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος διαρρέει ακόμα όπου μπορεί ότι έκανε το καλύτερο δυνατό για να αποσπάσει φιλοευρωπαϊκές υποσχέσεις από το συντηρητικό στρατόπεδο σε αυτό το κείμενο που φέρει άλλωστε τη δική του υπογραφή. Πολλοί αμφιβάλλουν αν ακόμα και με τον ίδιο τον Σουλτς στην κυβέρνηση το κλίμα θα επέτρεπε να αφαιρεθούν από τη μαύρη λίστα λέξεις, όπως αλληλεγγύη ή κοινοτικοποίηση των χρεών και να αποδειχτεί το Βερολίνο έτοιμο να κάνει παραχωρήσεις προς το Παρίσι.
«H Γερμανία παραμένει μια μεγάλη χώρα, με μια από τις ισχυρότερες οικονομίες στον κόσμο, αλλά δεν διαθέτει κυβέρνηση ανάλογου μεγέθους» έλεγε αυτές τις ημέρες ένας παλιός πολιτικός συντάκτης, την ώρα που οι κάμερες περίμεναν αναμένες για τις κοινές δηλώσεις Μέρκελ-Μακρόν, στο κτίριο που οι Γερμανοί (επαν)ανεγείρουν ένα από τα παλάτια σύμβολα της ιστορίας τους. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμιά φιλοευρωπαϊκή δυναμική στην κοινή γνώμη, ούτε το πολιτικό θάρρος των δύο συγκυβερνώντων κομμάτων να αλλάξουν τροπάριο και να εξηγήσουν πόσο κερδισμένη έχει βγει τελικά η χώρα τους όλα αυτά τα χρόνια από την εισαγωγή του ευρώ και μετά, αλλά και κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης που συμπληρώνει πλέον μια δεκαετία.
Στην παρούσα φάση οι Χριστιανοδημοκράτες προσπαθούν απλά να περιορίζουν τη ζημιά που έχουν υποστεί πολιτικά βάζοντας όπου μπορούν διαδικαστικές τρικλοποδιές στην κοινοβουλευτική παρουσία της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» και οι Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας υιοθετούν τη συνθηματολογία της ακροδεξιάς αυτής ομάδας για να την... αντιμετωπίσουν. Οι Σοσιαλδημοκράτες απλώς συμπληρώνουν το μενού και ασχολούνται με την επαγγελματική αποκατάσταση των στελεχών τους τουλάχιστον για αυτή την τετραετία. Το «πρότζεκτ» Ευρώπη δεν συγκινεί καθόλου ούτε τους μεν ούτε τους δε. Είναι και αυτό ένα αποτέλεσμα της εποχής Μέρκελ, όπου η ενασχόληση με το βραχυπρόθεσμο μετατράπηκε σε δόγμα για όλα τα κόμματα και τα μεσοπρόθεσμα σχέδια αφέθηκαν για τους γραφικούς... Ο ίδιος ο Μακρόν άθελά του βοηθά πάντως τους Γερμανούς κυβερνώντες να τον μπλοκάρουν, από τη στιγμή που εκστομίζει σχέδια που ακούγονται ουτοπικά και αφηρημένα και για αυτό είναι εύκολο να θαφτούν δια της έκφρασης μιας εξίσου αόριστης συμπάθειας, που δεν πρόκειται ποτέ να μετατραπεί σε πρακτική υποστήριξη.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet