kefala

Της Βιβής Κεφαλά

Στις 7 Απριλίου μέλη της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Λευκά κράνη», αλλά και της ισλαμιστικής οργάνωσης «Τζάϊς αλ Ισλάμ», κατήγγειλαν ότι ο συριακός στρατός έκανε χρήση χημικών όπλων στην Ντούμα, η οποία αποτελεί ένα από τα τελευταία προπύργια των ισλαμιστών. Η καταγγελία συνοδεύθηκε από φωτογραφίες διασωστών που παρείχαν πρώτες βοήθειες σε θύματα της επίθεσης, ενώ ανέφεραν ότι τουλάχιστον εβδομήντα άμαχοι σκοτώθηκαν και σε πολλούς άλλους προκλήθηκαν σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα.
Σχολιάζοντας τις καταγγελίες αυτές εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε ότι είναι «τρομακτικές» και ότι εάν επιβεβαιωθούν, τότε θα πρέπει να υπάρξει άμεση απάντηση της διεθνούς κοινότητος, ώστε το καθεστώς Άσαντ, που έχει διαπράξει και άλλες επιθέσεις με χημικά όπλα στο παρελθόν, να μην διαθέτει πλέον αυτή τη δυνατότητα. Τέλος, επέρριψε την ευθύνη της επίθεσης στην Ρωσία, διότι παρέχει σταθερή υποστήριξη στο συριακό καθεστώς.
Η δήλωση αυτή απετέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα μιας σειράς δηλώσεων από το Λονδίνο, την Ουάσιγκτον και το Παρίσι, όπως αυτές του γάλλου προέδρου Μακρόν, ο οποίος υπογράμμισε ότι διαθέτει αποδείξεις για το ότι την επίθεση με χημικά όπλα στην Ντούμα την διέπραξε το καθεστώς Άσαντ. Οι δηλώσεις αυτές υποστηρίχθηκαν και εμπράκτως με την τριμερή στρατιωτική επίθεση της 14ης Απριλίου, οπότε αμερικανικά, γαλλικά και βρετανικά αεροσκάφη έπληξαν στόχους στην Χομς και στην Δαμασκό.

Το πλαίσιο της επίθεσης

Η επίθεση, η οποία προφανώς δεν είχε την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, καταγγέλθηκε ως παράνομη από την Ομοσπονδία της Ρωσίας, κατηγορία την οποία απέρριψαν οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία, επικαλούμενες την αρχή προστασίας των αμάχων, την οποία έχει αποδεχθεί ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Κατά συνέπεια, η επίθεση όχι μόνο ήταν νόμιμη, αλλά και επιβεβλημένη, πολύ περισσότερο που οι επιτιθέμενοι επανέλαβαν ότι διαθέτουν αποδείξεις για το ότι την επίθεση με χημικά στην Ντούμα την έκανε το καθεστώς Άσαντ. Εξ άλλου, όπως υποστήριξαν, οι βομβαρδισμοί τους δεν είχαν άλλο στόχο πέραν της προστασίας των αμάχων, όπως αποδεικνύει η επιλογή των στόχων, που ήταν ερευνητικά κέντρα και αποθήκες χημικών όπλων, ώστε το καθεστώς Άσαντ να πάψει να έχει τη δυνατότητα να δολοφονεί με φρικτό τρόπο τους αμάχους της χώρας του. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι τόνοι της αντιπαράθεσης Μόσχας – δυτικών συμμάχων ανέβηκαν επικίνδυνα, παρέμειναν όμως εντός ορίων, πράγμα στο οποίο βοήθησε φυσικά και το γεγονός ότι δεν επλήγησαν ρωσικές δυνάμεις από τους εν λόγω βομβαρδισμούς.
Μέχρι στιγμής, καμία απόδειξη εμπλοκής του καθεστώτος Άσαντ στην επίθεση της Ντούμα δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα από τους δυτικούς συμμάχους, τους οποίους η Μόσχα κατηγορεί ότι σκηνοθέτησαν την επίθεση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τίθεται το ερώτημα του γιατί να κάνει μία τέτοια επίθεση το συριακό καθεστώς, τη στιγμή που έχει ανακαταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Όλα αυτά οδηγούν στη σκέψη ότι επαναλαμβάνεται η χρήση ανυπόστατων κατηγοριών, όπως αυτές που εξαπέλυσαν εναντίον του Ιράκ, λίγο πριν την εισβολή του 2003, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο από βήματος του ΟΗΕ, δηλώνοντας ότι έχουν αποδείξεις ότι το ιρακινό καθεστώς διαθέτει ατομικά όπλα, ικανά να πλήξουν την Δύση εντός ημιώρου. Βεβαίως, τα όπλα αυτά δεν βρέθηκαν ποτέ.
Η αναφορά αυτή ανακαλεί στη μνήμη και το προηγούμενο του 2013, οπότε και πάλι είχε κατηγορηθεί το καθεστώς Άσαντ για χρήση χημικών όπλων εναντίον αμάχων, πράγμα που, όπως είχε δηλώσει ο τότε αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα, αποτελούσε το όριο ανοχής των ΗΠΑ στη δράση του συριακού καθεστώτος. Όπως τώρα, έτσι και τότε, είχε τεθεί το κλασσικό ερώτημα «ποιος ωφελείται» και η κρίση επιλύθηκε με διπλωματικά μέσα, οδηγώντας σε μία κατάσταση αμοιβαίου οφέλους για τους εμπλεκόμενους. Σήμερα, όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγορεί τον προκάτοχο του, δηλώνοντας ότι η φρίκη της επίθεσης στη Ντούμα είναι αποτέλεσμα της άτολμης πολιτικής Ομπάμα.
Η επίθεση της 14ης Απριλίου αποτελεί -εκ πρώτης όψεως- κεραυνό εν αιθρία, δεδομένου ότι λίγες ημέρες νωρίτερα ο αμερικανός πρόεδρος είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να διακόψει την οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στην Συρία, ως ατελέσφορη και δαπανηρή, πολύ περισσότερο που ο στόχος, δηλαδή η αντιμετώπιση του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου, έχει επιτευχθεί, πράγμα που σαφώς δεν ισχύει.

Οι στόχοι της επίθεσης

Πρόκειται για μία ακόμα παλινωδία, που υποδεικνύει ότι στις ΗΠΑ διεξάγεται μία συνεχής πάλη ανάμεσα στα παραδοσιακά πολιτικά και διπλωματικά κέντρα λήψεως αποφάσεων –τα οποία αντιλαμβάνονται τη σημασία διατήρησης της αμερικανικής επιρροής στην Μέση Ανατολή- και τον αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση της χώρας ως ανάλογο της διοίκησης των επιχειρήσεων του. Αυτό σημαίνει ότι αν και οι ΗΠΑ συνεχίζουν να έχουν ζωτικά συμφέροντα στην Μέση Ανατολή, στην Ουάσιγκτον δεν υπάρχει ούτε ενιαία στρατηγική για την επίτευξη τους, ούτε ομοφωνία αναφορικά με το ποια είναι τα συμφέροντα αυτά..
Πράγματι, η μεσανατολική πολιτική Τραμπ στηρίζεται στη μονομέρεια και τον παραμερισμό της διεθνούς νομιμότητας και χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια ενίσχυσης της συνεργασίας των ΗΠΑ με το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία. Στόχος αυτής της συνεργασίας είναι το Ιράν, το οποίο ενισχύεται από τις εξελίξεις στην Συρία και το οποίο, ως εκ τούτου, μπορεί να συνεχίσει να έχει επιρροή στην Μέση Ανατολή. Επιδιώκοντας την αποδυνάμωση του Ιράν, η πολιτική Τραμπ αποβλέπει και στην παράλληλη αποδυνάμωση της Ρωσίας, η οποία απέκτησε –επίσης μέσω της συριακής κρίσης- καθοριστική επιρροή στο ζωτικό χώρο της Μέσης Ανατολής, επιρροή την οποία δεν μοιράζονται οι ΗΠΑ. Εξ άλλου, ο εξαναγκασμός της Ρωσίας σε αναδίπλωση από το μεσανατολικό παιγνίδι θα εξανάγκαζε και την Τουρκία σε επανεξέταση της στάσης της έναντι του υπερατλαντικού της εταίρου.
Πρόκειται για ένα σχεδιασμό επί χάρτου, ο οποίος εμφανώς δεν λαμβάνει υπ’ όψιν την πραγματικότητα, δηλαδή ούτε τα νόμιμα συμφέροντα των άλλων διεθνών δρώντων, ούτε φυσικά τη διεθνή νομιμότητα. Πρόκειται, επίσης, για ένα σχεδιασμό ο οποίος υποδεικνύει την τάση –αν όχι την επιδίωξη- επιστροφής σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα, κυριαρχούμενο και καθοριζόμενο από την άσκηση σκληρής ισχύος, δια της οποίας θα επιβάλλεται το δίκαιο του ισχυροτέρου.
Όσον αφορά το παρόν όμως, με την επίθεση τους στην Χομς και την Δαμασκό, οι ΗΠΑ και οι «πρόθυμοι» σύμμαχοι τους, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο, κατάφεραν να δημιουργήσουν μία κλιμάκωση, η οποία ήταν έτσι σχεδιασμένη ώστε να μην οδηγήσει σε ευθεία σύγκρουση με την Ρωσία, αλλά, αντιθέτως, να οδηγήσει δια της διπλωματίας σε αποκλιμάκωση, που θα τους εξασφαλίσει μία θέση στις διαπραγματεύσεις για την Συρία -και άρα κάποια επιρροή- την οποία πριν την επίθεση της 14ης Απριλίου δεν κατείχαν.
Η άποψη αυτή ενισχύεται από την ανακοίνωση που έγινε στις 20 Απριλίου ότι οι πρόεδροι των ΗΠΑ και της Ρωσίας είναι διατεθειμένοι να ανταλλάξουν επίσημες επισκέψεις για συνομιλίες, παραβλέποντας –προφανώς με ευκολία- το γεγονός των βαρύτατων αλληλοκατηγοριών που αντήλλαξαν τις προηγούμενες ημέρες. Είναι σαφές ότι η ανακοίνωση αυτή δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ότι οι συνομιλίες Πούτιν – Τραμπ, εφόσον γίνουν, θα οδηγήσουν σε συμφωνία. Είναι όμως εξ ίσου σαφές ότι εάν δεν υπάρξει συμφωνία, ο καταστροφικός πόλεμος στην Συρία δεν πρόκειται να λήξει.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet