loukas

Θα ήταν λάθος να μην αναγνωρίσει κανείς στο σημερινό υπουργό κάποια δειλά βήματα προς την κατεύθυνση αλλαγής του ενεργειακού προτύπου, αλλά μόνον αυτό.

Του Στάθη Λουκά

Εδώ και μια εικοσαετία, ήλθε με ένταση στην επιφάνεια η αναγκαιότητα αλλαγής του ενεργειακού προτύπου, που βασιζόταν στα ορυκτά καύσιμα. Αυτή η αναγκαιότητα είχε γίνει κατανοητή από δύο φωτεινές προσωπικότητες της Αριστεράς, τον Γρηγόρη Γιάνναρο και τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη, που, έστω και από διαφορετικές αφετηρίες, είχαν κατανοήσει τη σημασία της οικολογικής προσαρμογής της ανάπτυξης, που εμπεριέχει τη διάσταση της κοινωνικής ισότητας. Γρήγορα τους χάσαμε.

Αποστάσεις χωρίς κόστος

Αντίθετα, σε σημαντικό κομμάτι της σημερινής ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ αυτή η αναγκαιότητα αλλαγής δεν έγινε πλήρως κατανοητή, παρά μόνον στο επίπεδο της καλλιέργειας αυτοσχεδιασμών και αυταπατών. Από τέτοιες συμπεριφορές, μερικοί —υποκριτικά— παίρνουν, εκ των υστέρων και χωρίς κόστος, αποστάσεις.
Ήδη από το τέλος του περασμένου αιώνα ήταν γνωστή η οδηγία της ΕΕ για τη δημιουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και των διαδικασιών που έπρεπε να γίνουν στις καθετοποιημένες ενεργειακές επιχειρήσεις. Αυτό δεν είχε γίνει κατανοητό από την τότε ηγεσία του ΣΥΝ, ούτε από σημαντικά στελέχη της σημερινής ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, και δη του σημερινού υπουργού. Όχι τόσο γιατί o ΣYN οργάνωνε ημερίδες υπέρ του κρατούντος ενεργειακού προτύπου και νέων λιγνιτικών θερμοηλεκτρικών σταθμών (Φλώρινα), όσο γιατί ο σημερινός υπουργός Ενέργειας διστάζει να επιρρίψει ευθύνες στις επί μια εικοσαετία, σχεδόν, κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που δεν πήραν τα κατάλληλα μέτρα και δεν έκαναν τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις, ώστε να εξακολουθήσει να παραμένει η ΔΕΗ κεντρικός παίκτης και στο νέο ενεργειακό πρότυπο. Πρότυπο που έπρεπε ήδη, στις βασικές του συνιστώσες, να είχε διαμορφωθεί.

Απουσιάζει στρατηγικός σχεδιασμός

Είναι γνωστό ότι μεγάλες ενεργειακές επιχειρήσεις σαν τη ΔΕΗ, παρουσιάζουν μεγάλη ροπή αδράνειας στις αλλαγές και στις μεταρρυθμίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες, ευρωπαϊκές, ηλεκτρικές ενεργειακές επιχειρήσεις διανύουν σχεδόν μια οκταετία στο δρόμο της αλλαγής δομής και «δέρματος». Η αποφυγή της ριζικής κριτικής των αιτίων της σημερινής κρίσης της ΔΕΗ —που οι βασικές της ρίζες  ανάγονται στο παρελθόν— οφείλεται κύρια σε συνδυασμό διαφορετικών λόγων:
Πρώτον, ότι δεν είχε γίνει πλήρως κατανοητή η αναγκαιότητα της αλλαγής του ενεργειακού προτύπου και δη του ηλεκτρικού. Η όποια αναφορά σ’ αυτό  —π.χ. ενεργειακή δημοκρατία— ήταν μόνο προπαγανδιστική διαδικασία.
Δεύτερον, ότι ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ ταυτίστηκε πλήρως με το συνδικάτο, που από μια ιστορική στιγμή και μετά έπαψε να παίζει το ρόλο του γενικού συνδικάτου (να υπηρετεί δηλαδή μιαν αντίληψη για το γενικό συμφέρον της κοινωνίας), αναπτύσσοντας έντονες τις τάσεις συντεχνιακού συνδικαλισμού, ο οποίος δεν είναι τυχαίο ότι συμβαδίζει χρονικά με την αναγκαιότητα αλλαγής του ενεργειακού προτύπου.
Τρίτον, η πρώτη φάση της κυβέρνησης —Λαφαζάνης υπ. Ενέργειας— ακολουθεί μια λανθασμένη, από κάθε σκοπιά, ενεργειακή πολιτική. Η δεύτερη φάση —Π. Σκουρλέτη— βάζει ορισμένα βασικά και αναγκαία στοιχεία της μεταρρύθμισης του ενεργειακού προτύπου του ηλεκτρισμού και εκείνου του φυσικού αερίου.
Τέταρτον, η μη απόσταση από την ενεργειακή πολιτική των ορυκτών καυσίμων του Μανιάτη, δηλαδή του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, μιας και οι υπεύθυνοι του υπουργείου Ενέργειας και Περιβάλλοντος εφαρμόζουν με συνέπεια το Ενεργειακό Πρόγραμμα Ορυκτών Καυσίμων του Μανιάτη, με αποκορύφωμα τις γεωτρήσεις στον Πατραϊκό, Κατάκολο και —άκουσον άκουσον— γεωτρήσεις με θρυμματισμό σχιστόλιθων στα Ζαγοροχώρια, «τηγανέλαια» στη Λιμνοθάλασσα Αιτωλικού-Μεσολογγίου.
Πέμπτον, η αντίληψη της νέας ενεργειακής πολιτικής σαν κάτι που επιβάλλεται από τρίτους, π.χ την ΕΕ, και όχι σαν μια στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ, έστω και στα πλαίσια μιας κυβέρνησης συνεργασίας. Αυτή είναι η προσέγγιση που κυριαρχεί στα λεγόμενα τηλεοπτικά παράθυρα. Αντίθετα, έπρεπε να είναι επιλογή ενεργητικού παράγοντα της συμφωνίας COP21-22-23. Η συμφωνία αυτή από μόνη της δεν είναι ικανή, είναι ωστόσο αναγκαία, μιας και τείνει να δημιουργήσει ένα πλαίσιο διακυβέρνησης πλουτοπαραγωγικών πηγών και δη ενεργειακών, με στόχους που να συμμερίζεται η διεθνής κοινότητα.

Νέο ενεργειακό μοντέλο, νέες θέσεις εργασίας

Ταυτόχρονα, αποκρύβεται το γεγονός ότι το νέο ενεργειακό πρότυπο, σε συνδυασμό με οικολογική προσαρμογή του προτύπου ανάπτυξης, δίνει απαντήσεις στο πρόβλημα της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Ο συνδυασμός των παραπάνω, καθώς και άλλα παραλειπόμενα, δεν δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για την υπέρβαση των ελλείψεων και καθυστερήσεων, που αν πραγματοποιηθούν, θα βοηθήσουν σημαντικά στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Ιδού, δε, μερικές από αυτές:
• Οι διαδικασίες για τη μείωση της ενεργειακής έντασης της ελληνικής οικονομίας, που είναι η χειρότερη της μεσογειακής Ευρώπης.
• Η μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα, που ελάχιστα έχουν μειωθεί σε σχέση με το 1990, παρ’ όλο ότι το ΑΕΠ μειώθηκε σημαντικά.
• Η ταχύτερη δυνατή κάλυψη της καθυστέρησης (το 2015 έφθασε 31,6% έναντι του στόχου) της συμμετοχής των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας.
• Οι σταδιακές κεντρικές και ανά περιφέρεια παρεμβάσεις (smart grid, έξυπνα δίκτυα) για την αλλαγή της αρχιτεκτονικής του συστήματος μεταφοράς και διανομής, ώστε να αποφέρει καλύτερη εκμετάλλευση των ΑΠΕ και να στηρίζει την ισορροπία του ηλεκτρικού συστήματος.
• Η σταδιακή επέκταση του δικτύου φυσικού αερίου για την εισροή του βιομεθανίου, τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της μικρής βιομηχανικής επιχείρησης και την επέκταση του φυσικού αερίου σαν μεταβατικού ορυκτού καυσίμου.
Τα προαναφερόμενα σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη δυνατότητα μια μεταρρυθμισμένη ΔΕΗ να διεκδικήσει κεντρικό ρόλο στο υπό διαμόρφωση νέο ενεργειακό πρότυπο και να συμβάλλει σημαντικά σε αυτό.
Τόσα άλλα θεσμικά και τεχνολογικά θα μπορούσαν να προστεθούν, ενδεικτικά της έλλειψης μιας Εθνικής Ενεργειακής Πολιτικής, αλλά δεν είναι του παρόντος κειμένου.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet