hatzopoulos

Του Ορέστη Αθανασίου

Στο πιο κρίσιμο και ευαίσθητο στάδιο φαίνεται να βρίσκεται το μακεδονικό ζήτημα αν συνυπολογίσει κανείς δύο ειδήσεις της εβδομάδας που πέρασε. Πρώτον, σημειώνεται μια ενεργοποίηση του λεγόμενου «διεθνούς παράγοντα» με τη συγκρότηση μιας ομάδας πίεσης υπό την επωνυμία «Ομάδα της Αχρίδας». Πρόκειται για ένα λόμπι για την ένταξη της ΠΓΔΜ στην EE και το ΝΑΤΟ, στο οποίο συμμετέχουν οι δύο πρώην γ.γ. του ΝΑΤΟ, οι Χαβιέ Σολάνα (ο οποίος υπήρξε και ύπατος αρμοστής Εξωτερικής Πολιτικής της EE) και Τζορτζ Ρόμπερτσον, ο πρώην πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας, Καρλ Μπιλντ, και άλλοι αμερικανοί και ευρωπαίοι πρώην διπλωμάτες, οι οποίοι δραστηριοποιούνται πλέον στον ιδιωτικό τομέα. Αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνει τις δηλώσεις του επιτρόπου αρμόδιου για τη διεύρυνση, Γιοχάνες Χαν, ο οποίος προέβλεψε συμφωνία εντός των επόμενων δύο εβδομάδων «που θα ανοίξει το δρόμο για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη FYROM». Δήλωση από την οποία αρχικά φάνηκε να παίρνει αποστάσεις ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ, Ζόραν Ζάεφ. Την Παρασκευή, όμως, μετά τη συνάντησή του με τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, ο Ζάεφ τόνισε ότι ποτέ άλλοτε η χώρα του δεν ήταν τόσο κοντά στο να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕE, καθώς επίκειται λύση στο θέμα της ονομασίας. Η μεταστροφή αυτή του Ζάεφ είναι η δεύτερη σημαντική εξέλιξη.
Ας σημειωθεί ότι το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αντέδρασε με ελάχιστα διπλωματικό τρόπο στη δήλωση του επιτρόπου, κατηγορώντας τον Γιοχάνες Χαν πως «παρέχει λάθος εικόνα για διαπραγματεύσεις», καλώντας τον «να σταματήσει να τις υπονομεύει».

Αντιστροφή ρόλων

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή αλλαγή σκηνικού η οποία απαιτεί εξήγηση. Εκεί που ήταν η ελληνική πλευρά η οποία άνοιξε το θέμα και ζήτησε διάλογο με τα Σκόπια με σκοπό την εξεύρεση μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης, τώρα δημιουργείται ένα σκηνικό που τείνει να θέσει την Αθήνα απολογούμενη έναντι της ΠΓΔΜ επειδή δεν επιδεικνύει ελαστικότητα και ευελιξία. Ιδίως αν αληθεύουν οι διαρροές πως υπάρχει μια σύγκλιση όσον αφορά το όνομα, τη μία από τις δύο προϋποθέσεις που έχει θέσει η Αθήνα. Σύμφωνα με τις διαρροές, βάση των συζητήσεων αποτελεί η ονομασία «Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας» και εκείνο που δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί αφορά το αν αυτή η ονομασία θα είναι ενιαία και αμετάφραστη (Republika Gorna Makedonija) ή με δυνατότητα μετάφρασης (π.χ. «Republic of Upper Macedonia») για κάθε χώρα. Ζήτημα που συνδέεται και με την αναγνώριση ή όχι «μακεδονικής γλώσσας», θέμα στο οποίο επιμένουν πολλοί στην Ελλάδα. Πρόκειται, όμως, για ζήτημα που έχει λυθεί στην πράξη εδώ και δεκαετίες. Μακεδονική γλώσσα έχει αναγνωριστεί από τον ΟΗΕ από τη δεκαετία του 1970. «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι υπάρχει μακεδονική γλώσσα, άσχετο αν είναι συγγενής με τη βουλγαρική» τόνιζε πριν λίγο καιρό σε συνέντευξή του στην «Εποχή» ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης. Άρα ούτε η γλώσσα στην οποία θα αναγράφεται το όνομα αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο, ιδίως αν τα Σκόπια αποδεχθούν μια υποσημείωση στη συμφωνία ότι η γλώσσα αυτή ανήκει στην οικογένεια των σλαβικών γλωσσών.

Το δόγμα του αλυτρωτισμού

Συνεπώς, εκείνο το οποίο φαίνεται να παρουσιάζεται αυτή τη στιγμή ως εμπόδιο στην επίτευξη συμφωνίας είναι η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει η Αθήνα: η αλλαγή του Συντάγματος ώστε να εξαλειφθούν οι υπόνοιες «αλυτρωτισμού». «Αυτό το… προαπαιτούμενο (πρώτα οι αλλαγές στο Σύνταγμά τους, και ύστερα οποιαδήποτε συμφωνία) τείνει να εξελιχθεί σε νέο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής μας» έγραφε πρόσφατα σε διπλανή στήλη ο Μπάμπης Γεωργούλας. Τις ίδιες εκείνες μέρες, σε ρεπορτάζ καλά πληροφορημένου συντάκτη του «Βήματος» σημειωνόταν πως στο υπουργείο Εξωτερικών «υπάρχουν διαφορετικές αποχρώσεις σχετικά με την έκταση των συνταγματικών αλλαγών που πρέπει να επιδιωχθούν. Μια σχολή σκέψης λέει ότι εφόσον αντικατασταθεί παντού το “Δημοκρατία της Μακεδονίας” με τη νέα ονομασία θα πρόκειται για επαρκή λύση. Μία άλλη σχολή επιμένει ότι πρέπει να αλλάξουν ουσιαστικά συγκεκριμένα άρθρα του σκοπιανού Συντάγματος, όπως το 49 (για τους “Μακεδόνες του εξωτερικού”)». Όπως όμως υπενθύμιζε ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης στη συνέντευξή του «στις διαπραγματεύσεις του 1992-1993 το κράτος αυτό άλλαξε τη σημαία του και έβαλε στο Σύνταγμά του μια ρήτρα που λέει ότι δεν έχει βλέψεις αλυτρωτικού χαρακτήρα απέναντι στα γειτονικά του κράτη». Επιπλέον, επειδή η αλλαγή του Συντάγματος, έστω και αν γίνει αποδεκτή από τα Σκόπια, δεν μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη, υπάρχει μια εναλλακτική που παρέχει ισχυρές ασφαλιστικές δικλείδες: μια διεθνής συμφωνία που θα περιέχει τις πρόνοιες που ζητά η Ελλάδα. Αν τα Σκόπια και το λόμπι της «Ομάδας της Αχρίδας» θέλουν να λήξει το θέμα έως τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στις 11-12 Ιουλίου δεν έχουν κανένα λόγο να μην αποδεχθούν τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας.
Ας είμαστε σαφείς σ’ αυτό το σημείο. Δεν θα είμαστε ευτυχείς αν τα Σκόπια ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, ούτε το επιδιώκουμε. Αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην εκμεταλλευθούμε τη φούρια όσων επιδιώκουν την περαιτέρω εδραίωση της Ατλαντικής Συμμαχίας στα Βαλκάνια, για να εξασφαλίσουμε τη «θαρραλέα επίλυση του μακεδονικού ζητήματος, χωρίς επιρροές από παλιές λανθασμένες θέσεις ή μπρος πίσω εξαιτίας πιέσεων που ασκεί η “εγχώρια” δεξιά ή η παραδοσιακή δεξιά», όπως αναφέρει το κείμενο της συνδιάσκεψης των «53+». Και σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε. Είτε «η αριστερά θα γίνει πιο πειστική, προβάλλοντας ενεργά τις θεμελιώδεις αξίες της, όπως ο διεθνισμός και η συναδέλφωση των λαών» είτε θα ευοδωθούν τα σχέδια των λόμπι —που βέβαια δεν ενδιαφέρονται για την «ταυτότητα και την αξιοπρέπεια ενός λαού»— επειδή η κυβερνητική Αριστερά ακροβατεί, αναζητώντας «μια αδύνατη ισορροπία με την εθνικιστική δεξιά και το εκκλησιαστικό κατεστημένο» (τα εισαγωγικά από το κείμενο της συνδιάσκεψης).
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet