georgulas

Ο θόρυβος που προκλήθηκε από τη διαφωνία ορισμένων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στη θεσμοθέτηση της αναδοχής παιδιών από ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, για την ακρίβεια από τα ομόφυλα αυτής της κατηγορίας, θα κοπάσει μετά την προβλεπόμενη υπερψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου από τη Βουλή. Η αξιωματική αντιπολίτευση θα καταγράψει κέρδη και ζημίες από την εκμετάλλευση –πολιτική και επικοινωνιακή – αυτής της διαφωνίας, και όσοι αντιδράσαμε σ΄ αυτή τη συντηρητική αναδίπλωση εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, θα μείνουμε μάλλον ικανοποιημένοι από τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της στάσης μας, ίσως και από τις προσδοκώμενες μελλοντικές δευτερογενείς συνέπειες.

Υπάρχει κάτι πιο βαθύ

Ίσως θα έπρεπε, όμως, να αντιμετωπίσουμε αυτό το επεισόδιο σαν σύμπτωμα μιας βαθύτερης έλλειψης, η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να προκαλέσει σοβαρότερη και μονιμότερη ζημιά από τον κίνδυνο να μην υπερψηφιστεί ένα νομοσχέδιο ή να υποστεί επικοινωνιακά πλήγματα το κύρος του κυβερνώντος κόμματος. Το ερώτημα, δηλαδή, που χρειάζεται να απαντηθεί, είναι πώς γίνεται για ένα θέμα αξιακού χαρακτήρα, για το οποίο υπάρχει προγραμματική τοποθέτηση, να εμφανίζεται διαφοροποίηση από ικανό αριθμό μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, και μάλιστα με βασικό επιχείρημα ότι δεν είναι ώριμη ακόμα η κοινωνία να δεχτεί μια τέτοια ρύθμιση.
Πρόκειται, άραγε, για μια συνήθη σε πολιτικά κόμματα δήλωση διαφοροποίησης, την οποία μπορεί κάποιος να αντιμετωπίσει με τη γνωστή ρήση «οι διαφορές απόψεων αποτελούν πλούτο για τα κόμματα»; Το ίδιο το επιχείρημα ότι δεν είναι ώριμη ακόμα η κοινωνία, ακυρώνει μια τέτοια ερμηνεία, καθώς εγείρει το ερώτημα τι έκαναν οι ίδιοι, τι έκανε στο σύνολό της η κοινοβουλευτική ομάδα, τι έκαναν οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, τι έκανε στο σύνολό του το κόμμα ξεκινώντας από την ηγεσία του (όχι μόνο τον ηγέτη του), ώστε να μην επικαλείται κανείς την καθυστέρηση της κοινωνίας, προκειμένου να καλύψει τους δικούς του δισταγμούς. Άλλωστε, από πότε ένα κόμμα της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς αντιλαμβάνεται το ρόλο του ως επιμηθέας για την επικύρωση αλλαγών που έχουν ήδη συντελεστεί και όχι ως καταλύτης για την ωρίμανση αλλαγών και στη νοοτροπία ακόμα των μελών της κοινωνίας;
Πολύ περισσότερο που δεν πρόκειται για απλά μέλη κάποιας περιφερειακής οργάνωσης, αλλά για επίλεκτα αιρετά στελέχη ενός κόμματος, που ο λαός τού εμπιστεύτηκε την πρώτη θέση στις εκλογές και τη δυνατότητα να κυβερνήσει.

Η ποσότητα και η ποιότητα

Αν θέλουμε να εξετάσουμε λίγο βαθύτερα τα πράγματα, είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, στην απότομη εξώθησή του στην πρώτη θέση εκλογικά και από εκεί στην κυβέρνηση, δεν έδωσε τη σημασία που έπρεπε στην οφθαλμοφανή ανάγκη να καλλιεργήσει έναν συνεκτικό ιδεολογικοπολιτικό συνδετικό ιστό αντίστοιχο με τον αυτοπροσδιορισμό του, όπως αυτός προκύπτει από την ιδρυτική διακήρυξή του και τα προγραμματικά κείμενά του.
Δεν έγινε μέλημα του κόμματος αυτό, δεν αποτέλεσε σημαντικό και εξειδικευμένο καθήκον της ηγεσίας του. Δεν καλλιεργήθηκε σε μόνιμη βάση και σε κάθε ευκαιρία η σύνδεση της τρέχουσας πολιτικής –και της κυβερνητικής ακόμα– με τις γενικότερες πολιτικές στοχεύσεις και με τις στρατηγικές επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ, όπως προκύπτουν από τον ίδιο τον αυτοπροσδιορισμό του.
Και το κακό είναι πως και τώρα, μ΄ αυτή την αφορμή, εντοπίζεται το μερικό πρόβλημα, όχι το συνολικό. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε θετικές τις αντιδράσεις που προκάλεσε η διαφοροποίηση των μελών τής κοινοβουλευτικής ομάδας, αλλά από μια άποψη έμοιαζαν με απόπειρες συμπτωματικής θεραπείας μιας ορατής αδυναμίας, η οποία απαιτεί αντιμετώπιση της βαθύτερης αιτίας που προκαλεί αυτά τα συμπτώματα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως την περίοδο της αλματώδους αύξησης της εκλογικής επιρροής του, λειτούργησε, με ευθύνη και της ηγεσίας του, σαν κόμμα πολιτικής ενότητας, που ενδιαφερόταν να ενισχύσει αυτή την τάση αύξησης των ποσοστών του παραβλέποντας τα άμεσα ή προσεχή προβλήματα που η αντίληψη αυτή ήταν βέβαιο ότι θα προκαλέσει. Δεν έχει νόημα να θυμίσουμε μία μία τις περιπτώσεις υποψηφίων βουλευτών ή και εκλεγμένων βουλευτών, που η πραγματικότητά τους αποδείχτηκε ότι απέχει παρασάγγες από τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν γι΄ αυτούς –και σήμερα κύριος οίδε πού αρμενίζουν. Τις περισσότερες φορές όχι στ΄ αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ.

Υπάρχει ζήτημα

Είναι υπαρκτό αυτό το ζήτημα για τα καθοδηγητικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ; Και πώς σκέφτονται να το αντιμετωπίσουν; Όχι, εννοείται, μόνο στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής ομάδας, αλλά στο κρίσιμο πεδίο της οικοδόμησης ενός κόμματος με συνείδηση της αποστολής του, ιδίως σε τέτοιες αντίξοες συνθήκες σαν τις μνημονιακές, αλλά και τις μεταμνημονιακές, που θα έχουν τις δικές τους, διαφορετικές δυσκολίες και απαιτήσεις.
Μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει οξύμωρο το σχήμα, αλλά όσο πιο απομακρυσμένος φαίνεται ο στρατηγικός στόχος ενός κόμματος, όσο πιο πολύ συμπιέζεται από τρέχοντες πολιτικούς ή οικονομικούς καταναγκασμούς, τόσο περισσότερο χρειάζεται να τονίζει εκείνα τα στρατηγικής σημασίας χαρακτηριστικά του, που το διαφοροποιούν ουσιαστικά και με σαφήνεια από τους αντιπάλους του. Που ενισχύουν τη συνοχή και την αντοχή του, τα αξιακά και οραματικά, τα ιδεολογικά στοιχεία του και δεν το αφήνουν να καθηλωθεί και να τελματώσει μέσα στο ρόλο ενός άτολμου και φοβισμένου διαχειριστή μιας πραγματικότητας, που δεν πιστεύει ότι μπορεί να την αλλάξει.
Αν δεν εξασφαλιστούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τέτοιοι όροι, δεν πρόκειται να ωριμάσουν οποιεσδήποτε συνθήκες για οτιδήποτε στην κοινωνία. Κι αυτό θα είναι μια πολύ κακή δικαιολογία για κάθε πιθανή αποτυχία.




Χ. Γεωργουλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet