Στη διαδρομή της η κάθε εβδομάδα, εκτός από τις σοβαρές ειδήσεις που επιφυλάσσει στους καταναλωτές πολιτικής σκέψης, μας φιλοδωρεί με τουλάχιστον μία είδηση που γεννά αμφιβολίες αν οι κατέχοντες κάποιο υψηλό πολιτικό πόστο το διαχειρίζονται με την απαιτούμενη σοβαρότητα.
Στην πρώτη κατηγορία εντάσσεται η επιστολή που απέστειλε την τελευταία εβδομάδα του Μαρτίου η κα Γεννηματά προς τον πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των δημοκρατικών κομμάτων, καταθέτοντας τις προτάσεις της για αλλαγές στο Σύνταγμα και ζητώντας «να μη χαθεί η ευκαιρία για τη συνταγματική αναθεώρηση από την παρούσα Βουλή». Στη δεύτερη κατηγορία σίγουρα εντάσσεται η επιστολή της κας Γεννηματά προς τον πρόεδρο της Βουλής την περασμένη εβδομάδα, με την οποία ζητά προ ημερησίας διάταξης συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών – με την προφανή επιδίωξη να αναδείξει (όπως νομίζει) στον ύψιστο βαθμό την κρισιμότητα (όπως η ίδια την αντιλαμβάνεται) των στιγμών που διανύει η χώρα μέχρι την οριστική έξοδο από το πρόγραμμα δημοσιονομικής επιτήρησης, προφανέστατα δε για να θέσει, συνακόλουθα, ζήτημα άμεσων εκλογών: «Τώρα είναι η ώρα ο ελληνικός λαός, αυτός και μόνο, να αποφασίσει τους όρους και τις εγγυήσεις για τη βιώσιμη έξοδο από την κρίση και να επιλέξει σε ποιούς θα εμπιστευθεί να οδηγήσουν αυτή την πορεία».

Με το αποτύπωμα του Ευ. Βενιζέλου

Είναι ολοφάνερη η ανακολουθία ανάμεσα στις δύο επιστολές, με την τελευταία να αμφισβητεί τη σοβαρότητα της πρώτης – και με τις δυο μαζί να αμφισβητούν αν το Κίνημα Αλλαγής μπορεί να εκπέμψει σοβαρό πολιτικό λόγο, να εκπονήσει συνεκτική πολιτική, σε τελική ανάλυση να αντιμετωπίσει με τη δέουσα σοβαρότητα το μέλλον του.
Η ανακολουθία στην πολιτική παράγει πολιτικό κόστος. Αν η σημαντική αυτή παράμετρος παραβλέφθηκε από τη δεύτερη επιστολή, αυτό έγινε – όπως εκτιμούν, με φανερή απαρέσκεια, στελέχη προερχόμενα από το Ποτάμι κυρίως – επειδή στην ουσία η επιστολή απευθύνεται στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να υπηρετηθεί μια άλλη, περισσότερο επείγουσα προτεραιότητα: να κατασιγάσουν οι αντιθέσεις για την τελική θέση απέναντι στο νομοσχέδιο για την αναδοχή. Είναι γνωστό ότι στην πρόσφατη σύνοδο της Κ.Ο. δεν κάμφθηκαν οι διαφωνίες των βουλευτών που ζητούν καταψήφιση σε κάθε περίπτωση, και όχι μόνο για το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, ώστε να μην παρέχεται κοινοβουλευτική στήριξη στην κυβερνητική πλειοψηφία επ’ ουδενί λόγω. Θεωρείται «ζήτημα τιμής». Και φέρει την «υπογραφή» των κ.κ. Ανδρ. Λοβέρδου, Οδ. Κωνσταντινόπουλου και Γ. Μανιάτη – και, βέβαια, του βασικού εισηγητή αυτής της πολιτικής, που το αποτύπωμά της φέρει η επιστολή Γεννηματά, δηλαδή του κ. Ευ. Βενιζέλου.

Με έωλα επιχειρήματα

Και εδώ τίθεται το εξής ερώτημα. Γιατί ο κ. Βενιζέλος, ως έγκριτος συνταγματολόγος, δεν προστάτευσε την κ. Γεννηματά από ένα ολίσθημα διαπραγμένο στα όρια της προσβολής του θεμελιώδους νόμου της δημοκρατίας που είναι το σύνταγμα; Συγκεκριμένα από τη φράση: «Η κυβέρνηση δεν έχει καμία λαϊκή νομιμοποίηση για να αναλάβει τέτοιες σοβαρές δεσμεύσεις (ενν. τις δεσμεύσεις που συνοδεύουν παγίως την έξοδο κάθε χώρα μέλους της Ε.Ε. από την επιτροπεία). Όμως, αν δεν απατόμεθα, μια κυβέρνηση χάνει την καλή μαρτυρία του νόμου με έναν τρόπο – σε δύο παραλλαγές: είτε με την απώλεια της δεδηλωμένης, χάνοντας, δηλαδή, τη στήριξη της πλειοψηφίας των βουλευτών επί συγκεκριμένου ζητήματος, είτε εκτάκτως, όταν η λαϊκή κατακραυγή εναντίον της εκδηλωθεί τόσο μαζικά και με τέτοια εμμονή, ώστε να υποχρεωθούν οι βουλευτές, ως ατομικές συνειδήσεις, να αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους, υπακούοντας στη λαϊκή βούληση.
Προς μεγάλη απογοήτευση της αντιπολίτευσης, ούτε το ένα συμβαίνει ούτε το άλλο. Αντιθέτως, είναι απόλυτα ορατές οι θετικές προσδοκίες της λαϊκής βούλησης από την επικείμενη απαλλαγή από τη μνημονιακή επιτροπεία. Τι άλλο από μειδιάματα περίμενε η κα Γεννηματά να εισπράξει, όταν ζητά εκλογές άμεσα, καταφεύγοντας σε τέτοια έωλα επιχειρήματα;
Και, τελοσπάντων, ο κ. Βενιζέλος δεν την προστάτευσε επειδή το πολιτικό μέλλον του Κινήματος Αλλαγής και της προέδρου του μάλλον δεν τον απασχολεί ιδιαιτέρως.

Εκμηδένισε κάθε πιθανότητα

Απορίας άξιο, όμως, είναι το ότι η κ. Γεννηματά δεν φρόντισε, ξαναδιαβάζοντας την επιστολή πριν την αποστείλει, να προστατεύσει η ίδια το κύρος της, αλλά, αντιθέτως, αφέθηκε να διαπράξει, σε άλλο σημείο της επιστολής, ένα ολίσθημα που προδίδει άγνοια του τι ακριβώς διακυβεύεται για τη χώρα με την επιδίωξη της ομαλής εξόδου από την επιτροπεία.
Εννοούμε τη φράση που ισχυρίζεται ότι, «ουσιαστικά η κυβέρνηση έχει συρθεί σε ένα νέο, άτυπο μνημόνιο, με σκληρές δεσμεύσεις και χωρίς πια φθηνό χρήμα για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας». Ήταν τόσο δυσδιάκριτο αυτό το «χωρίς πια φθηνό χρήμα για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας» ώστε να περάσει απαρατήρητο; Με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν οι πραγματικές διαθέσεις των συντακτών της επιστολής ενώπιον του διλλήματος: Έξοδος από τα μνημόνια με υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, αλλά με αντάλλαγμα την ανάκτηση της δημοσιονομικής ανεξαρτησίας της χώρας, ή χαμηλό επιτόκιο δανεισμού, αλλά με αντάλλαγμα την συνέχιση της μνημονιακής επιτροπείας.
Η κα Γεννηματά μοιάζει να υπερασπίζεται ως επωφελέστερη τη δεύτερη επιλογή. Αδυνατεί να καταλάβει πόσο αυτό σκιάζει το προφίλ της, με δεδομένες τις περί του αντιθέτου διαθέσεις του λαϊκού ακροατηρίου προς το οποίο απευθύνεται με τη φιλοδοξία να το πείσει για τη σοβαρότητά της.
Κάποιοι ίσως της αναγνωρίσουν ως ελαφρυντικό ότι έχει προσβληθεί ασύγγνωστα από μνημονιακή ιδρυματοποίηση. Πάντως, σε ό,τι αφορά στα περί άμεσων εκλογών, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι οι Βρυξέλλες δεν θα της αναγνωρίσουν κανένα ελαφρυντικό. Θα της καταλογίσουν, αντίθετα, την πολιτική επιπολαιότητα να μη βλέπει ότι οι διαπραγματεύσεις οδεύουν ανεπιστρεπτί προς την έξοδο. Αν φιλοδοξεί στα σοβαρά να γίνει κάποτε συνομιλητής τους, ζητώντας εκλογές τώρα εκμηδένισε κάθε πιθανότητα.

Κωστής Γιούργος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet