Να αλλάξουμε την υπάρχουσα κουλτούρα φαρμάκου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τη συνέντευξη πήρε η Τζέλα Αλιπράντη

Το κύκλωμα παράνομης διακίνησης αντικαρκινικών φαρμάκων δραστηριοποιούταν στην Ελλάδα από το 2013, παρόλα αυτά ανακαλύφθηκε μετά από σύσταση των γερμανικών υπηρεσιών. Η Ελλάδα έχει τους κατάλληλους ελέγχους για τον εντοπισμό τέτοιων κυκλωμάτων;
Το ζήτημα δεν άπτεται μόνο στο πώς είναι οργανωμένοι εν γένει οι ελεγκτικοί μας μηχανισμοί. Τέτοια φαινόμενα ήταν, κατά την άποψη μου, αναμενόμενα, από την άποψη ότι η δομή της ελληνικής αγοράς παρουσιάζει μια «ελευθεριότητα» όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αυτή κινείται. Από πλευράς ελεγκτικών μηχανισμών λείπουν όχι τόσο τα εργαλεία, αλλά οι άνθρωποι προκειμένου να κάνουν αυτή τη δουλειά αποδοτικότερα. Δεν μου φαίνεται, λοιπόν, περίεργο που το κύκλωμα πιάστηκε κάπου αλλού. Η παράνομη διακίνηση πάντως δεν θεωρώ πως είναι κάτι που μπορεί να συμβαίνει μόνο σε ένα νοσοκομείο, διότι όταν υπάρχει μία αγορά ή ένα τμήμα της αγοράς που είναι αρκετά προσοδοφόρο και με αρκετά μεγάλες τιμές και μπορεί κάποιος να βγάλει εύκολα λεφτά, τότε είναι «φυσιολογικό» να εκτρέφονται και τέτοια φαινόμενα.

Κατά τη γνώμη σας τι πρέπει να κάνει το κράτος για να σταματήσουν αυτά τα φαινόμενα;
Θα πρέπει να αλλάξουν οι διαδικασίες μέσα στα νοσοκομεία, προκειμένου να ελέγχεται πού πάει το φάρμακο και σε τι ποσότητα πάει. Δεν είναι ζήτημα, δηλαδή, μόνο ενίσχυσης των ελεγκτικών μηχανισμών. Για να φέρω ένα παράδειγμα, αν το σύστημα χορήγησης και παρακολούθησης φαρμάκων μαζί με τα αντίστοιχα πληροφοριακά συστήματα που έχουν τα νοσοκομεία, ήταν σε επίπεδα άλλων χωρών, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να αναπτυχθεί αυτό το κύκλωμα. Δεν είναι απλό το πρόβλημα, είναι πολύ σύνθετο. Απλούστατα, η χώρα πληρώνει το έλλειμμα μεταρρυθμίσεων που έπρεπε να είχαν γίνει πολλά χρόνια πριν, έλλειμμα μεταρρυθμίσεων που οδήγησε στην ανάπτυξη μιας προβληματικής κουλτούρας, και που μέσα στην κρίση είναι πολύ πιο δύσκολο να την αλλάξεις.

Μια μίνι επανάσταση

Πώς διαμορφώνεται η πολιτική του φαρμάκου από τη σημερινή κυβέρνηση;
Να δούμε καταρχήν τι έχει γίνει μέχρι τώρα. Πρώτα από όλα, το ζήτημα της τιμολόγησης των φαρμάκων είναι πια ξεκαθαρισμένο και δεν μπορεί να παρέμβει κανένας. Έχει βγει λίστα από τον ΕΟΦ με βάση τις τρεις χαμηλότερες χώρες της Ευρώπης. Προκειμένου να μπει το φάρμακο στη θετική λίστα, θα πρέπει να κυκλοφορεί σε 9 χώρες, σε 6 να αποζημιώνεται, από τις οποίες οι 3 να έχουν μηχανισμό αξιολόγησης των δαπανών υγείας. Δεν μπορεί κανένας πια να παίξει με τις τιμές των φαρμάκων, είτε είναι υπουργός, είτε πρωθυπουργός. Το δεύτερο κομμάτι, που ίσως να έχει και καθυστερήσει, είναι η δημιουργία μηχανισμού αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας. Με τη δημιουργία αυτού του οργανισμού ξεκινά μία μίνι επανάσταση, καθώς θα αξιολογείται η αποτελεσματικότητα και το κλινικό όφελος των θεραπευτικών προσεγγίσεων και παρεμβάσεων (προς το παρόν εμείς θα ξεκινήσουμε με τα φάρμακα μόνο), σε σχέση με την προτεινόμενη τιμή τους, και πάνω σε αυτή την αξιολόγηση θα βασίζεται η πολιτική αποζημίωσης από τα ασφαλιστικά ταμεία και το ΕΣΥ γενικότερα. Αυτό σε συνδυασμό με την ύπαρξη θεραπευτικών κατευθυντήριων οδηγιών, που θα βασίζονται στα θεραπευτικά πρωτόκολλα, θα έχει θετική επίδραση στον εξορθολογισμό της φαρμακευτικής δαπάνης σε όρους «χρηματικούς», αλλά και κλινικής αποτελεσματικότητας. Όταν ολοκληρωθεί αυτός ο μηχανισμός, και γίνονται βήματα σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση, θα είναι δυνατόν η φαρμακευτική δαπάνη -που τώρα είναι περιορισμένη λόγω του ασφυκτικά «στενού» κλειστού προϋπολογισμού που μας έχουν επιβάλει οι θεσμοί, όπως επανειλημμένα έχει δηλώσει ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός- να είναι αυτή που πραγματικά ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας. Ο μηχανισμός αυτός, η Επιτροπή δηλαδή αξιολόγησης, αναμένεται να μπει σε λειτουργία τον επόμενο μήνα και ο οργανισμός Αξιολόγησης να είναι έτοιμος μέσα στο 2018.

Το ζήτημα των γενόσημων φαρμάκων πώς εξελίσσεται; Οι ασθενείς και οι γιατροί τα εμπιστεύονται;
Εξελίσσεται αργά. Κατά τη δική μου άποψη, αυτοί που παίζουν αποφασιστικό ρόλο για τη χρήση των γενόσημων φαρμάκων είναι οι γιατροί. Οι ασθενείς αυτούς ακούν και εμπιστεύονται. Δυστυχώς, όμως, το ιατρικό σώμα δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά, κατά την άποψη μου, σε αυτή την ανάγκη. Τα γενόσημα δεν συνταγογραφούνται από τους γιατρούς στον επιθυμητό βαθμό, καθώς έχει διαμορφωθεί μία κουλτούρα, εδώ και χρόνια, η οποία δεν ανατρέπεται εύκολα. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο τρόπος που αναπτύχθηκε η φαρμακευτική αγορά τα τελευταία 30 χρόνια, δημιούργησε ένα τρόπο σκέψης που αποτελεί και το κυριότερο εμπόδιο σήμερα στην υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών. Αν, για παράδειγμα, δούμε τις αγορές στις οποίες τα γενόσημα έχουν καθιερωθεί, και κατέχουν πάνω από το 70-75% της αγοράς σε όγκο πωλήσεων, όπως είναι για παράδειγμα οι αγορές της Αγγλίας, της Ολλανδίας, αλλά και της Γερμανίας της Γαλλίας και των Σκανδιναβικών χωρών, θα διαπιστώσουμε ότι στις χώρες αυτές έγιναν μια σειρά από παρεμβάσεις, σε πολλαπλά επίπεδα, που «κράτησαν» χρόνια. Σε αυτές τις χώρες οι επαγγελματίες υγείας, αλλά και οι ασθενείς, συμμετείχαν ενεργά και «εκπαιδεύτηκαν» να το κάνουν. Αυτό που κάνει το υπουργείο σήμερα, για παράδειγμα, και είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι να εισάγει, για πρώτη φορά με τόσο μεγάλη ταχύτητα για τα ελληνικά δεδομένα, τις λεγόμενες θεραπευτικές οδηγίες.
Τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και οι θεραπευτικές οδηγίες αποτελούν σημαντικά εργαλεία που λαμβάνουν υπόψη τους την κλινική εμπειρία σχετικά με την αντιμετώπιση μιας πάθησης. Για παράδειγμα, οι κατευθυντήριες οδηγίες που αφορούν την αντιμετώπιση του διαβήτη σε ένα νέο-διαγνωσθέντα ασθενή, μας δείχνουν τον «οδικό χάρτη» που θα πρέπει να ακολουθήσει η θεραπεία του, ανάλογα με την πορεία της νόσου. Βάση αυτών των οδηγιών δεν μπορεί κάποιος γιατρός να αλλάζει αυθαίρετα τη θεραπεία, αν αυτή η αλλαγή δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένες εξετάσεις που μας δείχνουν ότι η συγκεκριμένη θεραπεία δεν αρκεί.

Το πρόβλημα των ελλείψεων

pantazis-2

Παρατηρούνται ελλείψεις σε κάποια φάρμακα. Γιατί συμβαίνει αυτό και τι πρέπει να κάνει το υπουργείο για να το αντιμετωπίσει;
Έχουμε δύο ειδών ελλείψεις. Οι πρώτες οφείλονται στις παράλληλες εξαγωγές, που συμβαίνουν λόγω της χαμηλότερης τιμής που έχει η χώρα σε τιμολόγηση φαρμάκων σε σχέση με άλλες χώρες. Οπότε είναι εύκολο η φαρμακαποθήκη να βγάλει υπερκέρδος δίνοντάς τα φάρμακα αυτά σε πιο συμφέρουσα για την εταιρεία τιμή σε ορισμένες χώρες του εξωτερικού, απ’ ό,τι να τα δώσει στην Ελλάδα. Οι παράλληλες εξαγωγές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα, υπό την έννοια ότι μπορεί ο ΕΟΦ να επιβάλλει, και το κάνει πολύ συχνά, περιορισμούς για λόγους δημόσιας υγείας, αλλά η ΕΕ απαγορεύει να γίνεται αυτό πάνω από ορισμένες φορές σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Άρα, θα συνεχίσουμε να έχουμε διακυμάνσεις και ελλείψεις σε φάρμακα ευρείας κυκλοφορίας. Δεύτερον, σημειώνονται ελλείψεις είτε σε φάρμακα που έχουν αποσυρθεί από την αγορά, γιατί έχουν πολύ χαμηλή τιμή, για τα οποία δεν ενδιαφέρεται ο ιδιωτικός τομέας, είτε για φάρμακα ακριβά μεν, που αφορούν όμως περιορισμένο αριθμό ασθενών. Και τις δύο αυτές κατηγορίες ελλείψεων τις καλύπτει, παρά τα προβλήματα που υπάρχουν, η ΙΦΕΤ Α.Ε. με επιτυχία, σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, αν λάβει κανείς υπόψη του τις μελέτες που έχουν δημοσιευτεί σχετικά με το ζήτημα των ελλείψεων σε αυτές τις κατηγορίες φαρμάκων. Η τελευταία μεγάλη μελέτη για τις ελλείψεις φαρμάκων στην Ευρώπη, για παράδειγμα, είναι αυτή που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 2017 από το «Economist». Εμείς στην ΙΦΕΤ Α.Ε., σε στενή συνεργασία με τον ΕΟΦ και το υπουργείο Υγείας, προσπαθούμε να βελτιώσουμε την οργάνωση μας, έτσι ώστε να γίνουμε περισσότερο αποτελεσματικοί, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο ελλείψεων.

Λύσεις μέσα από συναίνεση

Οι χώρες της ΕΕ θα μπορούσαν να κινηθούν συλλογικά για την αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων, όπως π.χ. συμβαίνει στις ΗΠΑ;
Νομίζω ότι το υπουργείο κινείται σε σωστή κατεύθυνση και προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα και σε συλλογικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν κοινές πολιτικές για αυτό το ζήτημα στην ΕΕ, κοινές πολιτικές που θα ωφελούσαν τους ασθενείς. Γενικότερα, και μιλώντας ιδιαίτερα για το φάρμακο, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε κουλτούρα. Στην Ελλάδα έχει δημιουργηθεί μια κουλτούρα μη ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου για κρίσιμα θέματα. Δεν εννοώ να μην υπάρχουν διαφωνίες, που ίσα ίσα θεωρώ ότι είναι η πεμπτουσία της δημοκρατίας και μπορούν να συμβάλλουν στην αποτελεσματική πολιτική ώσμωση, που είναι ιδιαίτερα θετική όταν γίνεται με αρχές και αξίες. Δυστυχώς, για πολλά χρόνια έχουμε μάθει όχι να διαμορφώνουμε απόψεις μέσα από την ανάλυση των πραγματικών γεγονότων, αλλά να προσπαθούμε να προσαρμόσουμε τα γεγονότα στις απόψεις που αυθαίρετα δημιουργήσαμε. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι, ότι ζούμε σε ένα κόσμο ιδιαίτερα πολύπλοκο και σύνθετο. Ειδικά μιλώντας για τα θέματα υγείας, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο βαθμός πολυπλοκότητας είναι ιδιαζόντως υψηλός και αφορά όλες τις διαστάσεις του, από τις παραμέτρους που αναπαράγουν τις ασθένειες και συνδέονται με τις δημογραφικές εξελίξεις και τον τρόπο ζωής, έως τις παραμέτρους που αφορούν τη θεραπευτική αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας και διαμορφώνουν τις δαπάνες υγείας. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι, αν θέλουμε να συμβάλλουμε στη διατήρηση της κοινωνικής ομοιόστασης, να μελετήσουμε σε βάθος όλες τις διαστάσεις του προβλήματος και να αναζητήσουμε συναινέσεις, που θα οδηγούν σε αποτελεσματικές και βιώσιμες λύσεις, όπως έχει εξάλλου γίνει, και συνεχίζει να γίνεται, σε άλλες χώρες (π.χ. σκανδιναβικές, Καναδάς, κλπ.).
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet