Οι χρήστες «ανεβάζουν» επιμελώς ψηφιακά περιεχόμενα, αλλά αποτρέπονται από τη συλλογική και την αυθεντική πολιτική λειτουργία

 

Tης Σοφίας Καϊτατζή-Γουίτλοκ*

Η συμμετοχή των ατόμων στο διαδίκτυο είναι αθρόα, ωστόσο, οι μετασχηματισμοί που συντελέστηκαν στα πεδία των ψηφιακών επικοινωνιών απεργάζονται την ενεργό πολιτική συμμετοχή, μέσω της «κουλτούρας της εξατομίκευσης» και της «διάσπασης των πολιτικών κοινών». Οι συνέπειες των μετασχηματισμών για το δημοκρατικό πολίτευμα είναι αρνητικές. Επιπρόσθετα, η πρόσφατη κατάργηση της «ρήτρας ουδετερότητας» από την FCC (Federal Communications Commission), στις ΗΠΑ, επιδεινώνει την κατάσταση.

Η αμφιδρομικότητα στις ροές των ψηφιακών δικτύων αναδιέταξε ριζικά τους επικοινωνιακούς ρόλους, ενώ η οριζόντια, αποκεντρωτική φύση του διαδικτύου εγκαθίδρυσε νέο καθεστώς σχέσεων ανάμεσα στους βασικούς συντελεστές της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας. Στο ψηφιακό περιβάλλον, σημαντικοί δημιουργοί των περιεχομένων είναι πλέον και τα άτομα-χρήστες. Ωστόσο, δεν ορίζουν, ούτε ελέγχουν τα ψηφιακά πλαίσια. Παρότι οι χρήστες συμμετέχουν «ανεβάζοντας» επιμελώς ψηφιακά περιεχόμενα, εν τούτοις αποτρέπονται από τη συλλογική και δη την αυθεντική πολιτική λειτουργία.
Στο αποκορύφωμα της ισχύος του νεο-φιλελευθερισμού, οι κυρίαρχοι επιχειρηματικοί όμιλοι καθόρισαν τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις για το ισχύον καθεστώς στο διαδίκτυο (1988-1989). Προώθησαν μονοδιάστατα αγοραίες δομές, αντί εναλλακτικών που θα προέτασσαν και πολιτικές στοχεύσεις, ενσωματώνοντας δομικά ρόλους των «πολιτικών κοινών». Αξιοποιώντας τα επιστημονικά και τεχνολογικά άλματα των Τεχνολογιών Επικοινωνίας και Πληροφοριών (ΤΕΠ), μονομερώς, οι αγοραίες δυνάμεις ελέγχουν το διαδίκτυο. Κρίσιμο συστατικό του κυρίαρχου μοντέλου είναι η εκμετάλλευση των ψηφιακών συστημάτων για εμπορικούς σκοπούς, όπου κύριο εμπόρευμα είναι οι ίδιοι οι χρήστες (Google, Facebook Twitter). Η εμπορευματοποίηση επιβλήθηκε άναρχα και αρρύθμιστα, ευνοώντας την ασυδοσία της αγοράς. Αντίθετα, το αρχικό γαλλικό πρόγραμμα του Minitel, υιοθετούσε εντελώς διαφορετική οργάνωση με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Απόδειξη του περιοριστικού ελέγχου του διαδικτύου είναι η μονοπωλιακή ιδιοκτησία και υπερεξουσία στη νομή των «διευθύνσεων πρόσβασης» από την εταιρεία Internet Corporation for Assigned Names and Numbers (ICANN).

Εξατομικευμένη διασύνδεση των χρηστών

Ένα δεύτερο κομβικό συστατικό των ψηφιακών διαρθρώσεων συνίσταται στην «εξατομικευμένη διασύνδεση των χρηστών» στο διαδίκτυο και τις διάφορες εφαρμογές και πλατφόρμες του και, αντιστοίχως, στην οργανωτική απουσία ενδοδικτύων υπέρ πολιτικών χρήσεων και ενώσεων. Τεχνολογικά θα μπορούσε να είχε υπερισχύσει μια διαφορετική αρχιτεκτονική συνδέσεων. Αν η διοίκηση του διαδικτύου, ως παγκόσμιας επικοινωνιακής υποδομής, αποδιδόταν συμμεριστικά και στα κράτη-μέλη του ΟΗΕ, θα προέκυπτε πλουραλισμός μοντέλων. Προτάχθηκε, όμως, μονοδιάστατα το αγοραίο μοντέλο παγκοσμίως. Στο διαδίκτυο, ως έχει, απουσιάζει μια συμπεριληπτική, κοινά ορατή, οιονεί δημόσια σφαίρα, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.
Αντιθέτως, στη συγκρότηση των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών στις αρχές του 20ού αιώνα, τα ισχυρά προτάγματα υπέρ του συλλογικού πολιτικού υποκειμένου: «κοινό», των κρατών είχαν προκρίνει την «αρχή της οικουμενικής πρόσβασης» (universal access principle). Διασφαλίστηκε έτσι η λήψη κοινών δελτίων ειδήσεων στην ταυτοχρονία από όλο το λαό. Η θεσμική καταξίωση των πολιτών και του «κοινού» ενσαρκωνόταν στις τότε κρατικές επικοινωνιακές πολιτικές, που μεριμνούσαν όντως για προϋποθέσεις της δημοκρατικής πολιτείας, διασφαλίζοντας την ενιαία ενημέρωση των πολιτών για τα δημόσια θέματα. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν διαφιλονικούμενα θέματα επιλογών να αποτελέσουν επίμαχα αντικείμενα αντιπαράθεσης μεταξύ πολιτών και παρατάξεων;

«Φαίνεσθαι» και «είναι» ψηφιακής συμμετοχικότητας

Σήμερα, ο άνθρωποι δεν είναι αποκλειστικά δέκτες μηνυμάτων μαζικής εκπόρευσης. Γίναμε όλοι και πομποί μηνυμάτων, αφού οι βασικοί επικοινωνιακοί μας ρόλοι εναλλάσσονται ανεμπόδιστα. Εναλλάσσονται οι ρόλοι: εκπέμποντος - δέκτη, ομιλητή - ακροατή και δυνητικά, αναδυόμαστε όλοι σε χειριστές μηνυμάτων. Μετεξελιχθήκαμε σε πληροφοριοδότες, οιονεί δημοσιογράφους, σχολιαστές, φωτογράφους. Η «επανάσταση» αυτή οφείλεται στην εναλλαγή επικοινωνιακών ρόλων. Μια λειτουργία κλειδί, η οποία είναι προϋπόθεση διαλεκτικότητας, διαλόγου ανώτερης ποιότητας και δυνητικοποιεί τον πολυμερή συλλογικό διάλογο. Ωστόσο, παρά τους δυναμικά εξελισσόμενους ρόλους των χρηστών, αυτοί στερούνται την ευχέρεια εύτακτης και επικεντρωμένης συλλογικής διαβούλευσης, αφού απουσιάζει στις κυρίαρχες πλατφόρμες. Αντ’ αυτού, το μεμονωμένο άτομο-χρήστης αναδεικνύεται σε κύρια λειτουργική οντότητα. Η εξατομίκευση κυριαρχεί και εμπεδώνεται, ωσεί φυσική. Δομικά, επομένως, καθόλου δεν ευνοούνται οι δράσεις «κοινών», ενώσεων πολιτών ή συλλογικοτήτων σε μια συγκεντρωτική οιονεί δημόσια σφαίρα. Τουναντίον, οι συλλογικότητες εξοβελίζονται. Μέσω της εμπορευματοποίησης των εξατομικευμένων χρηστών, οι κυρίαρχες κερδοσκοπικές επιχειρήσεις ποδηγετούν τα πλήθη. Προωθούν το ελεγκτικό μοντέλο του «διαίρει και βασίλευε» με ένα ιστορικά απαράμιλλο τρόπο. Πού οδηγούν τέτοιες στρατηγικές και de facto επικοινωνιακές πολιτικές; Στον ιδιότυπο «ψηφιακό απομονωτισμό» εν μέσω του πλήθους και στην αποσπασματικότητα ως «δεδομένη κατάσταση».

Το τέλος της εκκλησίας του δήμου;

Σήμερα, δισεκατομμύρια ατόμων εμπλέκονται δημιουργικά στη διαδραστική επικοινωνία και επωφελούνται από τις διαθέσιμες υπηρεσίες πληροφόρησης, αντλώντας υλικά ή κοινοποιώντας περιεχόμενα. Συνομιλούν, διαφωνούν, επικροτούν. Μπορούν όμως, πράγματι, να διαμορφώσουν συλλογικά και πληθυντικά εκείνη τη μοναδική πολιτική αξία της «κοινής γνώμης» και της «συλλογικής βούλησης», που μόνο οι ίδιες οι συλλογικότητες μπορούν να δημιουργούν, αυτοπροσώπως; Μπορούν να προχωρούν σε πολιτικές δράσεις βάσει τέτοιων βουλήσεων; Τα άτομα εισέβαλλαν όντως στο επίκεντρο του «επικοινωνιακού πράττειν». Ας μην αυταπατόμαστε, όμως, αυτό συνέβη μόνον ατομικά. Μήπως αντί αξίας προκύπτει βλάβη; Πολιτικά το κρίσιμο διακύβευμα είναι εάν ως πολίτες βγαίνουμε όντως κερδισμένοι από τον εξατομικευμένο, «ξεμοναχιασμένο» ρόλο μας στο διαδίκτυο.
Κλασική και διαχρονική πρόνοια των δημοκρατιών είναι η διασφάλιση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, μια διαδικασία η οποία ευνοεί τη σύγκληση, λειτουργία και ισχυροποίηση πολιτικών συλλογικοτήτων, όπως οι ενώσεις της κοινωνίας των πολιτών ή τα κόμματα. Μέσα στις συνελεύσεις τους οι πολίτες διαβουλεύονται, αρθρώνουν πολιτικά αιτήματα, εκφράζουν κοινή βούληση και προχωρούν σε αποφάσεις για διεκδικήσεις ή πολιτικά προγράμματα. Παρά τις απελευθερωτικές επικοινωνιακές παροχές πρόσβασής μας στα ψηφιακά δίκτυα, η ελεύθερα προσιτή, συλλογική «δημόσια σφαίρα» υπονομεύεται. Απουσιάζουν τα αυτόνομα φόρουμ όπου να διαλεγόμαστε ελεύθερα από κοινού. Αυτό όμως δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά κρίσιμη ανάγκη. Εν ολίγοις, η πολιτική επικοινωνία τέτοιας ποιότητας αποτελεί προϋπόθεση δημοκρατίας, πρωτοβάθμιας πολιτικής οργάνωσης και αλληλεγγύης. Το έλλειμμα της κοινά προσιτής δημόσιας σφαίρας καταγγελόταν και στα κυρίαρχα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, που από τη φύσει τους είναι συγκεντρωτικά. Όλως παραδόξως, ωστόσο, κίνδυνοι για τις πολιτικές συλλογικότητες προκύπτουν και στα αμφίδρομα, διαδραστικά ψηφιακά δίκτυα.

Θρυματισμός της καθημερινότητας και της ζωής

Συνολικά η εμπορευματοποίηση των δικτύων επισωρεύει δεινά που οδηγούν στην αποπολιτικοποίηση και στη σύγχυση. Καθόλου παράδοξα, σε αυτή την «κοινωνία της γνώσης» κυριαρχεί άγνοια ακόμη και για στοιχειώδη πολιτικά διακυβεύματα. Τα άτομα κατακλύζονται καθημερινά από παντοειδή μηνύματα, όντας όμως εγκλωβισμένα στην εξατομίκευση, αδυνατούν να φιλτράρουν, να ιεραρχούν ή να αποκωδικοποιούν τα μηνύματα. Πολύ περισσότερο να βρίσκουν λύσεις στα κοινά προβλήματα μαζί με τους συμπολίτες. Αγνοούν πώς λειτουργεί το σύνθετο παγκόσμιο πληροφοριακό παζάρι και πώς θα μπορούσαν να θωρακίζονται απέναντι στις παγίδες που ελλοχεύουν. Η εκθετική πλέον εξάπλωση των χρηστών της ψηφιακής επικράτειας αποκρυσταλλώνει ορισμένα κεντρικά σχήματα κοινωνικής επιτελεστικότητας. Πέρα από την εξατομίκευση υπεισέρχεται και η εντατικοποίηση της «ζήτησης των χρηστών» και των στοιχείων επικοινωνίας τους. Επιδιώκεται η απόσπαση της προσοχής των ατόμων από χιλιάδες ανταγωνιζόμενες εταιρείες. Όλα αυτά συντελούν στην αποσπασματικότητα, στο θρυματισμό της καθημερινότητας και της ζωής του καθενός, ενώ οδηγούν και σε νεόκοπες ψηφιακές παθήσεις, όπως το σύνδρομο ελλιπούς προσοχής (attention deficit syndrome) ή η πολυδιάσπαση της προσοχής μας. Εν κατακλείδι, είναι προφανής και επείγουσα πλέον η ανάγκη πολιτικής εμπλοκής των κρατών στη ρύθμιση και στη διευθέτηση των πολιτικών ζητημάτων του διαδικτύου, τα οποία μας αφορούν πρωτίστως ως πολίτες και ως συλλογικότητες.

* Διδάκτωρ, καθηγήτρια Πολιτικής Επικοινωνίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet