poulakis

Πλησιάζοντας στη μετά το πρόγραμμα εποχή ήδη η κυβέρνηση έχει αρχίσει να φέρνει στην ημερήσια διάταξη μείζονα θεσμικά ζητήματα που άπτονται του τρόπου οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας του κράτους. Οι μέχρι τώρα παρεμβάσεις είχαν να κάνουν κυρίως με διορθωτικές κινήσεις και διευκόλυνση της λειτουργίας της κρατικής δομής, της διευκόλυνσης της ελάφρυνσης του πολίτη  να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του έναντι της πολιτείας, της στήριξης των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων να μείνουν ορθιοι μέσα στην κρίση και λιγότερο σε βαθιές τομές που θα άγγιζαν την καρδιά του εποικοδομήματος. Η μεγάλη τομή, που θα ανοίξει το δρόμο για παρεμβάσεις δομικού χαρακτήρα είναι προφανώς η αναθεώρηση του Συντάγματος που θα επιτρέψει μεταρρυθμίσεις που δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά θα αλλάξουν το δημόσιο τομέα, τη φιλοσοφία του, τη δομή του, τις αρμοδιότητές, την οργάνωσή του και τη λειτουργία του. Οι συγκρούσεις που έχουν πάρει διαστάσεις μετωπικής αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και παλαιού πολιτικού συστήματος αποκλειστικά έχουν να κάνουν με παρεμβάσεις που αγγίζουν τη δομή και τη φιλοσοφία του. Θυμίζουμε τις τηλεοπτικές άδειες, την παιδεία, την υγεία και σήμερα την απλή αναλογική. Επιθέσεις σε όλα τα επίπεδα σε μια προσπάθεια αποδόμησης συνολικά της αριστεράς, αλλά κυρίως εκεί εισάγεται ο κοινωνικός έλεγχος και ενισχύεται η λαϊκή συμμετοχή. Μια τέτοια παρέμβαση αποτελεί το νομοσχέδιο για την τοπική αυτοδιοίκηση και βεβαίως η εισαγωγή της απλής αναλογικής που έχει συγκεντρώσει όλα τα πυρά. Ακόμα και μεταρρυθμίσεις που έχουν εισηγηθεί στο παρελθόν οι ίδιοι, όπως το σπάσιμο της εκλογικής περιφέρειας της Αττικής και τη Β’ Αθηνών, δεν μπορούν να αντέξουν, πόσο μάλλον μεταρρυθμίσεις που ανατρέπουν ή αγγίζουν την «κανονικότητά τους». Είναι φανερό πως μπαίνοντας σε μεταρρυθμίσεις που αγγίζουν τη δομή της εξουσίας τους, οι μάχες θα είναι σκληρές και η στήριξη στην κοινωνία απαραίτητη όσο ποτέ. Σήμερα μιλάμε με τον Κώστα Πουλάκη, γραμματέα του υπουργείου Εσωτερικών που αναλύει τις πρωτοβουλίες για την τοπική αυτοδιοίκηση και την αναδιάταξη της εκλογικής περιφέρειας του νομού Αττικής.

õð. Åóùôåñéêþí, ç óõíÜíôçóç ôïõ ÐÜíïõ ÓêïõñëÝôç ìå åêðñïóþðïõò ôùí êïììÜôùí ãéá ôçí êáôÜôìçóç ôçò Â' Áèçíþí  Óôç öùôï    ÖÙÔÏ ×ÑÇÓÔÏÓ ÌÐÏÍÇÓ//EUROKINISSI
Τη συνέντευξη πήραν οι Πέτρος Ζούνης
και Παύλος Κλαυδιανός

Οι οξύτατες αντιπαραθέσεις για μείζονα θεσμικά ζητήματα, όπως η μεταρρύθμιση των ΟΤΑ και πλευρών της εκλογικής νομοθεσίας, δείχνει ότι και το υπερώριμο ζήτημα του θεσμικού εκσυγχρονισμού του κράτους βρίσκει μεγάλες αντιστάσεις. Τι αντανακλά αυτό κατά τη γνώμη σου; Πώς μπορεί να γίνει αυτό και θέμα συζήτησης των πολιτών, διεκδίκησης;
Οι αντιδράσεις που βλέπουμε, ειδικά τον τελευταίο καιρό, μαζεμένες, σε σειρά πρωτοβουλιών που παίρνει η κυβέρνηση ακόμα και σε θεσμικά ζητήματα, νομίζω σχετίζονται άμεσα με την πολιτική συγκυρία. Το παλιό σύστημα, οι δυνάμεις που επιδιώκουν μια συντηρητική παλινόρθωση, παίζουν αυτή την περίοδο «τα ρέστα τους», ξέροντας ότι η έξοδος από την επιτροπεία αυτό το καλοκαίρι θα σημάνει και το τέλος της προσδοκίας τους για μια μικρή ή μεγάλη αριστερή «παρένθεση». Η αριστερά ήρθε για να μείνει. Αυτό σηματοδοτούν οι μεγάλες θεσμικές πρωτοβουλίες που παίρνουμε, που εκδημοκρατίζουν, εξυγιαίνουν και αναζωογονούν την πολιτική ζωή της χώρας και βάζουν τα θεμέλια ενός ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού την «επόμενη μέρα». Γι’ αυτό και ορισμένοι πολεμούν με κάθε τρόπο —ακόμα και με ανοίκειες και πολύ μακριά από κάθε έννοια θεσμικής ή έστω πολιτισμένης συμπεριφοράς επιθέσεις— τις τομές που επιχειρούμε. Όμως, η κοινωνία δεν έχει ξεχάσει ότι στα χρόνια της κρίσης και στις μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις που τη συνόδεψαν κυριάρχησε το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία», αναδεικνύοντας και τις πολιτικές παθογένειες πίσω από την οικονομία. Γι’ αυτό και οι πολίτες στηρίζουν με μεγάλη πλειοψηφία τις πρωτοβουλίες μας και είμαι βέβαιος ότι θα αγκαλιάσουν τους νέους θεσμούς.

Ποια τα συμπεράσματα από τη συνάντηση της Πέμπτης; Πώς θα συνεχιστεί τώρα ο διάλογος; Ποια τα επόμενα βήματα ως προς τη νομοθετική παρέμβαση;
Την Πέμπτη που μας πέρασε καλέσαμε στο υπουργείο Εσωτερικών τους εκπροσώπους των κοινοβουλευτικών κομμάτων του λεγόμενου «δημοκρατικού τόξου», για να τους παρουσιάσουμε και να συζητήσουμε μαζί τους την πρότασή μας για την κατάτμηση των πολύ μεγάλων εκλογικών περιφερειών, της Β’ Αθηνών και της Αττικής. Στις περιφέρειες αυτές φαλκιδεύεται η αρχή της τοπικής εκπροσώπησης και, κατά συνέπεια, η δυνατότητα επαφής, αλλά και ελέγχου και λογοδοσίας των αιρετών προς τους πολίτες τους οποίους εκπροσωπούν. Συγχρόνως, και άμεσα συνδεδεμένο με το προηγούμενο, υπάρχει η σοβαρή υπονόμευση της ισότητας ευκαιριών σε ότι αφορά τη συμμετοχή στα κοινά, λόγω του ρόλου των ΜΜΕ και άλλων διαμεσολαβήσεων μεταξύ υποψηφίων και εκλογικού σώματος. Θέλουμε διαφάνεια και όχι εξαρτήσεις του πολιτικού προσωπικού. Γι’ αυτό και θεωρώ εξαιρετικά θετικό και το ότι έγινε η συζήτηση και, κυρίως, το ότι υπήρξε μία επί της αρχής συμφωνία όχι μόνο στην ανάγκη να «σπάσουν» αυτές οι εκλογικές περιφέρειες, αλλά και στα κριτήρια τα οποία χρησιμοποιήσαμε και εμείς για την κατάρτιση της κυβερνητικής πρότασης. Με αυτό το δεδομένο, θα προχωρήσουμε άμεσα το επόμενο διάστημα στην κατάθεση και της σχετικής ρύθμισης στη Βουλή προς ψήφιση, κάνοντας ακόμα ένα βήμα προς την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος.

Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης

Ειδικά για το σπάσιμο της Αττικής και της Β’ Αθηνών, υπήρχαν θετικές τοποθετήσεις στο παρελθόν σχεδόν απ’ όλα τα κόμματα. Ήταν αναμενόμενη η άρνηση, ιδίως όπως εκφράστηκε από τη ΝΔ με «μου δίνεις – σου δίνω»; Πού οφείλεται;
Η Νέα Δημοκρατία, πράγματι, παρ’ ότι κατ’ επανάληψη και η ίδια και άλλα κόμματα, έχει θέσει το ζήτημα της κατάτμησης των μεγάλων περιφερειών, έθεσε ως προϋπόθεση της θετικής της ψήφου την παράλληλη εισαγωγή προς ψήφιση ενός νόμου για τη διευκόλυνση των Ελλήνων που κατοικούν στο εξωτερικό να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα. Βέβαια, πρέπει να υπενθυμίσω ότι στα χρόνια που η Νέα Δημοκρατία ήταν στην κυβέρνηση δεν αντιμετώπισε το ζήτημα. Παρ’ όλο που από την πλευρά μας —και το έχω δηλώσει δημόσια και στο παρελθόν— είμαστε ανοιχτοί στη συζήτηση, είναι προφανές ότι πρόκειται για ένα διαρκές γαϊτανάκι υπεκφυγών. Εδώ, δεν είναι δούναι και λαβείν. Δεν κάνει κάποια χάρη στην κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, ψηφίζοντας ένα μέτρο λογικό και ώριμο, που έχει την αποδοχή όλης σχεδόν της κοινωνίας και που θα δυσκολευτεί πολύ να εξηγήσει στους πολίτες την τυχόν άρνησή της.

Πώς συνοψίζετε την ανάγκη και την αξία του μέτρου για το σπάσιμο των δυο περιφερειών; Δεν έπρεπε να έλθει όταν ήλθε και ο γενικός εκλογικός νόμος ή θέλατε, ξεχωρίζοντάς το, να το περισώσετε και να ισχύει άμεσα;
Το πότε ανοίγει ένα θέμα εξαρτάται από το πόσο ώριμες είναι οι συνθήκες, όχι μόνο πολιτικά, αλλά και τεχνικά. Διότι, όπως ξέρετε, οι αλλαγές σε πλευρές του εκλογικού συστήματος έχουν σημαντικές πολιτικές συνέπειες και χρειάζονται πολλή και προσεκτική προετοιμασία. Κρίναμε λοιπόν ότι είμαστε πλέον έτοιμοι —έχοντας μελετήσει πάρα πολλά εναλλακτικά σενάρια— να προτείνουμε αυτό που δημιουργεί τις λιγότερες στρεβλώσεις και ικανοποιεί καλύτερα τα ουσιαστικά κριτήρια που θέσαμε για το χωρισμό, δηλαδή την όσο το δυνατόν ουσιαστικότερη εσωτερική διοικητική, κοινωνική και γεωγραφική συνοχή των νέων εκλογικών περιφερειών που θα προκύψουν. Άλλωστε, και θεσμικά και πολιτικά, ο σχεδιασμός των εκλογικών περιφερειών δεν συνδέεται ευθέως με το εκλογικό σύστημα. Το ερώτημα, επομένως, είναι αν θέλουμε να προχωρήσουμε σήμερα πιο κοντά προς την ενίσχυση των σχέσεων κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και εγγύτητας των πολιτών προς τους αιρετούς εκπροσώπους τους. Αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα και όχι το αν μπορούσε να έρθει το θέμα προς ψήφιση λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα.

Υπάρχουν συμφέροντα «βαρόνων», ιδίως στη ΝΔ, που, εκτός των άλλων, υποχρεώνουν στην καταψήφισή του από την αξιωματική αντιπολίτευση;
«Βαρόνοι» υπάρχουν σε όλα τα κόμματα και κυρίως στα μεγάλα. Και το πλήγμα που προξενούν στην εσωκομματική δημοκρατία όλων των παρατάξεων είναι μία ακόμα επίπτωση της ύπαρξης πολύ μεγάλων περιφερειών. Καλώς ή κακώς, οι βουλευτές που εκλέγονται στις πρώτες θέσεις των ψηφοδελτίων των μεγάλων κομμάτων στη Β’ Αθήνας, έχουν τόση συμβολική και πραγματική ισχύ που, αντικειμενικά, αποκτούν βαρύνουσα θέση και λόγο μέσα στο κόμμα τους σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο μέλος ή στέλεχος. Ωστόσο, εγώ κρατάω την επίσημη τοποθέτηση της Νέας Δημοκρατίας, τόσο δια του προέδρου της, όσο και δια του εκπροσώπου της στη διακομματική συνάντηση που έγινε, κ. Μ. Βορίδη, ο οποίος κατέθεσε την επί της αρχής συμφωνία του κόμματός του στην ανάγκη να σπάσουν οι μεγάλες εκλογικές περιφέρειες.

Με την ευκαιρία, όμως αυτού του νομοσχεδίου, από την πλευρά του ΚΙΝΑΛ τίθεται και ζήτημα γενικού εκλογικού νόμου. Ποια είναι η τοποθέτηση της κυβέρνησης στην πρότασή του;
Το ζήτημα του εκλογικού νόμου έχει κλείσει από το καλοκαίρι του 2016, οπότε και ψηφίσαμε —δυστυχώς όχι με την απαραίτητη πλειοψηφία των 200 βουλευτών, ώστε να ισχύσει άμεσα— τον νόμο για την απλή αναλογική. Δυστυχώς, τότε τη στάση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης την καθόρισε ο κ. Βενιζέλος και όχι η ηγεσία του κόμματος.

Η σταθερότητα είναι πολιτικό μέγεθος

Έχεις μακρά ενασχόληση με την Αυτοδιοίκηση. Κατά τη γνώμη σου, πού οφείλεται η τόσο σκληρή, στείρα θα έλεγα, στάση τόσο μεγάλου αριθμού δημάρχων, ιδίως στο θέμα του εκλογικού συστήματος; Τι θεωρούν ότι απειλείται από την εξουσία τους;
Έχω γυρίσει τους τελευταίους μήνες περισσότερη από τη μισή Ελλάδα, σε ανοιχτές ομιλίες και συγκεντρώσεις για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και δεν θα έλεγα ότι οι ακραίες αντιδράσεις που βλέπουμε το τελευταίο διάστημα εκφράζουν την πλειοψηφία των Δημάρχων και εν γένει των αιρετών. Και εκείνοι, όμως, που αντιδρούν είμαι βέβαιος ότι —αν έλλειπε από τον «Κλεισθένη Ι» το θέμα της απλής αναλογικής— αυτή τη στιγμή θα μας χειροκροτούσαν. Ξέρουν από πρώτο χέρι ότι αυτή η κυβέρνηση έχει κάνει για την Αυτοδιοίκηση τόσα όσα δεν έχουν γίνει συνολικά στην τελευταία δεκαετία. Δυστυχώς όμως, κάποιοι αιρετοί αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων. Έχουν συνηθίσει να διοικούν στηριζόμενοι σε θηριώδεις και πειθαρχημένες πλειοψηφίες και αρνούνται να μπουν στη βάσανο του διαλόγου και της σύνθεσης, που είναι όμως η πεμπτουσία της δημοκρατίας.

Θέτουν οι δήμαρχοι-περιφερειάρχες το ζήτημα της κυβερνησιμότητας. Πώς απαντάτε; Ποια η αντίληψη που θέλετε να εισαχθεί βαθμιαία αντ’ αυτού με την απλή;
Κατ’ αρχήν η κυβερνησιμότητα διασφαλίζεται από την πολιτική ωριμότητα της κάθε δημοτικής αρχής και της κάθε αντιπολίτευσης. Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές. Σαφέστατα έχουμε εντάξει στο νομοσχέδιο μία σειρά ρυθμίσεις που διευκολύνουν την διαμόρφωση συναινέσεων και, εν τέλει, το σχηματισμό πλειοψηφίας. Αλλά, σε τελική ανάλυση, η σταθερότητα είναι πολιτικό μέγεθος. Δεν θα τη λύσει ο νόμος. Για να είμαστε όμως και ειλικρινείς ως προς τις πραγματικές διαστάσεις του θέματος. Τα δημοτικά συμβούλια δεν είναι βουλή. Οι αντιθέσεις είναι σαφέστατα υπαρκτές, αλλά δεν διακυβεύονται κάθε μέρα μείζονα ιδεολογικά πολιτικά θέματα, ώστε να μην μπορούν να συμφωνήσουν οι παρατάξεις του δημοτικού συμβουλίου. Όποιοι υποστηρίζουν ότι ο διάλογος και η σύνθεση απόψεων στα τοπικά θέματα είναι εμπόδιο στην κυβερνησιμότητα θεωρώ ότι δεν έχουν καταλάβει το βαθύτερο νόημα της «αυτοδιοίκησης». Και βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι και σήμερα —το ξέρουν όσοι παρακολουθούν τα αυτοδιοικητικά πράγματα— οι περισσότερες αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων λαμβάνονται με ευρύτατες πλειοψηφίες.

Επαρκής διαβούλευση, βαθιές τομές

Ασκείται κριτική ότι έπρεπε η παρέμβαση του «Κλεισθένη Ι» να είναι βαθύτερη και ευρύτερη. Για παράδειγμα ο κ. Μπουτάρης μίλησε για «πολύ επιφανειακές μεταρρυθμίσεις, που στόχο έχουν τη θέσπιση της απλής αναλογικής». Υπάρχουν περιθώρια εδώ;
Δεν αρνηθήκαμε ποτέ ότι ο «Κλεισθένης Ι» δεν εξαντλεί όλα τα θέματα που θέλουμε να αλλάξουμε στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και κυρίως το θέμα του ριζικού επανασχεδιασμού των αρμοδιοτήτων του κεντρικού κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Γι’ αυτό, άλλωστε, και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα ακολουθήσει ο «Κλεισθένης ΙΙ» που θα περιλάβει και τις πιο δομικές αλλαγές, που ήθελαν χρόνο για να ωριμάσουν και να τύχουν της αναγκαίας επεξεργασίας. Ωστόσο, δεν ασπάζομαι την κριτική για επιφανειακές μεταρρυθμίσεις. Και έχω την άποψη ότι από μόνη της η απλή αναλογική — παρ’ όλο που το νομοσχέδιο στα πάνω από 200 άρθρα του κάνει πολύ περισσότερα από αυτό— αποτελεί μεγάλη τομή στα αυτοδιοικητικά πράγματα της χώρας και θα αλλάξει εκ βάθρων τον τρόπο που συζητάμε και κινητοποιούμαστε σε τοπικό επίπεδο.

Τίθεται και ένα θέμα χρόνου διαβούλευσης. Οι διατάξεις του νομοσχεδίου ήταν, ωστόσο, γνωστές πολύ καιρό. Μήπως αυτό υπονοεί ότι δεν πίστευαν πως τελικά ο νόμος θα έλθει;
Είναι αστείο να υποστηρίζει κανείς ότι οι αλλαγές αυτές ήρθαν αιφνιδιαστικά. Σε λίγες μέρες κλείνουν δύο χρόνια από τότε που ξεκίνησε τις εργασίες της η ειδική θεσμοθετημένη Επιτροπή του υπουργείου Εσωτερικών, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. Το πρόσχημα της περαιτέρω διαβούλευσης απλά εκφράζει συγκαλυμμένα τους μύχιους πόθους ορισμένων ότι —μεταθέτοντας την ψήφιση του νόμου για το μέλλον— ίσως και να τη «γλιτώσουν», αν μεσολαβήσει κυβερνητική αλλαγή. Επειδή, όμως, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, καλό θα ήταν να το πάρουν όλοι απόφαση ότι οι αυτοδιοικητικές εκλογές τον Οκτώβριο του 2019 θα γίνουν με απλή αναλογική και με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Ποια θέματα κάνετε αποδεκτά από αυτά που προέκυψαν από τον διάλογο με τους δημάρχους-περιφερειάρχες; Τι σημαίνει, δηλαδή, η συνεχής τοποθέτηση ότι η κυβέρνηση είναι ανοικτή στον διάλογο;
Ήδη, όπως είδατε ενδεχομένως, η ηγεσία της ΚΕΔΕ και της ΕΝΠΕ μας κατηγορεί, γιατί ο «Κλεισθένης Ι» δεν ακολουθεί σε όλα τα θέματα το πόρισμα στο οποίο είχε καταλήξει η Επιτροπή του υπουργείου. Δηλαδή, το πόρισμα και την επιτροπή που κατήγγειλαν τότε με πολεμικές ανακοινώσεις και επικοινωνιακές τυμπανοκρουσίες. Ο πλήρης αντιπολιτευτικός τυχοδιωκτισμός. Σας λέω λοιπόν ότι ήδη, μέσα από τον ένα χρόνο συζήτηση που έγινε επί του πορίσματος αυτού, έχουμε ενσωματώσει πολλές από τις παρατηρήσεις, διαφωνίες και προτάσεις που κατατέθηκαν. Εμείς δεν διεκδικούμε σε όλα το αλάθητο. Με αυτή την έννοια, προφανώς, και παίρνουμε σοβαρά υπόψη τις απόψεις που κατατέθηκαν και που θα κατατεθούν μέχρι την τελική ψήφιση του νόμου στη Βουλή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι παζαρεύουμε. Υπάρχουν —όπως και σε κάθε μεταρρύθμιση— κάποια θέματα που αποτελούν κεντρικές πολιτικές επιλογές, που δίνουν τον τόνο. Σ’ αυτά, λοιπόν, τα θέματα εμμένουμε στην άποψή μας. Η οποία, άλλωστε, δεν είναι κάποια αυθαίρετη έμπνευση του υπουργού ή δική μου, αλλά η σταθερή προγραμματική μας θέση, με την οποία πορευόμαστε ως αριστερά σε ολόκληρη την ιστορική μας διαδρομή και με βάση την οποία εκλέχθηκε η σημερινή κυβέρνηση. Ο στόχος, η εμβάθυνση της δημοκρατικής συλλογικής λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είναι αδιαπραγμάτευτος.

ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ

Είμαστε ανοιχτοί να συζητήσουμε το ζήτημα

poulakis3

Για το ζήτημα της ψήφου των μεταναστών τι απαντά η κυβέρνηση, συνολικά; Πώς το αντιμετωπίζει άμεσα ή και μελλοντικά; Υπάρχουν οικονομικά ή τεχνικά εμπόδια; Δεν μπορεί να βρεθεί μια λύση, ιδίως για να καλυφθούν όσοι μετανάστευσαν τα χρόνια της κρίσης;
Το ζήτημα του να διευκολυνθούν στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος οι Έλληνες που κατοικούν στο εξωτερικό είναι πολύ σημαντικό για να το ανακινούμε για λίγο, κάθε φορά που θέλει κάποιος «να πετάξει τη μπάλα στην εξέδρα». Στην Ελλάδα —σε αντίθεση με άλλες χώρες— η ιδιότητα του εκλογέα αποκτάται αυτόματα, όταν κάποιος έχει την ιδιότητα του δημότη κάποιου Δήμου της χώρας. Άρα υπάρχουν και τεχνικά, οικονομικά, αλλά και ουσιαστικά συνταγματικά και κυρίως πολιτικά θέματα που πρέπει να απαντήσουμε συλλογικά, ως πολιτικό σύστημα. Για να θέσω ένα μόνο από τα σοβαρά πολιτικά ερωτήματα: θεωρούμε ότι πρέπει να διευκολυνθεί εξίσου η συμμετοχή του τρίτης γενιάς Έλληνα της Αμερικής ή της Αυστραλίας και του νέου παιδιού που έφυγε, υπό το βάρος της κρίσης, πριν δύο, τρία ή πέντε χρόνια; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση —που για τους περισσότερους θεωρώ ότι προκύπτει αβίαστα— αλλάζει ριζικά τις θεμελιώδεις θεσμικές και τεχνικές παραμέτρους. Παρ’ όλα αυτά, όπως ειπώθηκε και στη διακομματική, είμαστε ανοιχτοί να συζητήσουμε το θέμα. Μάλιστα, προσωπικά θα σκεφτόμουν λόγου χάρη το ενδεχόμενο, στην ίδια ρύθμιση για το σπάσιμο των εκλογικών περιφερειών να θεσμοθετηθεί και επίσημα μια επιτροπή, η οποία να αναλάβει μέσα σε ορισμένο χρονοδιάγραμμα να μελετήσει όλες τις πλευρές του θέματος και να παρουσιάσει μια συγκροτημένη και τεκμηριωμένη πρόταση.

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet