pavlos

Είναι αλήθεια ότι όταν μια κίνηση τακτικής προέρχεται από τον πρόεδρο ενός θεσμού τόσο σημαντικού όπως είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας, μπορεί να γίνει ακόμη και πρώτη είδηση. Έτσι συνέβη με την παραίτηση —θεατρική την είπε ο γνωστός καθηγητής Μιχ. Σταθόπουλος, με «τρόπο που συνηθίζουν μεν οι πολιτικοί αλλά όχι οι δικαστικοί» πρόσθεσε— του κ. Σακελλαρίου. Αλλά η είδηση δεν έμεινε μόνο εκεί, που ήταν αναμενόμενο εξάλλου με βάση και τη γνωστή ποιότητα των ΜΜΕ. Μπήκε αμέσως και η αντιπολίτευση στη σειρά, που βρήκε την ευκαιρία να επικρίνει σφόδρα την κυβέρνηση και ειδικά τον ΣΥΡΙΖΑ, διότι την παραίτηση Σακελλαρίου εκτίμησε ότι μπορεί να εντάξει στη συνολική της καμπάνια κατά της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ ως ενός κόμματος που δεν σέβεται τους θεσμούς, που δεν θέλει ανεξάρτητη δικαιοσύνη αλλά ελεγχόμενη κ.τ.λ, κ.τ.λ. Μπορεί να μην ήταν εύκολο να στοιχειοθετήσει ευθύνη της κυβέρνησης σ΄ αυτή την περίπτωση, αλλά παρ΄ όλα αυτά δεν δίστασε να την καταγγείλει για πιέσεις στη δικαιοσύνη κ.τ.λ, κ.τ.λ
Ο κ. Σακελλαρίου επί της ουσίας λειτούργησε με βάση την πολιτική, αποκαλύπτοντας με το κείμενο παραίτησης ένα δικαστή, εκ των υστέρων,  που κόπτεται για το κοινωνικό στάτους των πολιτών, μαχόμενος πάντα όπως είπε κατά των μνημονίων. Αφήνοντας, έτσι, τον βαρύ υπαινιγμό κατά των συναδέλφων του μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας για το πώς θα τοποθετηθούν σε περιπτώσεις πολύ σοβαρές, όπως ο νόμος Κατρούγκαλου. Τα όσα επικαλείται περί διαρροών —μία απαράδεκτη τακτική— που γίνονται συστηματικά είτε για εκδούλευση δημοσιογράφων είτε για να ωριμάσουν δύσκολες υποθέσεις στην κοινωνία, δεν πείθει πράγματι κανέναν ακόμα και τα κόμματα που, υποκριτικά τον υπερασπίστηκαν. Ενδεχομένως, μάλιστα, να αξιοποιηθεί η «αντιμνημονιακή» του στάση και κομματικά στις επικείμενες εκλογές.
Υπάρχει, εντούτοις και η πλευρά της κυβέρνησης με τις δικές της ευθύνες. Αυτή, εξάλλου, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων τον επέλεξε παρά τη διαφωνία πολλών στον ΣΥΡΙΖΑ και στον ευρύτερο νομικό κόσμο, παρά την αντίθετη άποψη και του αρμόδιου υπουργού τότε Δικαιοσύνης. Επρυτάνευσε, ίσως, η αντικειμενική εικόνα που του αποδίδονταν, ενώ οι καλώς γνωρίζοντες ενημέρωναν ότι πρόκειται για έναν ανώτατο δικαστή συντηρητικών, κοινωνικά απόψεων, όπως φάνηκε εξάλλου με την υπόθεση των θρησκευτικών πολύ πρόσφατα. Το συμπέρασμα είναι ότι η επιλογή των ανώτατων δικαστών δεν μπορεί να γίνεται με πρόσκαιρα κριτήρια. Ιδιαίτερα διότι είναι ένας χώρος επιφυλακτικός ή και εχθρικός προς την αριστερά. Η προσέγγισή του επομένως πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή από θέση αρχών.


Π. Κ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet