giourgos

Λίγο μετά την ανακοίνωση της Ουάσινγκτον ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχωρούν από τη συμφωνία με το Ιράν και επαναφέρουν σε ισχύ τις κυρώσεις εναντίον της Τεχεράνης, ο κ. Ρίτσαρντ Γκρενέλ, γνωστός μέχρι τότε με την ιδιότητα του «νεοδιορισθέντος πρέσβη των ΗΠΑ στο Βερολίνο», κέρδισε επάξια τα 15 λεπτά δημοσιότητας που -όπως είχε πει ο Άντι Γουώρχολ τη δεκαετία του ’70- αναλογούν στον καθένα μας, με μία και μόνη φράση που εκστόμισε από το Twitter: «Οι γερμανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο Ιράν πρέπει να σταματήσουν πάραυτα».
Ο κ. Γκρενέλ προφανώς δεν διαθέτει σε επάρκεια τα στοιχειώδη της διπλωματίας, δηλαδή να μετρά τα λόγια του. Αυτό δεν θα συνιστούσε ιδιαίτερο λόγο ανησυχίας αν δεν συνοδευόταν -ταυτοχρόνως και σε υπερεπάρκεια- από την αλαζονεία του εκπροσώπου μιας παγκόσμιας δύναμης όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες να υποδεικνύει «να σταματήσουν πάραυτα» οι 10.000 γερμανικές εταιρείες που διατηρούν εμπορικές σχέσεις με το Ιράν, ανεξαρτήτως του τι θα σήμαινε αυτό για τη γερμανική οικονομία συνολικά.
Η αντίδραση του κόσμου της οικονομίας και της πολιτικής της Γερμανίας υπήρξε άμεση.
Ο πρόεδρος του Βιομηχανικού και Εμπορικού Επιμελητηρίου, Μίχαελ Τόκους: «Δεν είναι ο ρόλος του πρέσβη να δίνει οδηγίες ή να διατυπώνει απειλές προς τις γερμανικές επιχειρήσεις».
Ο εκπρόσωπος του Die Linke, Φάμπιο ντι Μάζι: Η κυβέρνηση να εξηγήσει στον αμερικανό διπλωμάτη ότι «δεν είναι δική του δουλειά» τέτοιες παρεμβάσεις.
Ο εκπρόσωπος των Πρασίνων, Όμιντ Νουριπούρ: «Αν ο κ. Γκρενέλ, σκοπεύει να εργαστεί εδώ σε αυτόν τον τόνο, σύντομα θα διαπιστώσει ότι δεν θα βρει πολλούς φίλους».
Η αρχηγός του SPD, Αντρέα Νάλες: «Δεν είναι δική μου δουλειά να διδάσκω στους ανθρώπους την υψηλή τέχνη της διπλωματίας, ειδικά όχι στον πρέσβη των ΗΠΑ, αλλά μάλλον του χρειάζεται λίγο φροντιστήριο».
Λίγο φροντιστήριο, πράγματι. Ή, γενικότερα μιλώντας, περισσότερη σύνεση όταν χρησιμοποιούμε οι άνθρωποι αυτό που μας διακρίνει από τα υπόλοιπα είδη του ζωικού βασιλείου: τον Λόγο. Ιδιαίτερα όταν αυτός εκφέρεται δημόσια.
Μιλώντας προ ημερών σε ραδιοφωνικό σταθμό, η κ. Εύη Χριστοφιλοπούλου, βουλευτής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και από τους αγορητές στη Βουλή που δεν «χαρίζονται» στον αντίπαλο, θέλοντας να νουθετήσει όσους διαφωνούν με την απόφαση της κ. Γεννηματά να ζητήσει «εκλογές τώρα», υποστήριξε ότι «Παραέχουμε δημοκρατία στο Κίνημα Αλλαγής».
Είναι αλήθεια ότι, από καταβολής δημοκρατίας και δώθε, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα πότε μας παραπέφτει βαριά η δημοκρατία και πότε παραγίνεται επικίνδυνα λειψή. Για να κρίνουμε, καταφεύγουμε συνήθως σε κάποιο διαθέσιμο μέτρο σύγκρισης. Αν συμφωνούμε επ’ αυτού, ότι δηλαδή αυτός ο τρόπος είναι ο καλύτερος δυνατός, τότε την απάντηση στο ερώτημα αν όντως στο Κίνημα Αλλαγής παραέχει πέσει πολλή δημοκρατία –και, άρα, καλύτερα να συμμαζευτεί— μπορούμε να την αναζητήσουμε δια της τεθλασμένης. Καταφεύγοντας, συγκεκριμένα, στο non paper που είχε εκδώσει δυο μέρες νωρίτερα η Χαριλάου Τρικούπη, και ειδικά στις παραγράφους που αφορούν στον ΣΥΡΙΖΑ.
Όπου το κόμμα της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς αποκλείεται από το δικαίωμα να «ανήκει στον ιδεολογικό και πολιτικό χώρο της δημοκρατικής αριστεράς», διότι —πάντα κατά την Χαριλάου Τρικούπη— πρόκειται για «ένα κόμμα με νεοκομμουνιστικές - τριτοδιεθνιστικές αναφορές και ολοκληρωτικού τύπου αντιλήψεις», που απέχουν πολύ «από τις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού», ένα κόμμα «εχθρικό στις θεσμικές λειτουργίες της φιλελεύθερης αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», με απόψεις που παραπέμπουν «στη σταλινική παράδοση και όχι στις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας», κ.ο.κ..
Θα θεωρήσουμε ότι η κ. Χριστοφιλοπούλου δεν είχε προλάβει να λάβει γνώση του περιεχομένου εκείνης της άτυπης ενημέρωσης. Διαφορετικά θα το σκεφτόταν, πιστεύουμε, δυο φορές πριν χαρακτηρίσει το Κίνημα Αλλαγής υπέρβαρο σε δημοκρατία, στην ουσία αφήνοντας να εννοηθεί ότι (μπορεί και να) χρειάζεται κάποια δίαιτα αδυνατίσματος. Θα αντιλαμβανόταν, πιστεύουμε, ότι λέγοντας αυτό που είπε, είναι σαν να επιζητεί από το Κίνημα να προσλάβει χαρακτηριστικά όμοια με εκείνα τα οποία αποδίδονται μετά βδελυγμίας στον ΣΥΡΙΖΑ. Θα έκανε καλύτερα να εισηγηθεί περισσότερη δημοκρατία, έστω με κίνδυνο να χαρακτηριστεί ουτοπίστρια. Στο κάτω κάτω, οι ίδιες «οι αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού» για τις οποίες κόπτεται ο πολιτικός χώρος στον οποίο ανήκει, έχουν επικριθεί και επικρίνονται κατά καιρούς ως ουτοπικές, χωρίς αυτό να τις καθιστά λιγότερο αναντικατάστατες στη μεγάλη διάρκεια.
Αυτό, κοντά στα άλλα, θα εξασφάλιζε στο Κίνημα Αλλαγής την αναγκαία απόσταση ασφαλείας από τον κίνδυνο της πλήρους ταύτισης με τη Νέα Δημοκρατία και τον πρόεδρό της, που και αυτός, σε συνέντευξή του στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής, καταλόγισε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι η «γονιδιακή προδιάθεσή» του δεν του επιτρέπει να μετεξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό από «ένα κυνικό σύστημα διαχείρισης της εξουσίας» χωρίς ιδεολογία. Επιπλέον δε, η απόσταση αυτή θα προστάτευε το ΚινΑλ από τις διαθέσεις του κ. Μητσοτάκη, που δεν έκρυψε ότι «ο μεσαίος χώρος είναι προνομιακός για τη Νέα Δημοκρατία» και, κατά συνέπεια, «οι ψήφοι του είναι απολύτως διεκδικήσιμες από εμένα».
Τόσο διεκδικήσιμες, που ο κ. Μητσοτάκης, προφανώς σε κατάσταση μέθης από τη νομιζόμενη επικράτησή του στις εκλογές οψέποτε γίνουν αυτές, διέπραξε το απερίγραπτο πολιτικό ολίσθημα να πει για το κόμμα του κ. Σταύρου Θεοδωράκη ότι, «Αν το Ποτάμι είχε λόγο ύπαρξης όταν ιδρύθηκε, αυτός δεν υπάρχει πια».
Τόσο το χειρότερο για τις φιλοδοξίες του – όπως θα του θυμίσει η πραγματικότητα, όταν έλθει η δική της σειρά. Είναι η βέβαιη κατάληξη της αλαζονικής χρήσης του δημόσιου λόγου, που συμβαδίζει πάντα με την υπεροψία της νομιζόμενης ισχύος — είτε πρόκειται για την υπεροψία του κ. Γκρενέλ, είτε για την υπεροψία του κ. Μητσοτάκη.


Κωστής Γιούργος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet