poulakis3

Του Παντελή Κυπριανού*

Σύνηθες και εύλογο. Σε προεκλογική περίοδο συνηθίζεται παντού, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο, η αντιπαράθεση ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα να οξύνεται με προφανή στόχο την αύξηση της εκλογικής επιρροής. Στο πλαίσιο αυτό είναι διαδεδομένες δύο πρακτικές. Μέσω της πόλωσης και της λεγόμενης χρήσιμης ψήφου, τα μεγαλύτερα, εκλογικά, κόμματα επιδιώκουν να αντλήσουν ψήφους από τα μικρότερα. Παράλληλα, τα κόμματα στρέφουν συχνά την αντιπαράθεση σε ζητήματα που θα τους αποφέρουν κέρδη.
Η κομματική αντιπαράθεση στην Ελλάδα, εν γένει οξεία, οξύνεται περαιτέρω το τελευταίο διάστημα. Ορισμένοι το αποδίδουν αυτό στην «παρατεταμένη εκλογική περίοδο» που υποτίθεται πώς ήδη ξεκίνησε και θα διαρκέσει ως τις εκλογές, όποτε αυτές γίνουν. Αναντίρρητα η ένταση της αντιπαράθεσης συνδέεται με την έκβαση των επόμενων εκλογών, αλλά δεν έχει να κάνει ακριβώς με την υποτιθέμενη «παρατεταμένη εκλογική περίοδο». Περισσότερο έχει να κάνει με τρία διακυβεύματα: την εκλογική επιρροή των κομμάτων, τις μεταξύ τους σχέσεις, και την εδραίωση μίας κατάστασης που μπορεί να δημιουργηθεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ αναδειχθεί πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές.

Περνώντας στα χρονίζοντα προβλήματα

Η κατίσχυση της διάκρισης μνημονιακοί/αντιμνημόνιακοί ως κεντρική διαιρετική τομή είχε σαν αποτέλεσμα όσοι ταυτίζονταν με τα μνημόνια να απονομιμοποιηθούν στο εκλογικό σώμα. Αυτός ήταν ένας, όχι ο μοναδικός, από τους λόγους της εκλογικής κατάρρευσης της ΝΔ και, ακόμη περισσότερο, του ΠΑΣΟΚ. Πολλοί ανάμεναν ότι αυτό θα ισχύσει και για τα κόμματα της σημερινής κυβέρνησης, τον ΣΥΡΙΖΑ κατά πρώτον. Γι αυτό, ορισμένοι πρώην «μνημονιακοί», εμφανιζόμενοι πια ως «αντιμνημονιακοί», ευελπιστούσαν ότι η απομάκρυνσή τους από την εξουσία θα ήταν μία σύντομη παρένθεση και προσδοκούσαν την ταχεία παλινόρθωση. Η σπουδή μεταφράστηκε σε βεβαιότητα και ενίοτε σε κομπορρημοσύνη που δεν επέτρεψαν να διαβαστούν σωστά αυτό που διαφαίνεται στις δημοσκοπήσεις εδώ και καιρό: η κυβέρνηση δεν ενθουσιάζει, αλλά η αντιπολίτευση, ιδιαίτερα η αξιωματική, απογοητεύει. Γι αυτό η έκβαση της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης είναι ανοιχτή και ενδέχεται η σειρά των κομμάτων να παραμείνει ως είχε στις εκλογές του 2015.
Η διαιρετική τομή μνημόνιο/αντιμνημόνιο έφερε πιο κοντά τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και δυνάμεις της κεντροαριστεράς και οδήγησε σε απομόνωση τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, σε συνδυασμό με τις οργανωτικές αδυναμίες του τελευταίου και την πενία σε στελέχη, μεταφράστηκε σε κραυγαλέα αναντιστοιχία εκπροσώπησης ανάμεσα στην κεντρική πολιτική σκηνή και τις τοπικές κοινωνίες. Με τον καιρό, ωστόσο, και όσο η διάκριση μνημόνιο/αντιμνημόνιο υποχωρεί και τα χρονίζοντα προβλήματα σε πλείστους τομείς (από την οργάνωση του κράτους και τις σχέσεις με γειτονικές χώρες ως τα δικαιώματα, ατομικά και κοινωνικά, και την εκπαίδευση) γίνονται πιεστικά τόσο αναζητούνται λύσεις εδώ και τώρα. Εδώ διαφαίνεται τόσο η ένδεια των επιχειρημάτων από κόμματα που κυβέρνησαν χρόνια πολλά, ιδιαίτερα τη ΝΔ, όσο και οι καθόλα υπαρκτές διαφορές ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις. Διαφαίνεται καθαρότατα ότι, όπως και στο παρελθόν, οι φιλελεύθερες δυνάμεις του «κέντρου» και της «κεντροαριστεράς» είναι πιο κοντά στις ιδέες της ριζοσπαστικής αριστεράς από ό,τι στις συντηρητικές (συχνά άκρως) που κυριαρχούν σήμερα στη ΝΔ. Κοντολογίς, το παρελθόν και ακόμη περισσότερο οι προκλήσεις του σήμερα τείνουν να αναδιατάξουν υφιστάμενες συμμαχίες και ισορροπίες, προκαλώντας θορυβώδεις αντιδράσεις από νοσταλγούς του χθες.

Αναδιάταξη συμμαχιών

Η αναδιάταξη των συμμαχιών είναι επίπονη διαδικασία, εγείρει ζητήματα αμοιβαίας αποδοχής και εμπιστοσύνης. Εξίσου σύνθετη είναι και η επαναπροσέλκυση από τον ΣΥΡΙΖΑ των ομάδων εκείνων –κατά βάση λαϊκών- που τον εμπιστεύτηκαν στις δύο προηγούμενες εκλογές. Σε κάθε περίπτωση, και τα δύο αυτά ενδεχόμενα θέτουν επί τάπητος δύο καίρια ζητήματα. Τη σύνθεση του πολιτικού προσωπικού και τη σχέση των κομμάτων με στελέχη της δημόσιας διοίκησης. Κατά τεκμήριο, μια δεύτερη τετραετία διακυβέρνησης από ένα κόμμα, ιδιαίτερα όταν έρχεται για πρώτη φορά στα πράγματα, σταθεροποιεί ένα νέο πολιτικό προσωπικό και βάζει στην άκρη πολιτικούς που πρωταγωνίστησαν για δεκαετίες στην πολιτική ζωή. Αυτό θα συμβεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ αναδειχτεί πρώτο κόμμα πάλι στις εκλογές και κυβερνήσει με τους συμμάχους του. Το ενδεχόμενο αυτό μοιραία θα πλήξει τις προνομιακές σχέσεις των κομμάτων που κυβέρνησαν για χρόνια στο παρελθόν με τμήματα της δημόσιας διοίκησης, σχέση που εδραζόταν σε επιλεκτικές πελατειακές σχέσεις.
Έτσι και το παράδοξο το οποίο θα γίνεται εντονότερο στο διάβα του χρόνου. Ενώ οι «θεσμοί», διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ πρόσφατα, αλλά και η αποδυναμωμένη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία ευαγγελίζονται την αποπολιτικοποίηση θεσμών και αποφάσεων, τα πολιτικά πάθη αναμένεται στη χώρα να οξύνονται. Η εξουσία κοντολογίς είναι κάτι παραπάνω από γοητευτική σε όλους, ιδιαίτερα σε όσους θαρρούν, αφού την άσκησαν για καιρό, ότι τους ανήκει.

*Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet