albanis-elefadis1

Του Χάρη Γολέμη*

Για τους πολλούς, η 11η Σεπτεμβρίου παραπέμπει στο τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους το 2001· για τους αριστερούς, κυρίως μιας συγκεκριμένης κοπής, είναι η θλιβερή επέτειος του πραξικοπήματος κατά του Αλιέντε το 1974, που τσάκισε το πρώτο πείραμα δημοκρατικής μετάβασης στο δημοκρατικό σοσιαλισμό. Το ίδιο συμβαίνει και με την 29η Μαΐου: ο απανταχού ελληνισμός τη μνημονεύει ως την «αποφράδα ημέρα» της αλώσεως της Βασιλευούσης, όμως για λίγους έλληνες αριστερούς και κομμουνιστές είναι η ημέρα του θανάτου του Άγγελου Ελεφάντη, το 2008.
Το κακό μαντάτο μας ήρθε, δέκα χρόνια πριν, το πρωί μιας Πέμπτης, και το βράδυ της ίδιας μέρας το ανακοινώσαμε περίλυποι, πριν αρχίσει η προβολή του κλασικού ντοκιμαντέρ του Κριστιάν Μαρκέρ «Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο», στην τότε κατειλημμένη, αν θυμάστε, δημοτική αγορά της Κυψέλης. Ήταν η δεύτερη εκδήλωση στο πλαίσιο μιας εβδομάδας με ταινίες και συζητήσεις για τα σαράντα χρόνια από το Μάη του ‘68, που είχε διοργανώσει το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς» (ΙΝΠ), του οποίου ο Άγγελος ήταν ένας από τους συνιδρυτές.

Απεγνωσμένη ελπίδα, αβάσιμη

Στο παρόν αφιέρωμα της «Εποχής», σχετικά φτωχό υποκατάστατο ενός υπεσχημένου μεγάλου συνεδρίου του ΙΝΠ για τον Άγγελο, που θα τιμούσε τόσο αυτόν όσο και τα πενηντάχρονα της εξέγερσης του Μάη (το οποίο δεν μπόρεσε να γίνει γιατί έτσι τα έφερε η ζωή), θέλω να γράψω δυο πράγματα για το πένθος. Όχι το πένθος των αριστερών για τον πολίτη και σύντροφο Ελεφάντη —αυτό έχει δώσει τη θέση του στις αναμνήσεις— αλλά το πένθος του ίδιου του Άγγελου για την τελική κατάρρευση της μεγάλης σοσιαλιστικής περιπέτειας, το 1989, χωρίς να πέσει ούτε μια τουφεκιά. Βέβαια, το θέμα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας από πολλές ερευνητικές εργασίες και διδακτορικά για το έργο του Ελεφάντη, που θα πρότειναν στους φοιτητές και τις φοιτήτριές τους οι αριστεροί δάσκαλοί τους —όχι κάποιοι «επίκουροι», όπως ο ίδιος αποκαλούσε απαξιωτικά τους πανεπιστημιακούς που δεν συμπεριφέρονται ως οργανικοί διανοούμενοι της Αριστεράς, αλλά νοιάζονται μόνο για την «εξέλιξή» τους μέσω δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά του κλάδου τους.
Με τον κίνδυνο, λοιπόν, αστοχίας, την οποία ευχαρίστως θα παραδεχόμουν αν προερχόταν από μια τέτοια μελέτη —καλύτερα από κάποιους που ασχολούνται και με την ψυχανάλυση, την οποία δεν θα έλεγα ότι αγαπούσε πολύ ο Άγγελος— ισχυρίζομαι ότι ο Ελεφάντης πένθησε για πολλά χρόνια, ίσως μέχρι το θάνατό του, τη μεγάλη απώλεια που ήταν γι’ αυτόν η κατάρρευση του ιστορικού κομμουνισμού, το 1989. Σφοδρός πολέμιος των σοβιετικών καθεστώτων, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1960, δεν αντιμετώπισε ανόητα και αστόχαστα τη διάλυσή τους. Αρχικά, η μελαγχολία του δεν εκδηλώθηκε άμεσα, μάλλον λόγω της ενεργού ανάμειξής του, ως μέλος της ηγεσίας του ΚΚΕ Εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά, στην προσπάθεια να διατηρηθεί, με νύχια και με δόντια, η πολιτική έκφραση της κομμουνιστικής ανανέωσης στην Ελλάδα, μετά την διάσπαση του ΚΚΕ Εσωτερικού το 1987. Έτσι, στο κύριο άρθρο του Πολίτη το Δεκέμβριο του 1989 με τίτλο «Μια νέα εποχή αρχίζει», διαβάζουμε: «Ο “υπαρκτός σοσιαλισμός” ενταφίασε τα ιδανικά του σοσιαλισμού, καθώς χρεοκόπησε σε όλα τα επίπεδα ως δύναμη πολιτική και πολιτισμικό σχέδιο», αλλά «…τίποτα δεν είναι πιο μακριά από την πεποίθηση ότι τώρα δικαιώθηκε η άνοιξη της Πράγας…[Αυτή] επεδίωκε ν’ αποκαταστήσει την απελευθερωτική δύναμη του σοσιαλισμού, κομμουνιστές την εμπνεύστηκαν και την ενέπνευσαν στον κόσμο που τους ακολούθησε με πρωτοφανή αφοσίωση». Το πικρό αυτό άρθρο, ένα από τα πολλά που γράφτηκαν τότε από τον ίδιο και κάποιους συνεργάτες του καλού περιοδικού, κλείνει με μια διαπίστωση και ένα ερώτημα που κρύβει μια απεγνωσμένη ελπίδα που τρεμοσβήνει, μια αβάσιμη προσδοκία, σαν κι αυτήν που είχαν, μετά το Γράμμο και το Βίτσι, κάποιοι από τους ηττημένους του ελληνικού εμφυλίου, της περιόδου της ελληνικής ιστορίας, στην οποία ο Ελεφάντης αφιέρωσε πολύ χρόνο μελέτης και συγγραφής κειμένων με τη χαρακτηριστική, αριστοτεχνική του γραφή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η κατάληξη του προαναφερθέντος άρθρου: «Για πολλούς η κατάρρευση του “υπαρκτού σοσιαλισμού” συμπαρασύρει και τις ιδέες του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού. Εξορκισμοί, κατάρες, καγχασμοί, μεταμέλειες, αναθεωρήσεις συνοδεύουν την επέλαση του σοσιαλ-φιλελευθερισμού. Ωστόσο, το φάντασμα εξακολουθεί να πλανιέται πάνω απ’ την Ευρώπη. Οι προλετάριοι Ανατολής και Δύσης θα ξαναβρούν το πνεύμα του για να χτίσουν το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι;».

Εποχή μειωμένων προσδοκιών

Το παρηγορητικό, στην ουσία, ερώτημα δεν άργησε να απαντηθεί αρνητικά τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, όπου το κομμουνιστικό ανανεωτικό εγχείρημα συντρίβεται στις εκλογές του 1991. Ο Ελεφάντης δεν μετέχει στην ηρωική, αλλά πολιτικά περιθωριακή, προσπάθεια της ΑΚΟΑ. Πενθεί για όσα έχουν συμβεί, διατηρώντας τις ιδέες του και μαχόμενος ταυτόχρονα σκληρά εναντίον του εθνικισμού των «μακεδονομάχων», ενώ δεν εγκαταλείπει την διαχρονική ιδεολογική και πολιτική αντιπαλότητά του με το ΠΑΣΟΚ —το λαϊκιστικό, κεντρώο, αρχηγικό κόμμα της πρώτης περιόδου που αυτοαποκαλείτο «κίνημα», το οποίο του ήταν «παγερά αδιάφορο από την σκοπιά του σοσιαλισμού», αλλά και το δήθεν εκσυγχρονιστικό, επίσης αρχηγικό κόμμα, μετά το 1985 που προσπαθούσε να μιμηθεί την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, την οποία επίσης ουδέποτε αγάπησε ο Άγγελος. Στις εκλογές του 1993, εν μέσω του πένθους του για την ήττα, περνάει γενεές δεκατέσσερις τον Συνασπισμό σε δύο, αν θυμάμαι καλά, κείμενά του στην «Εποχή», πριν μας ενημερώσει σε ένα τρίτο, που δημοσιεύεται και στον Πολίτη, για τις προθέσεις του, που τότε θύμωσαν πολλούς από εμάς στην «Εποχή» και την ΑΚΟΑ: «Θα ψηφίσω Συνασπισμό… τον χώρο μου, έναν δημόσιο χώρο της Αριστεράς που με ενδιαφέρει». Και αφού, δηλώνει, πρώτα στον εαυτό του και μετά στους συντρόφους και τους αναγνώστες, ότι «…η εκδοχή του ΚΚΕ Εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά ναυάγησε πολιτικά, αλλά …οι βασικές της ιδέες δεν διαψεύστηκαν», καταλήγει με τη, νομίζω όχι και τόσο πειστική, επισήμανση: «Όσα είπαμε παλιά ισχύουν». Αυτός ήταν και ο τίτλος εκείνου του άρθρου, το οποίο εγκαινίαζε μια εποχή μειωμένων προσδοκιών για τον Άγγελο.

Μια απαραίτητη μελαγχολία

Ο αρχικός στόχος μου ήταν να συνδέσω το πένθος του Άγγελου για τη συντριβή του κομμουνιστικού εγχειρήματος με εκείνο κάποιων από εμάς (όπου με το «εμείς» εννοώ ένα μέρος όσων λίγων θεωρούν ότι ανήκουν στην παράδοση της κομμουνιστικής ανανέωσης και εξακολουθούν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την υπόθεση του σοσιαλισμού, παρά για την «επιστροφή στην κανονικότητα» του σύγχρονου υπαρκτού ευρωπαϊκού καπιταλισμού των αγορών), αλλά ο χώρος δεν μου το επιτρέπει. Ίσως επανέλθω μια άλλη φορά. Όμως, πριν τελειώσω, θέλω να πω ότι το πένθος για τις μεγάλες απώλειες δεν είναι στιγμιαίο, διαρκεί πολύ. Γι’ αυτό το λόγο το άρθρο με τίτλο «Να τελειώνουμε με το πένθος», που δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 25 Αυγούστου του 2015, ένα μήνα δηλαδή μετά την τραγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, με είχε εξοργίσει τόσο πολύ για τον τρόπο αντιμετώπισης των πενθούντων ως κάποιων περίεργων, «ψώνιων» ή ευρισκόμενων σε ψυχική διαταραχή, ώστε μετά από περίπου τρία χρόνια το αναζήτησα για να το σχολιάσω σήμερα. Το κείμενο, λοιπόν, στο οποίο περιέχονταν σαρκαστικές εκφράσεις του τύπου «Εντάξει, πενθήσαμε. Αλλιώς τα περιμέναμε και αλλιώς μας ήρθαν τα πράγματα. Με αποτέλεσμα άλλοι να πέσουν από τα σύννεφα, άλλοι να θέλουν να πέσουν από την Ακρόπολη, άλλοι να πέφτουν στην κατάθλιψη», διακηρύσσει σαφώς την απόφαση πολλών να ξεχάσουν στα γρήγορα όσα, σωστά ή λάθος, έλεγε και έπραττε ο ΣΥΡΙΖΑ αρκετά χρόνια πριν από τη συνθηκολόγηση. Μια στάση που ουδεμία σχέση έχει με την  ψυχολογία του Ελεφάντη, αλλά και πολλών συντρόφων και συντροφισσών του χώρου της ανανεωτικής κομμουνιστικής και ευρύτερης αριστεράς, όπως τον λέγαμε παλιά, μετά το 1989, που γνώριζαν και γνωρίζουν ότι το πένθος διαρκεί πολύ. Φυσικά και δεν είναι προς ψόγον αυτό —οι αριστεροί προέρχονται από διαφορετικές παραδόσεις του κινήματος και έχουν διαφορετικές πολιτισμικές προσλαμβάνουσες, απλώς το επισημαίνω για να μην μπερδευόμαστε.
Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για την τελευταία φράση του εν λόγω άρθρου, ότι «…μπορεί το πένθος να ταιριάζει στην Ηλέκτρα, αλλά δεν ταιριάζει στην Αριστερά σε ώρες μάχης». Εδώ την απάντηση, πέρα από τη ζωή και το έργο του Ελεφάντη μετά το ‘89, την δίνει ο Έντσο Τραβέρσο στο εξαιρετικό βιβλίο του «Αριστερή μελαγχολία Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης» (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017). Η έννοια της μελαγχολίας, γράφει, «…δεν σημαίνει την εγκατάλειψη της ιδέας του σοσιαλισμού ή την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, αλλά την ανάγκη να ξανασκεφτούμε τον σοσιαλισμό σε μια εποχή που η μνήμη είναι χαμένη, κρυμμένη και σιωπηλή και θέλει να απελευθερωθεί. Αυτή η μελαγχολία δεν πρέπει να περιοριστεί στο πένθος μιας χαμένης “ουτοπίας”: πρέπει να αφοσιωθεί στην προσπάθεια να την βοηθήσουμε να ξαναβρεί τα βήματά της» (δική μου μετάφραση από αγγλικό κείμενο).
Μας έδωσε πολλά ο Άγγελος όσο ζούσε, ακόμα και την περίοδο του πένθους του. Γι’ αυτό τον θυμόμαστε με αγάπη και ευγνωμοσύνη.

* Ο Χάρης Γολέμης είναι επιστημονικός και στρατηγικός σύμβουλος του ευρωπαϊκού δικτύου transform!
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet