xatzopoulos

Του Ορέστη Αθανασίου

Ενα φάντασμα πλανιέται πάλι πάνω από τα Βαλκάνια. Το φάντασμα του εθνικισμού. Σε όλες τις χώρες της περιοχής υπάρχουν δυνάμεις που περιχαρακώνονται πίσω από ηρωικές αφηγήσεις εθνικής ανωτερότητας και καθαρότητας που έχουν ως προαπαιτούμενο τον αποκλεισμό και την ταπείνωση των άλλων. Δεν πρόκειται μόνο για παιχνίδια του ιμπεριαλισμού που διαμελίζει χώρες για να προωθήσει γεωπολιτικές σφαίρες επιρροής. Μια τέτοια απλουστευτική ανάγνωση των εξελίξεων -η οποία είναι λίαν προσφιλής στη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ αλλά και σε άλλους εντός της Αριστεράς- παραγνωρίζει ότι οι ιδέες του εθνικισμού μπορούν να αποτελέσουν υλική δύναμη, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στην ιστορία. Μπορούν να αποτελέσουν συγκολλητική ουσία των διαφορών σε διάφορα κόμματα, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη Νέα Δημοκρατία ή να προκαλέσει βαθιά ρήγματα σε άλλα, όπως συμβαίνει στο Κίνημα Αλλαγής. Αυτή είναι η εικόνα που ανέδειξε η συζήτηση στη Βουλή για την πρόταση μομφής που κατέθεσε η Νέα Δημοκρατία.
Είναι σαφές πως η στόχευση της πρότασης δεν είχε να κάνει με το περιεχόμενο της συμφωνίας, αλλά με την επιδίωξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης να προκαλέσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη φθορά στην κυβέρνηση μέσω της υπονόμευσης του εταίρου της, των ΑΝΕΛ. Η επιχειρηματολογία της Νέας Δημοκρατίας στηρίχθηκε περισσότερο στον ισχυρισμό πως η κυβέρνηση δεν έχει την απαιτούμενη πλειοψηφία να υπογράψει μια συμφωνία, παρά στο ίδιο το περιεχόμενό της. Αλλά η ρητορική κατά της κυβέρνησης πολύ εύκολα μπορεί να γλιστρήσει σε ακροδεξιά μονοπάτια και αυτό έγινε φανερό στις ομιλίες πολλών βουλευτών της που ντύθηκαν «Μακεδονομάχοι». Προσπαθώντας να αποδείξει πως πρόκειται για μια κακή συμφωνία που παραβιάζει «κόκκινες γραμμές στα εθνικά θέματα», η Νέα Δημοκρατία πήγε πίσω από τη δική της θέση για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, καταφεύγοντας σε επιχειρήματα περί ταυτότητας και γλώσσας που «αποτελούν συστατικά του έθνους». Και φυσικά τέτοιου είδους επιχειρήματα είναι βούτυρο στο ψωμί τη Χρυσής Αυγής. Η Νέα Δημοκρατία εκχώρησε χώρο στη Χρυσή Αυγή και θα το πληρώσει εκλογικά.

Το δόγμα της μη λύσης

Πολύς λόγος έγινε τις τελευταίες μέρες για αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΝΔ απέναντι στην ακροδεξιά ολίσθηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στο προσκήνιο, όμως, δεν εκδηλώθηκαν τέτοιες διαφωνίες και αυτό για δύο λόγους: αφενός κάθε παρέκκλιση από την επίσημη γραμμή θα σήμαινε ευθεία αμφισβήτηση του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη, κάτι που κανείς δεν είναι διατεθειμένος να το κάνει. Τουλάχιστον ως τις εκλογές. Αφετέρου γιατί η γραμμή του Κώστα Καραμανλή (το περίφημο βέτο στο Βουκουρέστι) βασίστηκε στο «όχι», παρά στη διεκδίκηση λύσης υπό προϋποθέσεις. Όπως και στο Κυπριακό, η «εθνική γραμμή» της Νέας Δημοκρατίας προέκρινε τη μη λύση από το συμβιβασμό. Αυτό που προέταξε το 2008 ο Κώστας Καραμανλής ήταν το βέτο ως λύση και όχι ως μέσο επίτευξης μιας λύσης. Έτσι για να μην ξεχνάμε και το δάκρυ του θείου του («Η Μακεδονία είναι και θα παραμείνει ελληνική»).
Μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές το απόγευμα της Παρασκευής, υπήρχε μια αντικρουόμενη σεναριολογία για τη στάση του Κώστα Καραμανλή. Πολλοί ανέμεναν μια δημόσια δήλωση από τον πρώην πρωθυπουργό, η οποία ευελπιστούσαν ότι θα περιείχε ψήγματα αποστασιοποίησης από τη γραμμή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Άλλοι, δεν θεωρούσαν πιθανό να σπάσει τη σιωπή του, καθώς αν έκανε δήλωση, θα έπρεπε να πάρει θέση και για την ουσία του ζητήματος. Αν δηλαδή η συμφωνία είναι συνέχεια της δικής του στάσης στο Βουκουρέστι όπως λέει η κυβέρνηση, ή αντίθετα αποτελεί «απαράδεκτη εθνική υποχώρηση». Δηλαδή είτε να στηρίξει Τσίπρα ή Μητσοτάκη. Είναι προφανές πως ο Καραμανλής δεν θέλει να κάνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Την αντίφαση που διατρέχει την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας συνολικά φανέρωσε με τον πιο σαφή τρόπο η τοποθέτηση της Ντόρας Μπακογιάννη. «Όχι μόνο μπορούσαμε, αλλά έπρεπε από τις αρχές του 1990 να είχαμε βρει λύση», παραδέχθηκε, αναγνωρίζοντας πως «τότε, δυστυχώς, μας κάλυψε το κύμα του λαϊκισμού και της πατριδοκαπηλίας. Κέρδισε ο τυχοδιωκτισμός. Κέρδισε ο καιροσκοπισμός». Την ίδια στιγμή όμως που έριχνε αυτό καρφί στον Σαμαρά, πρόσθετε πως η συμφωνία περιέχει «παραχωρήσεις και εκπτώσεις», τις οποίες είχαν αρνηθεί οι προηγούμενες κυβερνήσεις.
Με αυτά τα δεδομένα δεν είναι αβάσιμο να ισχυριστεί κανείς πως τελικά δεν υπάρχουν δύο γραμμές στη Νέα Δημοκρατία, μία ακροδεξιά και μία πιο διαλλακτική. Το δόγμα της μη λύσης για να μη θιγούν τα εθνικά ιερά και όσια είναι κοινός παρονομαστής για όλους. Και αυτή η γραμμή, ας το επαναλάβουμε, τροφοδοτεί τον ελληνικό αλυτρωτισμό και τη Χρυσή Αυγή.

Η αμηχανία των κομμάτων

Αυτό φαίνεται να το έχουν καταλάβει ορισμένοι στο Κίνημα Αλλαγής. Με άρθρο στη σελίδα του στο facebook, ο Ευάγγελος Βενιζέλος διαχώρισε την πρόταση δυσπιστίας από το περιεχόμενο της συμφωνίας. Άλλο η καταψήφιση της κυβέρνησης και άλλο η συμφωνία που έχει μεν θετικά σημεία, αλλά πρέπει να βελτιωθεί σε ορισμένα σημεία, έγραψε. Έτσι χαράζει μια διαχωριστική γραμμή από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, πράγμα που αδυνατεί να κάνει η Φώφη Γεννηματά, που έχει ως πρώτο μέλημά της να επιβληθεί στους άλλους βαρόνους, τον Στ. Θεοδωράκη, τον Γ. Παπανδρέου, τον Γ. Καμίνη, τον Θ. Θεοχαρόπουλο.
Η γραμμή του Π. Καμμένου είναι αντεστραμμένη η επιλογή Βενιζέλου. Δεν καταψηφίζει την κυβέρνηση, αλλά μόνο τη συμφωνία, προσπαθώντας να μην απομονωθεί από το δεξιό ακροατήριό του. Η κάλπη θα δείξει κατά πόσο το κατάφερε.
Συμπερασματικά, η συμφωνία προκάλεσε μια πόλωση στα πολιτικά κόμματα που είναι καλοδεχούμενη. Φανέρωσε ποιοι καβαλάνε το άρμα του εθνικισμού και ποιοι όχι. Είναι μια σημαντική παρακαταθήκη. Θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη αν το ΚΚΕ δεν πρόσθετε στα επιχειρήματά του εναντίον της συμφωνίας εκτός από το γεγονός ότι ανοίγει την πόρτα στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την αναφορά στο «σπέρμα του αλυτρωτισμού» λόγω της παραδοχής ότι υπάρχει μακεδονική ταυτότητα και γλώσσα.
Σε ένα σημείωμά του την Παρασκευή στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο Τάσος Κωστόπουλος θυμίζει πως το ΚΚΕ από το 1932 έχει αναγνωρίσει και μηδέποτε αποκηρύξει τη διακριτή εθνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων (ως «Μακεδόνων»). Η διαγραφή των παραδόσεων του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, όταν την ίδια ώρα εθνικιστές και νεοναζιστές καλούν σε συλλαλητήρια για το «όνομα», είναι δυστυχώς μια μαύρη τρύπα σ’ αυτήν την παρακαταθήκη.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet