elefantis1

Σκίτσο του Χρίστου Πικριδά

Της Κατερίνας Λαμπρινού*

Η παγκόσμια οικονομική κρίση που πυροδοτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers ενεργοποίησε πολιτικές διάσωσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ταυτόχρονα έναν έντονο σκεπτικισμό για τα όρια του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνολικά. Στη δημόσια σφαίρα, οι τράπεζες βρέθηκαν στο στόχαστρο ως βασικές υπεύθυνες για την κρίση του απορυθμισμένου καπιταλισμού, πολλώ μάλλον που η διάσωσή τους περνούσε μέσα από το δημόσιο ταμείο. Πολύ γρήγορα η κρίση διέσχισε τον Ατλαντικό και εγκαταστάθηκε στην καρδιά της ευρωζώνης. Μαζί με το «τραπεζικό κατεστημένο», βρέθηκαν στο στόχαστρο ως γραφειοκρατικοί και αδιαφανείς οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης —ήταν η απαρχή ενός σαρωτικού κύματος ευρωσκεπτικισμού.
Η παγκόσμια και ευρωπαϊκή κρίση διασταυρώθηκε με την υφέρπουσα επί χρόνια πολιτική και θεσμική απαξίωση, εθνικό και διεθνές επίπεδο συγχωνεύθηκαν σε ένα γενικευμένο εκρηκτικό μείγμα δυσπιστίας απέναντι σε τράπεζες, ευρωπαϊκούς θεσμούς, εθνικές και υπερεθνικές ελίτ. Αυτοί οι κραδασμοί συντάραξαν και συνεχίζουν να αναδιαμορφώνουν ριζικά τα κομματικά μας συστήματα, καθώς οι κατεστημένοι πολιτικοί παίκτες απαξιώθηκαν και νέοι αντισυστημικοί «challengers» αναδείχθηκαν. Η διαιρετική τομή της εποχής μας, ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους της παγκοσμιοποίησης, τροφοδοτεί αυτή την καταλυτική εκ βάθρων αναδιάταξη κάθε πολιτικής σταθεράς που αλλού εκδηλώθηκε με την άνοδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς και σχεδόν παντού με τη βαθιά κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, αλλού με την ανάδυση ακροδεξιών κομμάτων ή μιας ευρύτερης νέας συντηρητικής στροφής που στρέφεται περισσότερο ενάντια στον πολιτικό και πολιτισμικό παρά στον οικονομικό φιλελευθερισμό. Διαβάζοντας κανείς τον διεθνή τύπο, δεν μπορεί να μη συγκρατήσει τη λέξη-κλειδί —λαϊκισμός— που φιγουράρει δυναμικά στις αναγνώσεις της νέας κατάστασης.

Η ιδιοφυής περιγραφή του φαινομένου ΠΑΣΟΚ

Ο Άγγελος Ελεφάντης ήταν άνθρωπος του 20ού αιώνα. Δεν ξέρω τι θα έλεγε ή θα έγραφε για όλα αυτά εάν ο θάνατός του, τον Μάιο του 2008, δεν είχε προλάβει τη γενέθλια πράξη της πρώτης μεγάλης οικονομικής και πολιτικής κρίσης του 21ου αιώνα. Ούτε και πώς θα τοποθετούνταν μπροστά στον πληθωριστικό δημόσιο λόγο περί λαϊκισμού, στα δημοσιογραφικά, πολιτικά και επιστημονικά κείμενα που συχνά είναι αιχμηρά ακριβή, συχνότερα, όμως, φλερτάρουν με μια εξαιρετικά ελαστική χρήση της έννοιας, όχι σπάνια υπάγωγη σε ιδεολογικές σκοπιμότητες.
Το αναλυτικό εργαλείο του λαϊκισμού ο Ελεφάντης χρησιμοποίησε δημιουργικά σε ανύποπτο χρόνο, σε μια εποχή που πολύ λίγοι το ενσωμάτωναν στην οπτική τους. Εν έτει, 1977, το γνωστό άρθρο «ΠΑΣΟΚ: λαϊκισμός ή σοσιαλισμός;» που συνυπογράφει με τον Μάκη Καβουριάρη στον Πολίτη αποτελεί μια σημαντική προσπάθεια ερμηνείας της θεαματικής μεταστροφής του ελληνικού εκλογικού σώματος προς το ΠΑΣΟΚ, το οποίο αναδεικνυόταν στο δυναμικό, αντισυστημικό «challenger» και πρωταγωνιστή της ελληνικής, πρώτης Μεταπολίτευσης. Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1991, στη συγκυρία μιας γενικευμένης πολιτικής, οικονομικής και ηθικής κρίσης, επανέρχεται με τον Αστερισμό του λαϊκισμού, μια συνολική προσέγγιση του φαινομένου ΠΑΣΟΚ —ή αλλιώς, μια ιδιοφυή περιγραφή του τρόπου που η κρίση ηγεμονίας η οποία έπεται της κατάρρευσης της ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης διαμορφώνει τις ιδεολογικές προϋποθέσεις για να εγκατασταθεί στην εξουσία ένας ριζοσπαστικοποιημένος προς τα αριστερά κεντρογενής μικροαστισμός. Γιατί αυτό είναι ο πασοκικός λαϊκισμός για τον Ελεφάντη, μια πολιτική ιδεολογία εξουσίας που λειτουργεί ως παραφθορά άλλων ιδεολογιών, εν προκειμένω της σοσιαλιστικής. Και στην ελληνική περίπτωση που εξετάζει, ο λαϊκισμός αρθρώθηκε ως ρεύμα μόνο με την εμφάνιση του ΠΑΣΟΚ και το ιδιαίτερο κοσμοείδωλο που οικοδόμησε με μια γλώσσα υψηλής αμφισημίας που συνέθεσε μια επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας, με επιμέρους απαντήσεις στα κοινωνικά ζητήματα, για να μετατοπίσει όλο τον άξονα της πολιτικής σύγκρουσης στη μείζονα διαιρετική τομή Δεξιά-αντιδεξιά.

Κανένας λαϊκισμός δεν είναι προοδευτικός

Ο Ελεφάντης δεν αναζήτησε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα μια φτωχοποιημένη και αποκλεισμένη ομοιογενή μάζα, έναν αγνό «λαό», την εκπροσώπηση του οποίου άλλωστε είχε αναλάβει εργολαβικά ένας χαρισματικός ηγέτης μέσα από σχήματα μιας πολεμικής ερμηνείας του κόσμου, διακηρύσσοντας την «εδώ και τώρα» αποκατάσταση της νοθευμένης λαϊκής. Γι’ αυτό, άλλωστε, στον Αστερισμό του λαϊκισμού επιμένει σε μια εξαντλητική ανάλυση του σύνθετου και εσωτερικά αντιφατικού ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Ο λαϊκισμός έχει τόπο και χρόνο, ο Ελεφάντης ιστορικοποιεί το φαινόμενο ακριβώς για να αποφύγει να καταστήσει την έννοια ένα πασπαρτού για κάθε πολιτικό φαινόμενο της εποχής.
Για τον Ελεφάντη, δεν μπορεί να αποκαλείται «λαϊκιστική» κάθε αμφισβήτηση της παραδεδεγμένης τάξης ούτε κάθε αναφορά στον λαό —μια διανοητική στάση πολύ διαφορετική από τα προσφιλή στη μεγάλη σχολή του «πανλαϊκισμού» που ευδοκιμεί στις μέρες μας. Αν σήμερα η συμπερίληψη πολύ διαφορετικών κινημάτων, κομμάτων, πολιτικών και ιδεών συλλήβδην στην κατηγορία του «λαϊκιστικού» λέει περισσότερα για την πολιτική και ιδεολογική θέση του υποκειμένου που κατηγοριοποιεί παρά για το ίδιο το αντικείμενο της κατηγοριοποίησης, η προσέγγιση του Ελεφάντη υποδείκνυε ακριβώς το αντίθετο: ότι η ιδεολογική χρήση του λαϊκισμού μας φέρνει στη σφαίρα της ηθικής κατηγορίας, σε αδυναμία να κατανοήσουμε διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, εντέλει στην ερμηνευτικά αδιάφορη και καθ’ υπερβολή αναβίβαση της όποιας δημαγωγικής ή συντεχνιακής στάσης στον λαϊκιστικό βιότοπο.
Και από την άλλη, δεν θα βρει κανείς στην οπτική του τη δικαίωση ενός «θετικού» και δυνάμει προοδευτικού λαϊκισμού. Μήπως ανανεώνεται τελικά η δημοκρατία και οι όντως απαξιωμένοι θεσμοί της αντιπροσώπευσης μέσω της κινητοποίησης που μπορεί να προκαλέσει η λαϊκιστική έγκληση; Άραγε μπορεί να συνιστά ο λαϊκισμός έναν τρόπο ενσωμάτωσης των αποκλεισμένων στην πολιτική και μεταφοράς των αιτημάτων τους στην καρδιά του πολιτικού;
Αν ακούσουμε τον Ελεφάντη, η απομείωση της κοινωνικής πολυπλοκότητας σε μανιχαϊστικά δίπολα (λαός vs ελίτ/κατεστημένο), η αγνόηση των εσωτερικών αντιφάσεων του κοινωνικού σώματος ή ακόμη χειρότερα η μετάφρασή τους σε αφηρημένα σχήματα (προνομιούχοι vs μη προνομιούχοι), δεν θα μπορούσε να έχει δυνητικά χειραφετησιακό χαρακτήρα. «Κανένας λαϊκισμός δεν είναι προοδευτικός», λέει. Η διατύπωση αυτή προκύπτει από τη γνώση της πολλαπλότητας των ιστορικών εμπειριών, που υποδεικνύει κάτι ακόμα πιο προκλητικό: ότι «η δημοκρατία δεν είναι σύμφυτη στο λαό», αφού «η δημοκρατία συνήθως δίχαζε τον λαό, δεν τον ενοποιούσε». Άλλωστε, εντέλει, ο λαϊκισμός «δεν έχει κοινωνικό σχέδιο διακριτό. Ούτε ουτοπικό, ούτε σοσιαλιστικό, ούτε μεταρρυθμιστικό. Σε μια κατάσταση κρίσης, με έκδηλα αδιέξοδα και συνειδητοποιημένες δυσλειτουργίες του συστήματος, απαντά με τη φενάκη της πολιτικής βούλησης, με μια βουλησιαρχική έπαρση ότι η νέα εξουσία, καθόσον λαϊκή άρα ανιδιοτελής, μπορεί να λύσει το πρόβλημα».
Παρότι το έργο του Ελεφάντη μοιάζει να συνομιλεί ευθέως με τη σημερινή συζήτηση, δεν προσφέρει έτοιμες συνταγές για τις κουζίνες του μέλλοντος ή του παρόντος. Είναι εκεί πάντως για να επιστρέφουμε, όταν «τις λέξεις (ή τις έννοιες) κουρταλούμε και δεν μας ανοίγουν».

* Ερευνήτρια του Κέντρου Πολιτικών Ερευνων του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου, συγγραφέας του βιβλιου «ΕΔΑ, 1957-1964, Πολιτική και Ιδεολογία» από τις εκδόσεις Πόλις
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet