stathis

Το μακεδονικό ζήτημα και η ιστορική συμφωνία που υπέγραψαν την 17η Ιουνίου στις Πρέσπες οι υπουργοί εξωτερικών των δύο χωρών με την παρουσία των πρωθυπουργών, Αλ. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ, προκάλεσε έντονες συζητήσεις στο χώρο των κομμάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Από μια πρώτη εκτίμηση υπήρξε σχεδόν ομοβροντία αντιδράσεων όσον αφορά τη συμφωνία με μια εξαίρεση. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Τη συμφωνία σε όλες τις πλευρές της καταδίκασαν οι ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Πλεύση Ελευθερίας, Σχέδιο Β΄, ΚΟΕ, ενώ διαφορετική στάση κράτησε το κίνημα του Γιάννη Βαρουφάκη. Είναι επίσης ενδιαφέρον το γεγονός ότι από τη ΛΑΕ ανακοίνωση εξέδωσε το Αριστερό Ρεύμα, παρά το γεγονός ότι και άρθρα στο Rproject τάσσονταν εναντίον της συμφωνίας, αλλά με μια σχετικά διαφορετική οπτική. Οι έως τώρα αντιδράσεις εντάσσονται σε δύο διαφορετικής κοπής σκεπτικά τα οποία φαίνεται όμως να συνδυάζονται με ένα αρκετά μηχανιστικό τρόπο. Το πρώτο και το πιο σύνηθες επιχείρημα (ακολουθώντας τη λογική που διατύπωσε και το ΚΚΕ), είναι ότι η συμφωνία μεταφέρει τα νατοϊκά συμφέροντα στην περιοχή των Βαλκανίων. Το δεύτερο σκεπτικό ανταποκρίνεται ακριβώς στην άποψη ότι η συμφωνία εντάσσεται στα σχέδια της ελληνικής αστικής τάξης, την οποία εκφράζει σήμερα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Μια παρόμοια επομένως συμφωνία δεν έχει να κάνει με τα συμφέροντα της κοινωνίας και του λαού.
Όσον αφορά το πρώτο θέμα, είναι, βέβαια, απορίας άξιο από που προκύπτει η διατύπωση αυτής της θέσης, καθώς είναι γεγονός ότι η εμφάνιση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα Βαλκάνια δεν προέκυψε ξαφνικά και ούτε βέβαια λόγω της συμφωνίας. Αντίθετα, αυτή η πολιτική έχει εγκαινιαστεί από τα χρόνια της διάλυσης της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Σε μια τέτοια σκέψη χρειάζεται κατά συνέπεια να τεθεί το επόμενο ερώτημα: οι αντιπαραθέσεις των μεγάλων δυνάμεων, ΗΠΑ και Ρωσίας στην περιοχή —που είναι υπαρκτές και αναμφισβήτητες— με τη συμφωνία αυτή βαθαίνουν ή δύνανται να μειωθούν; Το δεύτερο πρόβλημα που έχουν αυτού του τύπου οι προσεγγίσεις είναι ότι αγνοούν πλήρως σε ποια συγκυρία διεξάγεται η συζήτηση και, επομένως, σε ποια προβλήματα έρχεται να απαντήσει κάθε φορά μια ανάλογη, όπως αυτή, συμφωνία.

Στις ορέξεις «γερακιών» και της αστικής τάξης

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε ανακοίνωσή της επιχειρεί να αναδείξει και τα δύο παραπάνω σκεπτικά εξίσου. Στο πρώτο κιόλας σημείο της ανακοίνωσης αναφέρει: «Η συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι μία συμφωνία που εντάσσεται και υπηρετεί τα επικίνδυνα σχέδια των ΗΠΑ και της ΕΕ για την ευρωνατοική ολοκλήρωση των Βαλκανίων και σε αυτά τα πλαίσια τις επιδιώξεις της ελληνικής άρχουσας τάξης να κάνει ένα ακόμα βήμα για να γίνει το “κεφαλοχώρι” του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, εξυπηρετώντας παράλληλα και τα δικά της αυτόνομα συμφέροντα, οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά».
Στη συνέχεια περιγράφει το ποιοι είναι αυτοί που αντιδρούν στη συμφωνία και γιατί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν ανήκει σε αυτήν την πλευρά, αλλά τάσσεται υπέρ ενός διεθνιστικού και αντιεθνικιστικού μετώπου επιδιώκοντας την ειρήνη.
Και το Αριστερό Ρεύμα, στο πλαίσιο της ΛΑΕ, αντέδρασε έντονα στην υπογραφή της. Η χώρα παρέδωσε ένα δώρο στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ, με στόχο να περιοριστεί η παρέμβαση της Ρωσίας στα Βαλκάνια. Ωστόσο, δεν έμεινε σε αυτό, αλλά εισήλθε και σε άλλα ζητήματα, όπως η γλώσσα και η εθνικότητα. «Η ονομασία της γλώσσας της γείτονος ως “μακεδονικής” και της ονομασίας των πολιτών της ως Μακεδόνων, έρχεται σε διάσταση και αντίφαση ακόμα και με τη νέα ονομασία της γειτονικής χώρας, ως “Βόρειας Μακεδονίας”, η οποία προβλέπεται με την συμφωνία, πράγμα που προκαλεί επιπλοκές και συγχύσεις» κατέληξε, προσεγγίζοντας αρκετά τη ρητορεία των εθνικιστικών εγχώριων κύκλων. Από τα κείμενα του Rproject λείπουν οι εθνικιστικές κορώνες, ενώ διατηρείται ακέραια η κριτική σχετικά με την νατοϊκή πολιτική και αυτή της αστικής τάξης.

Λόγος περί προδοσίας
 
Με πολύ σκληρότερη γλώσσα, καταδίκασε τη συμφωνία των δύο πλευρών η Πλεύση Ελευθερίας και μάλιστα με ξεχωριστή της δήλωση η επικεφαλής της, Ζ. Κωνσταντοπούλου, καταφέρθηκε και εναντίον του Αλ. Τσίπρα, κάνοντας ακόμα λόγο και για προδοσία. Η συμφωνία κατά την Πλεύση Ελευθερίας, προήλθε ύστερα από τις πιέσεις των ξένων δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία «η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παραδίδει τη χώρα και στο ΝΑΤΟ και στους αμερικάνους ολοκληρώνοντας το έγκλημα…». Σε ανακοίνωσή της ωστόσο επιμένει σε ορισμένα σημεία που τίθενται επίσης από τους ακραία εθνικιστικούς κύκλους της χώρας. «Η αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας ή ιθαγένειας ή υπηκοότητας, αλλά και μακεδονικής γλώσσας προσφέρει το έδαφος για την ανάπτυξη και εξάπλωση και όχι για τον περιορισμό του αλυτρωτισμού. Κανένας και ποτέ μέχρι σήμερα δεν τόλμησε να προβεί σε τέτοιες αναγνωρίσεις, που αντιστρατεύονται ευθέως τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της χώρας μας», τονίζει χαρακτηριστικά. Επιπλέον τα βέλη της στρέφονται και στον Αλέξη Τσίπρα ο οποίος κατηγορείται, διότι δεν διεκδίκησε, ως όφειλε, τον Μέγα Αλέξανδρο και το αστέρι της Βεργίνας. Επαναλαμβάνοντας χαρακτηριστικά παλαιότερη δήλωσή της, η Ζ. Κωνσταντοπούλου επέμεινε: «Αποτελεί έγκλημα σε βάρος των δικαιωμάτων και συμφερόντων της χώρας μας, που κανείς μέχρι σήμερα δεν τόλμησε να διαπράξει. Αυτό το ιστορικό και πολιτικό ξεπούλημα δεν έγινε στο όνομα του ελληνικού λαού».
Στο ίδιο μήκος κύματος και η ΚΟΕ. Από την πλευρά της επέμεινε στην υποχωρητικότητα που χαρακτηρίζει τις ελληνικές θέσεις και στις προηγούμενες συμφωνίες, όπως και την τελευταία, και τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια πολιτική. Στη συνέχεια στην ανακοίνωσή της η ΚΟΕ ασκεί κριτική στη θέση περί σύνθετης ονομασίας που είχε, όπως υποστήριζε, η ελληνική αριστερά όλο το προηγούμενο διάστημα, όντας απούσα από τη διεκδίκηση των εθνικών ζητημάτων, και κατέληξε ζητώντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.
Εξαίρεση από αυτόν τον κύκλο αντιδράσεων είχε ο Γιάννης Βαρουφάκης ο οποίος τάχθηκε υπέρ της συμφωνίας των δύο χωρών, καθώς την χαρακτήρισε πολύ μεγάλη επιτυχία λόγω των υποχωρήσεων που κατέβαλε η άλλη πλευρά.

Αναπάντητα, αν και κρίσιμα, ερωτήματα

Από την άλλη, ωστόσο, με βάση αυτό το γενικό σκεπτικό που αναπτύσσεται από τις δυνάμεις της αριστεράς γεννιέται ένα ερώτημα: θα μπορούσε και υπό ποιες συνθήκες να υπάρξει μια άλλου τύπου συμφωνία; Ενδεχομένως, μια απάντηση πειστική και ολοκληρωμένη να μπορούσε να δοθεί σε ένα τελείως διαφορετικό διεθνές περιβάλλον στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας ειρήνης και φιλίας μεταξύ των λαών. Σήμερα, όμως, η χώρα κινείται σε αυτό το συγκεκριμένο διεθνές πλαίσιο. Ένα άλλο ερώτημα που επίσης παραμένει αναπάντητο: πώς μπορεί να επιτευχθούν συνθήκες ειρήνευσης ανάμεσα στους δύο λαούς στο όραμα της αδελφοσύνης και της αλληλεγγύης των λαών σε αυτό το περιβάλλον; Κατά αυτή την έννοια, τα ζητήματα και οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα επιμέρους γειτονικά κράτη πρέπει να παραμένουν άλυτα ή όχι;


Σ.Κ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet