mana-balaoura

Μπορεί να πλησιάζεις στα 70, αλλά και τότε ο αποχαιρετισμός της είναι πολύ βαρύς. Εσύ είσαι, πλέον, δεν υπάρχει άλλος πίσω σου. Έτσι, ένιωθε την προηγούμενη Δευτέρα ο φίλος, σύντροφος και πάντοτε συνεργάτης μας, Μάκης Μπαλαούρας, συνοδεύοντας τη μάνα του, την κυρία Ρίτσα στην τελευταία της κατοικία, δίπλα στον πολύπειρο μπάρμπα-Δημήτρη, στο κοιμητήριο των Λεχαινών. Η «Εποχή» εκφράζει θερμά συλλυπητήρια στα παιδιά και τα εγγόνια της και φιλοξενεί τον επικήδειο χαιρετισμό του Μάκη.

Όσα σκεπάζει ο Ουρανός,
τόσα σκεπάζει η μάνα

Του Μάκη Μπαλαούρα*

Η ευτυχία των ανθρώπων αρχίζει όταν έχεις καλούς γονείς. Οι δικοί μας δεν ήταν απλώς καλοί, ήταν υπέροχοι!
Ο πατέρας, ο Δημήτρης, ένας πανέξυπνος, εγγράμματος, καλός άνθρωπος. Γιός πολυπληθούς οικογένειας, από 15 χρονών ασχολήθηκε με το εμπόριο, την καλλιέργεια και επεξεργασία σταφίδας, έφτιαξε μαζί με τους αδελφούς του  τυροκομείο, ασβεστοποιία και με το «Γενικό Εμπόριο Τροφίμων» τροφοδοτούσαν όλο τον κάμπο.
Έγιναν μεγάλοι. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφασή του για άνοιγμα σε Πειραιά και Αθήνα με εισαγωγές-εξαγωγές.
Η μητέρα γεννήθηκε στο Στρασβούργο. Ο πατέρας της αναζήτησε την τύχη του στη μακρινή – εξωτική Μαδαγασκάρη. Η μητέρα της η Μόσχα, μια άγια γυναίκα, επέστρεψε στην Αθήνα, δεύτερη φορά πρόσφυγας, μεγαλώνοντας τα παιδιά της με τη βοήθεια της ραπτικής. Η μητέρα μου, από τα 18 της εργάστηκε στο εργοστάσιο ραπτικής του Λεχαινίτη Καραγγέλη.
Γνωρίζεται με τον πατέρα μου και ερωτεύονται. Κάνουν κρυφό γάμο προκειμένου να παντρευτούν πρώτα οι αδελφές του, όπως συνηθιζόταν, δυστυχώς, τότε…
Με τον πόλεμο και τον εμφύλιο ήρθε η καταστροφή στη δουλειά στον Πειραιά, και επιστροφή στα Λεχαινά – «για λίγους μήνες», της είπε. «Γύρισα με την γυναίκα μου, το μπουμπούκι μου, και τη γραφομηχανή μου» έλεγε ο πατέρας μου.
Τελικά έμεινε 68 χρόνια.. Τελευταία στο σπίτι της αδελφής μου έλεγε «θέλω να επιστρέψω στα Λεχαινά, στο σπίτι μου».
Η μάνα μου στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, φοβούμενη, από ενδείξεις για σοβαρό πρόβλημα υγείας, αναζητά τον χαμένο πατέρα της και του στέλνει ένα σκληρό επιθετικό, με βαρείς χαρακτηρισμούς, γράμμα . «Μασκαρά, εγκατέλειψες τα παιδιά σου στην πείνα και την ανέχεια και αδιαφόρησες για την τύχη τους».
Για απάντηση, ο Νικολά ο πατέρας της στέλνει πρόσκληση για τη Μαδαγασκάρη.  Δύσκολη απόφαση, «είσαι μουρλή» της λέει ο πατέρας μου, όμως αυτή αποδέχεται την πρόκληση, βολεύει τα τρία παιδιά και ξεκίνησε για το άγνωστο. Ένας μήνας ταξίδι.
Ο Νικολά περίμενε μια βλάχα με τσεμπέρι και αντίκρυσε μια ευρωπαία με καπέλο, πανέμορφη, έξυπνη, μια γυναίκα που δεν χάριζε κάστανα. Εντυπωσιάστηκε, ενθουσιάστηκε, και, ίσως από τύψεις της δόθηκε απόλυτα. Την επιδείκνυε στη κοσμική ζωή των πλούσιων αποικιοκρατών της Ταναρίβης. Το ταξίδι το επανέλαβε δύο φορές ακόμη.
Με τις διηγήσεις της κέντριζε τη φαντασία μας για μέρη εξωτικά και ονειρεμένα. Μας έφερνε αντικείμενα και δίσκους ντόπιας μουσικής. Μας μίλαγε όμως για τη ζωή των μαύρων και για τον ρατσισμό. Σε κάθε της ταξίδι διαπίστωνε πως οι μαύροι κέρδιζαν περισσότερη ισότητα και μικρότερη καταπίεση.
Τουλάχιστον, η κληρονομιά του Νικολά έδωσε ανάσα και ώθηση στο μαγαζί του πατέρα.
Πώς θα την περιέγραφα; Τσαμπουκάς, μέχρι και με τους Εσατζήδες τα έβαλε όταν ταλαιπωρούσαν τα παιδιά της, διεκδικητική, έξυπνη, με ιδιαίτερο καυστικό χιούμορ, δυναμική, δραστήρια, αυστηρή και δίκαιη προς όλους, εξαιρετική μαγείρισσα. Αν και  κοκέτα, και μπακάλισσα έγινε όταν πέθανε ο πατέρας!
Μάλλον, συνειδητοποιώντας την ευτυχισμένη διαδρομή της, με τα παιδιά και τα εγγόνια της να έχουν βρει το δρόμο τους, νομίζω ότι θεώρησε ότι δεν είχε τίποτα άλλο να προσφέρει, διαλέγοντας το τέλος της, εγκατέλειψε και παραιτήθηκε από προσπάθειες επιβίωσης.
Την συντροφεύει  η ευγνωμοσύνη και η αγάπη των παιδιών και εγγονιών της.
Τελικά ο ομφάλιος λώρος δε κόβεται…
Θα τελειώσω με ένα στοίχο του Ελύτη: «Και ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει που θα το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet