ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Το ελληνικό Εργατικό Δίκαιο, που έχει ως αντικείμενο τις σχέσεις εργασίας των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, δημιουργήθηκε καταρχάς με κανόνες αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου, που έθετε ο νομοθέτης ως κατώτατα όρια προστασίας της εργασίας. Πολύ αργότερα, όταν κατοχυρώθηκε το δικαίωμα για συλλογικές διαπραγματεύσεις, ο νομοθέτης επέτρεψε να μπορούν να ρυθμίζονται συγκεκριμένοι όροι εργασίας ευνοϊκότερα από τα κατώτατα όρια με συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών ανταγωνιστών.
Το δικαίωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν ίσχυσε ποτέ στην πράξη για τον προσδιορισμό των όρων εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, τους όρους εργασίας των οποίων προσδιορίζει με τρόπο αυταρχικό ο κρατικός νομοθέτης. Με νόμο του 1920 καθορίστηκε ότι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο έχουν τις δικές τους συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες μέχρι το 1975 απαγορευόταν να ασκούν το δικαίωμα της απεργίας. Σήμερα, θεωρώ ότι η κυβέρνηση της αριστεράς πρέπει να καταργήσει αυτόν τον πλαστό διαχωρισμό των εργαζομένων και να οργανώσει για όλους το Δίκαιο της Εργασίας.

Περί κατώτατων ορίων

Για την ύπαρξη ή όχι κατωτάτων ορίων προστασίας της εργασίας, την έννοιά τους, καθώς και για το αν αυτά αποτελούν κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων έχει γίνει, ειδικά μετά τα μνημόνια, έντονη συζήτηση στη χώρα μας και διεθνώς.
Η άποψη της μη ύπαρξης κεκτημένων δικαιωμάτων καταργεί καταρχάς στην πράξη το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, γιατί η έννοια της επικύρωσης από τα κράτη των κανόνων των διεθνών συμβάσεων, που έχουν ως περιεχόμενο δικαιώματα των εργαζομένων, γίνεται για να εξασφαλίζονται κατώτατα όρια προστασίας της εργασίας. Τα κατώτατα όρια που τίθενται από κανόνες διεθνών συμβάσεων δεσμεύουν τον νομοθέτη. Μάλιστα, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας συστήνει στις κυβερνήσεις να επικυρώνουν ακόμη και τις διεθνείς συμβάσεις που περιέχουν κατώτερη προστασία από αυτή που παρέχουν οι νόμοι ενός συγκεκριμένου κράτους, με το επιχείρημα, ότι σε περίπτωση αλλαγής των νόμων να υπάρχει ως κατώτατο όριο το περιεχόμενο των κανόνων της διεθνούς σύμβασης, το οποίο ο νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να σέβεται.
Αυτές τις μέρες γίνεται μια δημόσια συζήτηση για την επαναφορά σε ισχύ των διατάξεων του νόμου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και ειδικότερα για την επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού. Προκύπτει, λοιπόν, η εξέταση εκ νέου του τρόπου που πρέπει να τίθενται τα κατώτατα όρια όρων και συνθηκών εργασίας, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο προσδιορισμός των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων των εργαζομένων.

O καθορισμός κατωτάτων μισθών και ημερομισθίων

Ένα κατώτατο όριο προστασίας της εργασίας, που αποτέλεσε αντικείμενο περισσότερων διεθνών κειμένων της Διεθνούς Oργάνωσης Eργασίας, των Συμβάσεων 26/1928, 99/1951 και 131/1970 και των Συστάσεων 30/1928, 89/1951 και 134/1970 αναφέρεται στον καθορισμό κατωτάτων μισθών και ημερομισθίων.
«Σύμφωνα με το περιεχόμενο των διεθνών αυτών κειμένων, ο καθορισμός κατωτάτων επιτρεπτών επιπέδων μισθών και ημερομισθίων για τους εργαζόμενους όλης της χώρας, ή για συγκεκριμένες ομάδες εργαζομένων, πρέπει να αποτελεί στοιχείο κάθε πολιτικής που θέτει ως στόχο την αντιμετώπιση της φτώχειας και την ικανοποίηση των αναγκών όλων των εργαζομένων.
»O καθορισμός κατωτάτων μισθών και ημερομισθίων δεν πρέπει με κανένα τρόπο να λειτουργεί σε βάρος της άσκησης και ανάπτυξης των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων ως μέσου καθορισμού υψηλότερων ημερομισθίων από τα κατώτατα όρια, δηλαδή οι συλλογικές διαπραγματεύσεις θα πρέπει να γίνονται μετά τον προσδιορισμό των κατωτάτων ορίων και οι συμφωνίες στις οποίες θα καταλήγουν οι κοινωνικοί ανταγωνιστές θα πρέπει να αποτελούν τους μισθούς της κατηγορίας των εργαζομένων που προσδιορίζουν και όχι κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων.
»O καθορισμός κατωτάτων μισθών και ημερομισθίων μπορεί να γίνεται με διάφορους τρόπους π.χ. από το νόμο, με αποφάσεις της δημόσιας αρχής, με αποφάσεις επιτροπών ή συμβουλίων, με διαιτητικά ή εργατικά δικαστήρια ή επιτροπές, καθώς και με συλλογικές συμβάσεις, των οποίων οι όροι θα έχουν ισχύ νόμου. O καθορισμός των μεθόδων για τον προσδιορισμό των κατωτάτων ορίων μισθών πρέπει να γίνεται με διαβουλεύσεις των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των εργαζομένων και των εργοδοτών. Eπίσης ο προσδιορισμός του ύψους των κατωτάτων ορίων ημερομισθίων πρέπει να γίνεται με βάση ορισμένα κριτήρια, όπως π.χ. οι ανάγκες των εργαζομένων και των οικογενειών τους, το κόστος διαβίωσης κ.ά. και το ύψος τους πρέπει να αναπροσαρμόζεται περιοδικά για να λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές των οικονομικών συνθηκών.
»Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Σύμβασης 131/1970 οι κατώτατοι μισθοί και τα ημερομίσθια θα πρέπει να έχουν ισχύ νόμου και δεν θα μπορούν να μειωθούν. H μη εφαρμογή των κατωτάτων ορίων μισθών θα έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή των ανάλογων κυρώσεων ποινικών ή άλλων κατά του ή των υπευθύνων προσώπων. H διάταξη δε της παραγράφου 2 του άρθρου 2 της Σύμβασης 131/1970 επαναλαμβάνει, ότι η ελευθερία της συλλογικής διαπραγμάτευσης θα πρέπει να είναι πλήρως σεβαστή, μετά τον προσδιορισμό των κατωτάτων ορίων μισθών».
Xαρακτηριστικό παράδειγμα υιοθέτησης από το νομοθέτη ρύθμισης για τα κατώτατα όρια αποδοχών αποτελεί η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του νόμου 3239/1955, σύμφωνα με την οποία τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων ρυθμίζονταν με εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Η ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του νόμου 1876/1990 θεωρείται ότι διευρύνει αυτή τη ρύθμιση όταν ορίζει ότι οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους «ελάχιστους» όρους εργασίας. Η ρύθμιση αυτή δεν χρησιμοποιεί τον όρο κατώτατα όρια, ο οποίος θα αντιστοιχούσε και στον όρο κεκτημένα δικαιώματα.

Παραποίηση όρων

Στη θεωρία του ελληνικού Εργατικού Δικαίου και στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων θεωρείται ως κρατούσα η άποψη, ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας θέτουν κατώτατα όρια προστασίας της εργασίας και ότι επειδή οι όροι των συλλογικών συμβάσεων μπορούν να τροποποιηθούν και επί το δυσμενέστερον, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων. Στο σημείο υπάρχει μια εσκεμμένη παραποίηση όρων. Ενώ η Εθνική Γενική ορίζεται για να καθορίζει κατώτατα όρια, δηλαδή, κεκτημένα δικαιώματα, θεωρείται τελικά απλά ως ένα είδος συλλογικών συμβάσεων.
Από το περιεχόμενο των ως άνω διεθνών συμβάσεων εργασίας προκύπτει όμως, ότι τα κατώτατα όρια αποδοχών ή άλλων όρων εργασίας που μπορούν να τίθενται με διάφορους τρόπους που επιλέγει ο νομοθέτης, αποτελούν κεκτημένα δικαιώματα που δεν μπορούν να μειωθούν. Οι συλλογικές συμβάσεις που ακολουθούν μετά τη ρύθμιση των κατωτάτων ορίων επιβάλλεται να μπορούν να βελτιώνουν τα κατώτατα όρια όρων και συνθηκών εργασίας, αλλά δεν θέτουν κατώτατα όρια.
Το ερώτημα που τίθεται για την κυβέρνηση της αριστεράς είναι ποιο τρόπο θα επιλέξει για τον προσδιορισμό των κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων, καθώς και άλλων όρων εργασίας. Από τις ανακοινώσεις στον τύπο φαίνεται ότι θα συμμετέχει και η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις για τη ρύθμησή τους. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν να συμμετέχουν καταρχάς και οργανώσεις δημοσίων υπαλλήλων, ώστε τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων να καλύπτουν πράγματι όλους τους εργαζόμενους της χώρας.

Σταύρος Μουδόπουλος,
αφυπ. Αναπληρωτής καθηγητής
της Νομικής του πανεπιστημίου Αθηνών
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet