Israeli border police check Palestinian's identification cards at a checkpoint as they exit the Arab neighborhood of Issawiyeh in Jerusalem, Thursday, Oct. 22, 2015. Israel has beefed up security across the country, sending hundreds of soldiers to back up thousands of police officers. Police have erected concrete barriers and checkpoints at the entrance to Arab areas of east Jerusalem, where many of the attackers are from. (AP Photo/Oded Balilty)

Του Βα­σί­λη Πα­πα­στερ­γίου

Ο τε­λι­κός του Μου­ντιάλ εί­ναι ο πιο ση­μα­ντι­κός α­γώ­νας της τε­τρα­ε­τίας. Εί­ναι το τέ­λος μιας σει­ράς ε­κα­το­ντά­δων α­γώ­νων α­νά τον πλα­νή­τη, που ό­λοι έ­χουν τη ση­μα­σία τους. Πριν το Γερ­μα­νία – Αργε­ντι­νή το 2014, στα προ­κρι­μα­τι­κά υ­πήρ­ξε π.χ. έ­να Τζι­μπου­τί- Να­μί­μπια και έ­να Νέα Κα­λη­δο­νία – Νή­σοι Σο­λο­μώ­ντα, που ή­ταν το μα­τς της χρο­νιάς για τους αν­θρώ­πους ε­κεί.
Πολ­λοί άν­θρω­ποι –με­τα­ξύ τους κι ε­γώ– θυ­μού­νται που βρι­σκό­ντου­σαν την η­μέ­ρα του τε­λι­κού του Πα­γκο­σμίου Κυ­πέλ­λου, κά­θε τε­λι­κού που έ­χουν ζή­σει. Έτσι κι ε­γώ θυ­μά­μαι α­κρι­βώς που εί­δα κά­θε τε­λι­κό με­τά το 1978, που εί­ναι ο πρώ­τος που θυ­μά­μαι.
Θυ­μά­μαι, λοι­πόν, ό­τι τον τε­λι­κό του 2002 τον εί­δα σε έ­να νο­σο­κο­μείο στη Ρα­μά­λα. Ήταν 30 Ιου­νίου 2002, 16 χρό­νια και λί­γες μέ­ρες α­πό σή­με­ρα.
Ήταν οι μέ­ρες που το Ισραήλ εί­χε ε­πι­βά­λει α­πα­γό­ρευ­ση κυ­κλο­φο­ρίας σε ό­λες τις πα­λαι­στι­νια­κές πό­λεις. Ο Αρα­φάτ ή­ταν α­πο­κλει­σμέ­νος στο αρ­χη­γείο του, πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νος α­πό τα ισ­ρα­η­λι­νά ταν­κς. Κι ό­λα αυ­τά μό­λις 7 χρό­νια με­τά την πα­ρά λί­γο ι­στο­ρι­κή συμ­φω­νία στο Ελσίν­κι, που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι ά­νοι­γε το δρό­μο στη δη­μιουρ­γία του πα­λαι­στι­νια­κού κρά­τους.
Προσ­γειω­θή­κα­με στο Τελ Αβί­β, μια ο­μά­δα πε­ρί­που 20 αν­θρώ­πων α­πό την Ελλά­δα. Ανά­με­σά μας ή­ταν η α­ξέ­χα­στη Αννί­τα Μι­χα­η­λί­δου και ο α­ξέ­χα­στος Γκουί­ντο Τζιό­φφι. Στους αρ­μό­διους του α­ε­ρο­δρο­μίου δη­λώ­σα­με ό­τι εί­μα­στε προ­σκυ­νη­τές του Πα­νά­γιου Τά­φου, κά­τι που δύ­σκο­λα θα μπο­ρού­σε να γί­νει πι­στευ­τό με βά­ση την εμ­φά­νι­ση του ό­λου γκρουπ. Ωστό­σο έ­κα­ναν ό­τι μας πί­στε­ψαν.
Φτά­σα­με στην Ιε­ρου­σα­λήμ. Για δυο - τρεις μέ­ρες πε­ρι­φε­ρό­μα­στε μέ­σα στο τεί­χη της πα­λιάς πό­λης πε­ρι­μέ­νο­ντας την άρ­ση της α­πα­γό­ρευ­σης κυ­κλο­φο­ρίας στα κα­τε­χό­με­να για να μπού­με μέ­σα. Η πα­λιά Ιε­ρου­σα­λήμ εί­ναι μια μα­γι­κή πό­λη. Ακού­γε­ται κλι­σέ, αλ­λά εί­ναι στ’ α­λή­θεια σαν να τα­ξι­δεύεις σε έ­να πο­λύ πα­ρελ­θό­ντα χρό­νο.
Πή­γα­με και στη σύγ­χρο­νη Ιε­ρου­σα­λήμ. Για να μπεις σε μπα­ρ, πέρ­να­γες έ­λεγ­χο στην εί­σο­δο, για το φό­βο αν έ­χεις μα­ζί σου ε­κρη­κτι­κά. Μια μέ­ρα πέ­σα­με πά­νω σε μια σχο­λι­κή εκ­δρο­μή μα­θη­τών του δη­μο­τι­κού. Μπρο­στά και στο πλάι οι δά­σκα­λοι με αυ­τό­μα­τα ό­πλα στα χέ­ρια και πί­σω οι μα­θη­τές, μια α­πί­στευ­τη ει­κό­να. Κι ω­στό­σο, μια κοι­νω­νία έ­χει εκ­παι­δευ­τεί να θεω­ρεί αυ­τή την ει­κό­να φυ­σιο­λο­γι­κή.

Ta check points

Ήρθε η μέ­ρα να πε­ρά­σου­με στα πα­λαι­στι­νια­κά ε­δά­φη. Για να μπεις στη Ρα­μά­λα, τη Να­μπλούς ή τη Βη­θλεέ­μ, έ­πρε­πε να πε­ρά­σεις α­πό τα ση­μεία ε­λέγ­χου του ισ­ρα­η­λι­νού στρα­τού, τα πε­ρί­φη­μα check points. Η λο­γι­κή λέει ό­τι οι έ­λεγ­χοι θα έ­πρε­πε να εί­ναι πιο αυ­στη­ροί για να μπεις στο Ισραήλ και πο­λύ λι­γό­τε­ρο για να πας στα πα­λαι­στι­νια­κά ε­δά­φη. Δεν α­πο­δείχ­θη­κε σω­στή αυ­τή η ε­κτί­μη­ση. Φτά­σα­με σε έ­να check point και κα­τε­βή­κα­με. Πε­ρι­μέ­να­με κά­τω α­πό τον καυ­τό ή­λιο της Μέ­σης Ανα­το­λής. Μα­ζί μας, δε­κά­δες Πα­λαι­στί­νιοι, μα­νά­δες με τα παι­διά τους, γριές και γέ­ροι, νέ­οι ά­ντρες που γυρ­νού­σαν α­πό την ερ­γα­σία τους στην Ιε­ρου­σα­λήμ.
-Πό­σο θα πε­ρι­μέ­νου­με;
Κα­νείς δεν ξέ­ρει. Οι ισ­ρα­η­λι­νοί στρα­τιώ­τες δεν μι­λούν, δεν δί­νουν α­πά­ντη­ση. Όταν υ­πάρ­χει κά­ποια κί­νη­ση, σπρώ­χνουν, βρί­ζουν, κλω­τσά­νε, τους φέ­ρο­νται σαν ζώα. Και ο κό­σμος α­πλά πε­ρι­μέ­νει. Το check point δεν α­νοί­γει. Κά­ποιοι που πε­ρι­μέ­νουν μα­ζί μας, μας ε­ξη­γού­ν: «Κα­μιά φο­ρά α­νοί­γουν α­μέ­σως, άλ­λες φο­ρές πε­ρι­μέ­νεις 3-4 ώ­ρες, κά­ποιες φο­ρές κοι­μό­μα­στε ε­δώ. Μια γυ­ναί­κα την προ­η­γού­με­νη ε­βδο­μά­δα γέν­νη­σε στο check point». Μοι­ρο­λα­τρία και α­πελ­πι­σία. Πε­ρι­μέ­νου­με μία, δυο, τρεις ώ­ρες. Στο τέ­λος κά­ποιος μας λέει ό­τι υ­πάρ­χουν πα­ρά­νο­μα τα­ξί, που μπο­ρούν μέ­σα α­πό α­πό­κε­ντρες δια­δρο­μές να σε πά­νε ε­ντός. Μπαί­νου­με σε τέ­τοια τα­ξί. Αφή­νου­με πί­σω μας τον κό­σμο που πε­ρι­μέ­νει, για πό­σες ώ­ρες α­κό­μα, ποιος ξέ­ρει; Άνθρω­ποι για τους ο­ποίους το τα­ξί­δι α­πό, και προς, τη δου­λειά τους εί­ναι μια κα­θη­με­ρι­νή ο­δύσ­σεια. Φεύ­γεις α­πό το σπί­τι σου χω­ρίς να ξέ­ρεις κα­τά διά­νοια τι ώ­ρα θα γυ­ρί­σεις. Δεν γί­νε­ται ό­μως αλ­λιώς, δεν υ­πάρ­χουν δου­λειές στα κα­τε­χό­με­να. Τε­λι­κά, με τα πα­ρά­νο­μα τα­ξί μπαί­νου­με στα κα­τε­χό­με­να.

Ό,τι κυ­κλο­φο­ρεί, πυ­ρο­βο­λεί­ται

papastergiou-1

Τα πά­ντα εί­ναι κλει­στά, υ­πάρ­χει α­πα­γό­ρευ­ση κυ­κλο­φο­ρίας. Ισρα­η­λι­νά ταν­κς πε­ρι­πο­λούν στους δρό­μους. Οι δρό­μοι εί­ναι χα­ραγ­μέ­νοι α­πό τις ερ­πύ­στριες. Κά­θε πέ­μπτη μέ­ρα, οι Ισρα­η­λι­νοί ε­πι­τρέ­πουν την κυ­κλο­φο­ρία με­τα­ξύ 9πμ και 3μμ, προ­κει­μέ­νου να γί­νει ο α­νε­φο­δια­σμός των σπι­τιών. Τις υ­πό­λοι­πες ώ­ρες και μέ­ρες τα μό­να ο­χή­μα­τα που ε­πι­τρέ­πε­ται να κυ­κλο­φο­ρούν εί­ναι τα α­σθε­νο­φό­ρα. Ό,τι άλ­λο κυ­κλο­φο­ρεί, πυ­ρο­βο­λεί­ται. Τα πα­ντζού­ρια εί­ναι ό­λα κλει­στά, υ­πο­χρεω­τι­κά. Μό­νο στις 9 το πρωί της πέ­μπτης μέ­ρας ξαφ­νι­κά η πό­λη ζω­ντα­νεύει, ο κό­σμος τρέ­χει στους δρό­μους, τα πα­ρά­θυ­ρα α­νοί­γουν, τα μα­γα­ζιά α­νε­βά­ζουν ρο­λά. Στις 14:55 ό­λα έ­χουν τε­λειώ­σει.
Φτά­νου­με στη Ρα­μά­λα, μας προω­θούν σε έ­να νο­σο­κο­μείο. Εδώ θα πε­ρά­σου­με τις ε­πό­με­νες δύο ε­βδο­μά­δες. Θα μέ­νου­με μέ­σα στο νο­σο­κο­μείο, θα μπαί­νου­με στα α­σθε­νο­φό­ρα έ­τσι ώ­στε να μπο­ρού­με να κυ­κλο­φο­ρή­σου­με και να δού­με λί­γο την κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρα­τεί.
Εγώ μπαί­νω σε μια φαρ­μα­κα­πο­θή­κη. Παίρ­νω τις πα­ραγ­γε­λίες για φάρ­μα­κα, τα κα­τε­βά­ζω και με τα α­σθε­νο­φό­ρα κά­νω δια­νο­μή κα­τ’ οί­κον. Και κά­πως έ­τσι μπαί­νω στα σπί­τια των Πα­λαι­στι­νίων. Δί­νου­με τα φάρ­μα­κα, μας σερ­βί­ρουν το τσάι και αρ­χί­ζει η κου­βέ­ντα.
Έχουν α­πελ­πι­στεί. Με το Ελσίν­κι πί­στε­ψαν σε μια λύ­ση, αλ­λά τώ­ρα η κα­τά­στα­ση έ­χει ξε­φύ­γει. Δεν έ­χουν δου­λειές, ζουν σαν φυ­λα­κι­σμέ­νοι στα σπί­τια τους. Αλλά δεν θέ­λουν να φύ­γουν. Αυ­τό εί­ναι που θέ­λει το Ισραήλ. Εξάλ­λου έ­χουν συγ­γε­νείς πρό­σφυ­γες στο Λί­βα­νο και την Ιορ­δα­νία, ζουν ε­δώ και δε­κα­ε­τίες σε προ­σφυ­γι­κά κα­μπ, ζωή εί­ναι κι αυ­τή;
Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι λέ­νε ό­τι δέ­χο­νται τη λύ­ση των δύο κρα­τών, κά­ποιοι –αρ­κε­τά λι­γό­τε­ροι– εί­ναι α­ντί­θε­τοι στην ι­δέα του κρά­τους του Ισραήλ. Τους λέω ό­τι δια­φω­νώ μα­ζί τους σε αυ­τό, το δέ­χο­νται.
Μας μι­λούν για τους κα­θη­με­ρι­νούς μι­κρούς ε­ξευ­τε­λι­σμούς α­πό τους Ισρα­η­λι­νούς. Το εί­δα­με ε­ξάλ­λου στα check points. Τις προ­σβο­λές, τα χτυ­πή­μα­τα με γκλο­π, τους τραυ­μα­τι­σμούς α­πό σφαί­ρα για ψύλ­λου πή­δη­μα, την προ­κλη­τι­κή α­τι­μω­ρη­σία των Ισρα­η­λι­νών.
Όταν γί­νε­ται μια ε­πί­θε­ση αυ­το­κτο­νίας στο Ισραή­λ, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι χαί­ρο­νται. Τους λέω ό­τι θα έ­κα­να μια διά­κρι­ση με­τα­ξύ του στρα­τού κα­το­χής και του γε­νι­κού πλη­θυ­σμού του Ισραήλ. Ωστό­σο, και ξέ­ρω ό­τι αυ­τό που λέω εί­ναι κά­πως, ε­κεί­νες τις μέ­ρες κα­τά­λα­βα τους βομ­βι­στές αυ­το­κτο­νίας. Θέ­λω να πω ό­τι αν κά­ποιος εί­ναι Πα­λαι­στί­νιος, 20χρο­νος και υ­φί­στα­ται ό­λο αυ­τό τον κα­θη­με­ρι­νό ε­ξευ­τε­λι­σμό, δεν νο­μί­ζω ό­τι εί­ναι πα­ρά­λο­γο να ε­πι­λέ­ξει την η­ρωι­κή έ­ξο­δο σε σχέ­ση με μια ζωή τα­πεί­νω­σης. Λυ­πά­μαι, αλ­λά ό­ποιος έ­χει άλ­λη γνώ­μη, ας πά­ει μια βόλ­τα α­πό ε­κεί πρώ­τα και με­τά το συ­ζη­τά­με.
Ένα βρά­δυ οι Ισρα­η­λι­νοί στα­μα­τά­νε το α­σθε­νο­φό­ρο. Μας στή­νουν στον τοί­χο, προ­τάσ­σουν τα αυ­τό­μα­τα. Εί­ναι σκο­τά­δι, α­γριευό­μα­στε. Τε­λι­κά κά­νουν έ­λεγ­χο στο α­σθε­νο­φό­ρο. Μας κρα­τά­νε έ­τσι πε­ρί­που μι­σή ώ­ρα. Με­τά φεύ­γουν χω­ρίς να πουν τί­πο­τα.
Εν τω με­τα­ξύ στην Ια­πω­νία και την Νό­τια Κο­ρέα διε­ξά­γε­ται το Πα­γκό­σμιο Κύ­πελ­λο. Εί­χα­με μπει στη φά­ση των νο­κ-ά­ουτ. Πα­ρά την α­πελ­πι­σία της κα­τά­στα­σης, ο κό­σμος βλέ­πει μπά­λα με με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον. Βλέ­που­με τα μα­τς σε δω­μά­τια αρ­ρώ­στων που πρό­θυ­μα μας φι­λο­ξε­νούν ή στις τη­λε­ο­ρά­σεις των διοι­κη­τι­κών υ­πη­ρε­σιών. Μπύ­ρα δεν ε­πι­τρέ­πε­ται, πί­νου­με τσάι, αλ­λά ω­ραία εί­ναι κι έ­τσι.

Ο τε­λι­κός

papastergiou-3

Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι υ­πο­στη­ρί­ζουν τη Βρα­ζι­λία, λι­γό­τε­ροι την Τουρ­κία, κα­νέ­νας τις Η­ΠΑ. Η νί­κη της Γερ­μα­νίας ε­πί των Η­ΠΑ πα­νη­γυ­ρί­ζε­ται, αλ­λά η Γερ­μα­νία δεν έ­χει κα­μία συ­μπά­θεια στη συ­νέ­χεια. Η α­ντι­πά­θεια προς τους Γερ­μα­νούς θα μπο­ρού­σε να συ­νο­ψι­στεί στην φρά­ση «σκό­τω­σαν και κυ­νή­γη­σαν τους Ισρα­η­λι­νούς κι έ­τσι αυ­τοί ήρ­θαν και μας κα­τσι­κώ­θη­καν στην χώ­ρα μας». Κά­πως προ­βλη­μα­τι­κό, αλ­λά αυ­τό ή­ταν.
Η Βρα­ζι­λία νι­κά την Τουρ­κία στον η­μι­τε­λι­κό και έ­τσι ο τε­λι­κός εί­ναι Βρα­ζι­λία – Γερ­μα­νία.
Η μέ­ρα του τε­λι­κού εί­ναι η τε­λευ­ταία μας πλή­ρης μέ­ρα. Την ε­πό­με­νη φεύ­γου­με για Ελλά­δα. Πη­γαί­νω να δω το μα­τς σε έ­να δω­μά­τιο με δυο τραυ­μα­τίες. Ο έ­νας έ­χει σφαί­ρες στο πό­δι α­πό Ισρα­η­λι­νούς, βγή­κε α­πό το σπί­τι να δει την α­δελ­φή τους που ή­ταν άρ­ρω­στη. Ο άλ­λος δεν θυ­μά­μαι τι εί­χε. Όλες οι πόρ­τες στα δω­μά­τια α­νοι­χτές, ό­λος ο κό­σμος, άρ­ρω­στοι, νο­ση­λευ­τές και αλ­λη­λέγ­γυοι βλέ­που­με μπά­λα. Τρέ­λα. Όλος ο κό­σμος υ­πο­στη­ρί­ζει τη Βρα­ζι­λία. Νο­μί­ζω ό­τι η Βρα­ζι­λία εί­ναι η έκ­φρα­ση της πο­δο­σφαι­ρι­κής ου­το­πίας. Προ­φέ­ρο­ντας την λέ­ξη «Βρα­ζι­λία», κά­ποιος φα­ντά­ζε­ται την τέ­λεια ο­μά­δα που δεν υ­πήρ­ξε, ού­τε πρό­κει­ται να υ­πάρ­ξει πο­τέ, μια εν­δε­κά­δα χο­ρευ­τών, μά­γων της μπά­λας. Η δε­κα­ε­τία του ‘50 προ­σέ­δω­σε αυ­τή την έν­νοια σε αυ­τή τη λέ­ξη και αυ­τή η μα­γεία πα­ρα­δό­ξως α­κό­μα διαρ­κεί. Κά­ποιοι βέ­βαια, ό­πως ο Ρο­ναλ­ντί­νιο ή ο Ρι­βάλ­ντο φρό­ντι­σαν να α­να­νεώ­σουν αυ­τό το μύ­θο.
Όταν λέω ό­τι ό­λοι υ­πο­στη­ρί­ζουν τη Βρα­ζι­λία, εν­νοώ ό­λοι. Ακό­μα και οι γερ­μα­νοί αλ­λη­λέγ­γυοι! Θες α­πό την πε­ρί­φη­μη γερ­μα­νι­κή ε­νο­χή (που α­κό­μα δια­τη­ρούν οι αλ­λη­λέγ­γυοι), θες α­πό το γε­νι­κό­τε­ρο κλί­μα, οι γερ­μα­νοί αλ­λη­λέγ­γυοι υ­πο­στη­ρί­ζουν φα­νε­ρά και κά­πως κραυ­γα­λέα τους Βρα­ζι­λιά­νους.
Ο Ρι­βάλ­ντο σου­τά­ρει, ο Καν χά­νει τη μπά­λα μέ­σα α­πό τα χέ­ρια του, ο χο­ντρού­λης Ρο­νάλ­ντο έρ­χε­ται, 1-0. Λί­γο με­τά πά­λι ο Ρο­νάλ­ντο κά­νει το 2-0. Χα­μός, φω­νές σε ό­λους τους θα­λά­μους. Πέ­φτει το σκο­τά­δι, η­συ­χία στο νο­σο­κο­μείο, οι άρ­ρω­στοι εί­ναι χα­ρού­με­νοι, οι Βρα­ζι­λιά­νοι κέρ­δι­σαν, οι Γερ­μα­νοί έ­χα­σαν. Όλα αύ­ριο θα εί­ναι τα ί­δια, αλ­λά κά­τι κα­λό έ­γι­νε α­πό­ψε. Η νί­κη της Βρα­ζι­λίας εί­ναι η νί­κη των φτω­χών και κα­τα­φρο­νε­μέ­νων αυ­τού του κό­σμου. Εί­ναι (ξα­νά!) κλι­σέ, αλ­λά εί­ναι α­λή­θεια.
Την ε­πό­με­νη μέ­ρα φτά­νου­με στο Μπεν Κου­ριόν τρεις ώ­ρες πριν την πτή­ση, (α­φού έ­χου­με φά­ει έ­να τε­τράω­ρο στο check point). Οι Ισρα­η­λι­νοί της α­σφά­λειας α­ε­ρο­δρο­μίου μας πε­ρι­μέ­νουν σε έ­να κλί­μα «προ­σκυ­νη­τές του Πα­νά­γιου Τά­φου, ε; Τώ­ρα θα ε­ξη­γη­θού­με, που­λά­κια μου».
Μου βγά­ζουν τα ρού­χα, μου παίρ­νουν το κι­νη­τό, το συν­δέ­ουν με έ­να υ­πο­λο­γι­στή, κοι­τά­ζουν ό­λες μου τις κλή­σεις, τα βά­ζω με την α­φέ­λειά μου να μην δια­γρά­ψω ό­λες μου τις κλή­σεις αυ­τές τις μέ­ρες.
- Πό­τε θα φύ­γου­με;
- Θα δού­με αν θα φύ­γε­τε.
Με πά­νε σε έ­να δω­μά­τιο που με πα­ρα­λαμ­βά­νει μια πι­τσι­ρί­κα Ισρα­η­λι­νή, δεν θα ή­ταν πά­νω α­πό 25.
- Τι ήρ­θες να κά­νεις ε­δώ;
- Να δω τι συμ­βαί­νει και να βο­η­θή­σω τους Πα­λαι­στί­νιους
- Και τι εί­δες;
- Ότι τους έ­χε­τε κά­νει το βίο α­βίω­το.
- Πο­λύ τους βοή­θη­σες, σε 15 μέ­ρες φεύ­γεις, φο­βε­ρή αλ­λη­λεγ­γύη, μπρά­βο, ω­ραίος τύ­πος εί­σαι!
Ει­ρω­νεία και πλη­ρω­μέ­νη α­πά­ντη­ση. Δα­γκώ­νο­μαι.
Τε­λι­κά μπαί­νου­με στο α­ε­ρο­πλά­νο την τε­λευ­ταία στιγ­μή, προσ­γειω­νό­μα­στε στο πα­λιό α­ε­ρο­δρό­μιο του Ελλη­νι­κού, οι ελ­λη­νι­κές ε­φη­με­ρί­δες γρά­φουν για μια βόμ­βα που έ­σκα­σε στα χέ­ρια ε­νός νε­α­ρού στον Πει­ραιά, η α­στυ­νο­μία τον συν­δέει με την τρο­μο­κρα­τία και την 17 Νοέμ­βρη. «Σι­γά μην πιά­σουν την 17 Νοέμ­βρη», σκέ­φτο­μαι και παίρ­νω το λεω­φο­ρείο για το σπί­τι.
Ήταν 1η Ιου­λίου 2002. Τέ­λος του τα­ξι­διού, τέ­λος του Πα­γκο­σμίου Κυ­πέλ­λου.
Δεν ξα­να­γύ­ρι­σα στην Πα­λαι­στί­νη. Σκέ­φτο­μαι αυ­τή την πι­τσι­ρί­κα και θυ­μώ­νω για­τί σκέ­φτο­μαι ό­τι α­πο­δεί­χτη­κε ό­τι εί­χε δί­κιο.

Η Πα­λαι­στί­νη εί­ναι μό­νη

Η Πα­λαι­στί­νη εί­ναι μό­νη. Το Πα­λαι­στι­νια­κό εί­ναι μια πλη­γή που συ­νε­χώς αι­μορ­ρα­γεί. Το Ισραή­λ, ας μην φο­βό­μα­στε τις λέ­ξεις, εί­ναι το α­παρτ­χάι­ντ του 21ου αιώ­να. Η στρα­τη­γι­κή του συ­νο­ψί­ζε­ται στο να υ­πο­χρεώ­σει τους Πα­λαι­στί­νιους να φύ­γουν παίρ­νο­ντας κομ­μα­τά­κι – κομ­μα­τά­κι τη γη τους.
Κα­θη­με­ρι­νά νέ­οι ε­ποι­κι­σμοί, που α­πο­μα­κρύ­νουν ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο τη δί­καιη λύ­ση.
Και πα­ράλ­λη­λα, ω­μή βία, δο­λο­φο­νίες, πο­λύ­χρο­νες φυ­λα­κί­σεις χω­ρίς κα­τη­γο­ρία. Η αυ­το­α­πο­κα­λού­με­νη «μό­νη δη­μο­κρα­τία της Μέ­σης Ανα­το­λής» εί­ναι έ­να ση­μείο μη­δέν για τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα.
Και α­πό την άλ­λη, έ­νας κό­σμος που δεν θέ­λει να φύ­γει, που προ­τι­μά να ζή­σει κά­τω α­πό αυ­τές τις α­δια­νό­η­τες συν­θή­κες πα­ρά να τους κά­νει την χά­ρη να τους α­δειά­σει τη γω­νιά.
Μό­νος του, χω­ρίς συμ­μα­χίες, με τις υ­πό­λοι­πες α­ρα­βι­κές χώ­ρες να μην τολ­μούν να κά­νουν α­πο­λύ­τως τί­πο­τα ό­ταν δεν βρί­σκο­νται σε συ­νεν­νό­η­ση με το Ισραήλ. Με τον Ο­ΗΕ να βγά­ζει ψη­φί­σμα­τα χω­ρίς α­ντί­κρυ­σμα. Με τις Η­ΠΑ να θυ­μί­ζουν στη­μέ­νο διαι­τη­τή που δεν τη­ρεί ού­τε τα προ­σχή­μα­τα, φέ­τος έ­κα­ναν άλ­λω­στε το α­πο­φα­σι­στι­κό βή­μα.
Και στη χώ­ρα μας, με την κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς να σφίγ­γει σή­με­ρα το χέ­ρι του Νε­τα­νιά­χου χω­ρίς να λέει κου­βέ­ντα για ό­λα αυ­τά.
Όσο ό­μως το Πα­λαι­στι­νια­κό δεν λύ­νε­ται, δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει ει­ρή­νη στην πε­ριο­χή, δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει καν α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός διά­λο­γος με τον κό­σμο του Ισλάμ.
Σκέ­φτο­μαι τους αν­θρώ­πους που γνώ­ρι­σα ε­κεί­νες τις μέ­ρες και ελ­πί­ζω μια μέ­ρα η ση­μαία της Πα­λαι­στί­νης να α­νε­μί­σει πε­ρή­φα­να στην Ιε­ρου­σα­λήμ. Μα­ζί με αυ­τή του Ισραή­λ, σύμ­φω­νοι. Αλλά και ι­σό­τι­μα με αυ­τή.
Κι έ­τσι μπο­ρεί κι ε­γώ να ξα­να­γυ­ρί­σω στην Πα­λαι­στί­νη.
Ίσως στο Πα­γκό­σμιο Κύ­πελ­λο του 2022.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet