Με αφορμή τις επιθέσεις στην κ. Νοτοπούλου και την αξία της αλήθειας

images

Λόγια λόγια λόγια
Άμλετ, πράξη δεύτερη, σκηνή δεύτερη

Μετά τον ανασχηματισμό, η δημόσια σφαίρα εστίασε σε ένα νέο πρόσωπο, την υφυπουργό Μακεδονίας - Θράκης, κ. Νοτοπούλου, και στην πορεία ο δημόσιος διάλογος σχεδόν έχει καταρρεύσει από την ιδιοσυστασία του βουρκόλακου στον οποίο εισέρχεσαι εύκολα, αλλά δύσκολα βγαίνεις. Εδώ, όμως, προσέρχονται πολιτικά σε αυτόν. Μια (όχι) άνευ προηγουμένου επίθεση, απολύτως συντονισμένη -χωρίς να εννοούμε κατευθυνόμενη, αλλά κοινωνικά οργανωμένη από τις ιδέες του κανιβαλισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού-, παρουσιαζόμενη ως αλήθεια και παρρησία. Δε θα επαναλάβουμε μία - μία τις χυδαιότητες. Λόγια λόγια λόγια, γιατί έχουμε κι εμείς να αντιτάξουμε λόγια, είναι συχνά το μόνο που έχουμε.
Η κ. Νοτοπούλου χτυπήθηκε (χωρίς εισαγωγικά) παντοιοτρόπως, στην ηλικία, στο φύλο, σε φανταστικούς και φαντασιωσικούς νεποτισμούς που κατασκευάστηκαν κιτρινιστικά στο πόδι, σε όλα όσα υποτίθεται έρχεται να ανατρέψει η «αξιοκρατία», η επικράτηση των άξιων, μια συνθήκη που φανερώνει την ήδη πάντα προβληματική αξιοδότηση εντός ενός νεοφιλελεύθερου πλαισίου, μιας νεοφιλελευθεροποιημένης πολιτικής ζωής και ρητορικής. Ο σεξισμός ως αξιοκρατία, αλλά και η αξιοκρατία ως κοινωνικός δαρβινισμός. Και ενώ, πολλά μπορούν να αναλυθούν και να ειπωθούν για να αναδειχθούν οι μηχανικές που έχουν τεθεί σε λειτουργία, όπως το σύνθετο φαινόμενο στην υφυπουργό να επιτίθενται σεξιστικά γυναίκες, αλλά με απόκρουση του σεξισμού στο όνομα της αξιοκρατίας και με περίβλημα αυθεντίας που χτίζεται πάνω σε μια έμφυλη ετερονομία, για τώρα θα μείνουμε στην εκτροπή του σεξισμού από την αξιοκρατία που χρησιμοποιεί αυτή η ρητορική, την αποτροπή, την υποτροπή, και εν τέλει την ανατροπή όλου αυτού του γνωσιακού σχήματος που σχηματοποιεί λογικά σφάλματα που επανεμφανίζονται συχνά στην καθομιλουμένη, σε μια τροπικότητα του λόγου που λειτουργεί σε πλαίσιο κοινωνικά δαρβινιστικό, επί παραδείγματι: «Δεν είναι σεξιστικό, αν είναι αληθινό / Δεν είναι ρατσιστικό, αν είναι αληθινό».
Και εδώ όλο το πρόβλημα είναι σε αυτή την κατασκευή της αλήθειας που οι δηλώσεις της (δηλώσεις αληθινότητας και ουχί αλήθειας) είναι τόσο απλές όσο το: «Δεν είμαι εγώ ρατσιστής, αυτός είναι μαύρος». Τα υλικά αυτής της κατασκευής, λοιπόν, είναι η ένταξη της προβληματικής αξιοκρατίας στο σύγχρονο νεοφιλελεύθερο περικείμενο. Όταν η κοινωνία μιλάει για αξιοκρατία, μιλάει αφηρημένα, δεν είναι κακή η πρόθεση του αιτήματος, όμως το αίτημα είναι αφηρημένο, στηρίζεται στην ιδέα που έχει ο καθένας ατομικά για την Αξία, όταν όμως μιλάει για αξιοκρατία η πολιτική δημόσια σφαίρα, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, τα social media, μιλούν για κάτι συγκεκριμένο (όσο όμως και αυθαίρετο εν πολλοίς), την αξιοκρατία ως πολιτικό σύστημα.

Έχει αξία η αξιοκρατία;

Η αξιοκρατία που στη σύγχρονη έννοιά της είναι μεταφραστικό δάνειο του «meritocracy», είναι μια πολιτική φιλοσοφία. Μια έννοια που έχει περάσει πολλά στάδια και έχει πάρει πολλές μορφές, δεν μπορούμε να ανατρέξουμε αυτή τη στιγμή όλα της τα στάδια, του πλατωνισμού, του κομφουκιανισμού, αρκεί όμως να σημειώσουμε ότι οι προβληματικές της γύρω από τη συγκεκριμενοποίηση της αφηρημένης «αξίας» την ακολουθούν από πάντα και ήδη ο κοινωνιόλογος που την επανεισήγαγε στη νεωτερικότητα και εισήγαγε τον όρο, ο Μάικλ Γιάνγκ, το έκανε σε ένα πλαίσιο κριτικής, σάτιρας της συνθήκης της αξιοκρατίας και αρνητικών συνδηλώσεων. Κάτι που έκανε αργότερα και η Χάνα Άρεντ για την αξιοκρατία στην παιδεία.
Η αξιοκρατία ειδικά στον καπιταλισμό και την ιδιαίτερη αυτή φάση του, αυτή του νεοφιλελευθερισμού, προσιδιάζει στον κοινωνικό δαρβινισμό. Η αξία τίθεται ως δια-ταξική χωρίς να λαμβάνει υπόψη ταξικούς περιορισμούς και όλοι οι δείκτες στη Δύση δείχνουν ότι ενώ καλείται να ξεπεράσει κατηγοριοποιήσεις, όπως φύλο και φυλή, σε καμία περίπτωση δεν το πράττει. Αν μη τι άλλο, στηρίζεται πάνω σε πολλαπλότητα αφηγημάτων και ιστορικών διεκδικήσεων και αγώνων, για να τους υπερβεί, με την έννοια να τους απαλείψει, να τους μετατρέψει σε αόρατους, και επικαλείται όλα τα στερεότυπα ως τρόπους παγίωσης. Γιατί εδώ η παγίωση είναι το ζητούμενο και όχι απλά οι αξίες και οι άξιοι, αφού όπως φαίνεται από τα συνθετικά της ίδιας της λέξης, μιλούμε για τους άξιους που θα επικρατήσουν (στη γραμματεία της Αξιοκρατίας θα συναντήσουμε και τη λέξη κυριαρχία, ποιοι θα κυριαρχήσουν). Το ερώτημα είναι, λοιπόν, ποιος είναι ο άξιος που θα αξιοδοτήσει την αξία της αξιολόγησης του υποκειμένου. Όπως και σε κάθε κοινωνική κατασκευή, τόσο στην αρχή όσο και στην παρυφή της, βρίσκεται μια αυθαιρεσία. Δεν μπορούμε να μιλάμε, λοιπόν, για την αξιοκρατία ταυτοχρόνως αυθαίρετα και αφηρημένα. Πρέπει να εξετάσουμε το πώς λειτουργεί, για να αποφασίσουμε κατά πόσον είναι χρήσιμη. Αυτό οδηγεί στο debate, όχι στην ipso facto νομιμοποίηση της Αξιοκρατίας ως υπέρτατη δίκαιη κρίση.
Μα πώς θα μπορούσε; Ποια είναι τα αξιολογικά της χαρακτηριστικά στον καπιταλισμό; Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, στο Ανώτατο Δικαστήριο δικάζουν κυρίως όσοι έχουν βγει από το Χάρβαρντ και το Γέηλ. Αυτό τι σημαίνει; Ότι δεν υπάρχουν άξιοι στο πεδίο αυτό από άλλες σχολές; Απλά δεν τους δίνεται ποτέ η δυνατότητα. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αλλά και πιο ξεκάθαρα, όταν μιλάμε για πολιτικά αξιώματα. Τι σημαίνει αξιοκρατία στο πολιτικό πεδίο; Ποια αξιολόγηση, με ποια κριτήρια, ποια βιογραφικά μπορούν να αντικαταστήσουν τη συλλογικότητα, τους αγώνες των πολιτικών υποκειμένων, τη βαθύτατη γνώση της ζώσας εμπειρίας των κοινωνικών αναγκών, την πολιτική πλατφόρμα - πρόγραμμα και εν τέλει το ίδιο το πολιτικό έργο. Μπορεί το άξιο -και πλέον μπορούμε να μιλάμε για το άριστο- βιογραφικό να αντικαταστήσει την πραγματικότητα του πολιτικού έργου; Ένα πολιτικό πρόσωπο κρίνεται από τις πολιτικές που υπηρετεί και πώς τις υπηρετεί. Και ακόμα και στην πιο προβληματική αστική δημοκρατία, θα υπάρξει η χρονικότητα που θα κριθεί το έργο του κάθε πολιτικού.

Παγιωμένος σεξισμός

Η κ. Νοτοπούλου έχει κριθεί και θα ξανακριθεί από τον κόσμο. Το θέμα είναι ότι για τώρα κρίνεται a priori αυθαίρετα και αφηρημένα με μια κριτική όμως που παρουσιάζεται ως η αλήθεια που απαιτεί την αλήθεια. Από τέτοια σχήματα, ακόμα και χωρίς τη χυδαιότητα (που όμως είναι φυσική απόρροια, παγιωμένων κατηγοριοποιήσεων που παραμένουν δομικό κομμάτι του meritocracy στο νεοφιλελεύθερο περικείμενο), δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς. Απαιτούν την αξία της ελεύθερης αγοράς, δηλαδή μια παραγωγή ικανοτήτων για κατανάλωση από την παραγωγικότητα και μετατρέπουν αυτή την αξιοδότηση σε αξία, όπως αρετή και αλήθεια, όσο χυδαιολογούν για τις καθαρίστριες και τις δικές τους ικανότητες, όμως όπως είχε πει ο Τέοντορ Αντόρνο, η συνθήκη κάθε αλήθειας είναι η ανάγκη να αφήσεις να ακουστούν οι φωνές αυτών που υποφέρουν. Η κοινωνία θα σκεφτεί αν το μόνο που την αφορά στο σχολείο, στο δημόσιο, στο πολιτικό είναι τυποποιημένα τεστ και αξιολογήσεις ανταγωνιστικές και αναγωγιστικές που πετούν όποιον δεν μπορεί από την αρχή (από την ταξική του θέση π.χ.) να τις ακολουθήσει, ωστόσο η κοινωνία πρέπει να ξέρει ότι και μέχρι να αποφασίσει, μπορεί να κρίνει και θα κρίνει έναν πολιτικό από το έργο του. Και έτσι δε χρειάζεται ως όπλο της μια αφηρημένη αυθαίρετη αριστοκρατία.
Και αφού είναι κάπως κυκλικά αυτά τα σχήματα, θα γυρίσουμε λίγο πίσω στην αρχή που αναφέραμε ότι η επίθεση αυτή δεν είναι άνευ προηγουμένου. Γιατί ειδικά οι γυναίκες, ειδικά οι νέες γυναίκες, είναι οι πρώτες που θα δεχθούν τα πυρά. Από την υπ. Εργασίας, Έφη Αχτσιόγλου, μέχρι την Alexandria Ocasia-Cortez, την 28χρονη δημοκρατική πολιτικό που κι αυτή δέχθηκε σεξιστικά και ρατσιστικά πυρά, αλλά και μεγαλύτερες, από την κ. Κούνεβα, μέχρι τη Sheila Abdus-Salaam, την πρώτη μαύρη γυναίκα μουσουλμάνα δικαστή που βρέθηκε πνιγμένη -με μώλωπες στον λαιμό- και που η αστυνομική έρευνα κατέληξε ελλείψει στοιχείων στην αυτοκτονία. Στην καπιταλιστική αξιοκρατία, μεταξύ αξίων, κάποιοι πάντα θα είναι πιο άξιοι από τους άξιους. Αυτός είναι -ένας- τρόπος να βλέπεις την αλήθεια, εν τέλει.

Νίκος Δασκαλόπουλος

Υ.Γ.: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε πρόσφατα στο πλαίσιο της αξιοκρατίας ότι: «Oι άνθρωποι που προσλαμβάνονται με κοινωνικά κριτήρια δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους». Όμως τα κριτήρια πάντα φέρουν το κοινωνικό και δεν μπορούν να το υπερβούν, τα χειρότερα εκ των οποίων επιβιώνουν στον κοινωνικό δαρβινισμό που εννοεί. Πάντως, κάποτε που δεν τα έκριναν όλα τα πτυχία της αξιοκρατίας, ο μεγάλος R.P. Blackmur που δεν κατάφερε καν να τελειώσει το δημόσιο λύκειο, έγινε δεκτός ως λέκτορας στο Πρίνστον. Λάθη που ανήκουν στη λήθη, ίσως.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet