Νεοφιλελευθερισμός μόνο μέσω αυταρχικού καθεστώτος

givisis-1

Ο Βλαντιμίρ Σαφάτλε, μια από τις σημαντικότερες φωνές της αριστερής διανόησης στη Βραζιλία, μιλάει στην «Εποχή» για τις εκλογές της 7ης Οκτωβρίου, τη βραζιλιάνικη Αριστερά, και την επόμενη μέρα.

 

Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες σκλήρυνσης του καθεστώτος, και των μηχανισμών του, που βλέπουμε στη Βραζιλία, πόσο εφικτή θεωρείς ότι είναι η δημιουργία μιας προοδευτικής κυβέρνησης μετά τις εκλογές;
Από τις εκλογές αυτές δεν θα υπάρξει προοδευτική κυβέρνηση. Η Αριστερά μπορεί ακόμη και να κερδίσει, αλλά δεν μπορεί να αναλάβει τη διακυβέρνηση. Οι στρατιωτικές δυνάμεις έχουν βγει έξω από κάθε δημοκρατικό πλαίσιο, και λειτουργούν ως μια δύναμη εξουσίας. Είναι σαφές ότι ο στρατός δεν θα επιτρέψει μια αριστερή κυβέρνηση. Το πώς θα δημιουργηθεί μια αριστερή κυβέρνηση, αυτό είναι δύσκολο να το γνωρίζουμε, αλλά δεν θα γίνει στις φετινές εκλογές.

Παρόλο που η μη συμμετοχή του Λούλα στις εκλογές διευκολύνει τη Δεξιά, αυτή φαίνεται ότι έχει δυσκολίες στην οικοδόμηση της ηγεμονίας. Πού το αποδίδεις αυτό;
Δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ηγεμονία με έναν οικονομικό λόγο που υπόσχεται να διαλύσει όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, να καταστρέψει τα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης και να απαλλάξει το χρηματοοικονομικό σύστημα από κάθε πιθανό έλεγχο. Υπό κανονικές καταστάσεις, ο πρωτοφασισμός (αρχέγονος φασισμός) του Μπολσονάρο δεν θα φτάσει το 20%. Ωστόσο, οι βραζιλιάνικες εκλογές είναι εδώ και καιρό φαύλες. Τα ΜΜΕ συνεχίζουν την προσπάθειά τους να προκαλέσουν εθνική αναταραχή, μετά την επίθεση με μαχαίρι που έγινε πριν δύο εβδομάδες στον Μπολσονάρο από ένα άτομο που πάσχει από σχιζοφρενικές διαταραχές. Και ο Λούλα, που ήταν ο πιο δημοφιλής υποψήφιος με ποσοστό που έφτανε στο 40%, βρίσκεται στη φυλακή, ενώ το κόμμα του δεν μπορεί να παρουσιάσει ούτε καν την εικόνα του στις προεκλογικές διαφημίσεις. Το εκλογικό πλαίσιο είναι εντελώς τεχνητό, και βρίσκεται πιο κοντά στις εκλογές της Λευκορωσίας.

Με αφορμή την αναφορά σου στον Μπολσονάρο, να σε ρωτήσω πώς ερμηνεύεις την εμφάνιση αυτού του μαζικού νεοφασισμού που παρατηρούμε στη Βραζιλία;
Στην πραγματικότητα, η Βραζιλία είναι σήμερα ένα είδος παγκόσμιου εργαστηρίου για μια διασταύρωση μεταξύ της ακροδεξιάς και του ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Τα ακροδεξιά κόμματα και κινήματα στην Ευρώπη είναι σε μεγάλο βαθμό αντιφιλελεύθερα. Υποστηρίζουν προστατευτικές πολιτικές, κινητοποιούν τους ανθρώπους μιλώντας ενάντια στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και την τεχνοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ανοίγουν χώρο για ένα συγκεκριμένο είδος πρόνοιας που θυμίζει αριστερή πολιτική. Αυτό υποχρεώνει τον ευρωπαϊκό νεοφιλελευθερισμό να ενεργοποιηθεί και να δημιουργήσει φιγούρες «με ανθρώπινο πρόσωπο», όπως ο Εμανουέλ Μακρόν. Στη Βραζιλία, οι ηγεμονικοί οικονομικοί παράγοντες (χρηματοπιστωτικό σύστημα, βιομηχανία μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, μεγάλο εμπόριο), συνειδητοποίησαν ότι μια νεοφιλελεύθερη ατζέντα δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτή από τους ψηφοφόρους και να υλοποιηθεί στο πλαίσιο μιας τυπικής δημοκρατίας. Η μόνη δυνατότητα μιας νεοφιλελεύθερης προσαρμογής στη Βραζιλία είναι μέσω ενός αυταρχικού καθεστώτος. Έτσι, αντιλήφθηκαν ότι είναι απαραίτητο να ενοποιήσουν δυνάμεις γύρω από έναν υποψήφιο ικανό να κινητοποιήσει με ένα λόγο κοινωνικής βαρβαρότητας και στρατιωτικής λατρείας της τάξης. Έναν υποψήφιο που έρχεται από το στρατιωτικό ορίζοντα. Με αυτή την έννοια, έχουν αφυπνιστεί κοιμισμένες συνειδήσεις. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η Βραζιλία ήταν η μόνη χώρα της Λατινικής Αμερικής που δεν έκλεισε τους λογαριασμούς της με τη στρατιωτική δικτατορία. Δεν υπήρχε καμία μεταβατική δικαιοσύνη, ή το καθήκον διατήρησης της ιστορικής μνήμης, και κανείς δεν μπήκε στη φυλακή για βασανιστήρια. Για το λόγο αυτό, οι υποστηρικτές της δικτατορίας και του στρατού παρέμειναν με την κοινωνική επιρροή τους. Από την άλλη πλευρά, η Βραζιλία κυβερνήθηκε για 30 χρόνια μέσα σε ένα πλαίσιο συμβιβασμών και συμφωνιών συναίνεσης. Αυτό το πλαίσιο προκάλεσε ένα κοινωνικό αίσθημα αδράνειας, αλλά και απογοήτευσης, που έγινε εμφανές στις μεγάλες λαϊκές διαδηλώσεις του 2013. Από τότε, ήταν σαφές ότι οι άνθρωποι θα αναζητούσαν ριζοσπαστικές πολιτικές επιλογές. Αλλά η Αριστερά δεν μπορούσε να προσφέρει έναν τέτοιο ριζοσπαστισμό, μόνο η Δεξιά. Το πρόβλημα, όπως είπα, είναι ότι η Βραζιλία είναι ένα παγκόσμιο εργαστήριο. Αν λειτουργήσει εδώ μια τέτοια αυταρχική εκδοχή του ούλτρα νεοφιλελευθερισμού, είμαι βέβαιος ότι θα έχουμε ένα μοντέλο για εξαγωγή και σε άλλες χώρες.

Η κρίση του Εργατικού Κόμματος έχει ανοίξει ένα μεγάλο ερώτημα για το μέλλον της βραζιλιανής Αριστεράς. Παράλληλα, πολλοί υποστηρίζουν ότι το PSOL και η υποψηφιότητα του Γκουιλιέρμε Μπούλος μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο σε μια μεγάλης κλίμακας αναδιοργάνωσή της. Εσύ πώς αναλύεις αυτές τις δυνατότητες;  
Το μέλλον της βραζιλιανής Αριστεράς συνδέεται βαθιά με την κατανόηση των ορίων που υπάρχουν, μέσα από την εμπειρία της στην εξουσία μεταξύ του 2003 και του 2015. Στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η Βραζιλία ήταν το πιο προηγμένο τμήμα ενός ηγεμονικού αριστερού λαϊκισμού στη Λατινική Αμερική. Το μοντέλο αυτό έχει πλασαριστεί παγκοσμίως ως ο τέλειος συνδυασμός της κοινωνικής ευαισθησίας και του σεβασμού των φιλελεύθερων μακροοικονομικών θεμελίων. Ακόμη και όταν ήρθε στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, θυμάμαι κάποιες ευρωπαϊκές εφημερίδες που έγραφαν ότι ο Τσίπρας πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Λούλα. Ωστόσο, αυτό το μοντέλο κατέρρευσε από τις εσωτερικές αδυναμίες, όχι μόνο από τις εξωτερικές πιέσεις. Η οικονομική του πολιτική βασίστηκε σε δύο σημεία: στην ανασυγκρότηση ενός κρατικού καπιταλισμού μέσω της μετατροπής του κράτους σε έναν μεγάλο χρηματοδότη της εθνικής μπουρζουαζίας, και στην κεφαλαιοποίηση των φτωχότερων τάξεων (σημ: αναφέρεται στην μεταφορά εισοδήματος σε αυτές τις τάξεις μέσω επιδομάτων, χωρίς καμία αλλαγή στα εισοδήματα των πλουσιότερων τάξεων). Για κάποιο χρονικό διάστημα αυτό φαινόταν να λειτουργεί, αλλά τα όριά του έγιναν εμφανή από το 2013 και μετά. Δεδομένου ότι το μοντέλο αυτό δεν βασίστηκε σε μια πολιτική καταπολέμησης της ανισότητας, αλλά στην πολιτική κεφαλαιοποίησης των φτωχότερων τάξεων, οι ελίτ των ιδιοκτητών διατήρησαν τα κέρδη τους και ώθησαν το κόστος ζωής στις μεγάλες βραζιλιάνικες πόλεις προς τα πάνω. Το 2013, το Σάο Πάολο και το Ρίο ντε Τζανέιρο ήταν μέσα στις δέκα πιο ακριβές πόλεις του κόσμου. Από την άλλη πλευρά, ο κρατικός καπιταλισμός της Βραζιλίας δημιούργησε έναν κρατικό μονοπωλιακό καπιταλισμό, όπου ορισμένες μεγάλες εταιρείες που είχαν αιμομικτική σχέση με το κράτος μονοπώλησαν την οικονομία, προσφέροντας υπηρεσίες και προϊόντα σε ψηλές τιμές και σε κακή ποιότητα. Από πολιτική άποψη, η λαϊκιστική στρατηγική σύγκλισης των διαφόρων κοινωνικών απαιτήσεων σε μια αλυσίδα ισορροπιών, γρήγορα αποδείχθηκε ότι είναι η διαχείριση της παράλυσης. Οι κοινωνικές απαιτήσεις τείνουν ουσιαστικά να καταργηθούν, οδηγώντας την κυβέρνηση να είναι ένας απλός διαχειριστής της αδράνειας. Η πιθανότητα μιας αναδιοργάνωσης της Αριστεράς περνά μέσα από την κριτική των λαϊκιστικών στρατηγικών που ακολούθησε όταν ανέλαβε την κυβέρνηση, και από την κριτική αυτού του οικονομικού μοντέλου κρατικού καπιταλισμού. Δυστυχώς, αυτό δεν θα συμβεί τώρα.

Ποιες προοπτικές υπάρχουν για τους αγώνες ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό στη Βραζιλία;
Οι δημοσκοπήσεις έχουν δείξει ότι η βραζιλιάνικη κοινωνία έχει κατά κύριο λόγο αντιφιλελεύθερες θέσεις. Οι Βραζιλιάνοι υπερασπίζονται την έννοια των δημοσίων και κοινών αγαθών, αντιτίθενται στις ιδιωτικοποιήσεις, και είναι υπέρ των πολιτικών για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτό εξηγεί και το γιατί στις τελευταίες τέσσερις προεδρικές εκλογές κέρδισε η Αριστερά. Ακόμα και οι δύο προηγούμενες εκλογές, το 1994 και το 1998, κερδήθηκαν από έναν μετριοπαθή νεοφιλελεύθερο, τον Φρερνάντο Ενρίκε Καρντόσο, που δεν εφάρμοσε βάναυσες προσαρμογές όπως αυτές που έγιναν στην Αργεντινή από τον Κάρλος Μένεμ. Θα έλεγα ότι οι πραγματικές προκλήσεις για τους αγώνες ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό βρίσκονται στην Αριστερά, που πρέπει να ριζοσπαστικοποιήσει τις οικονομικές και πολιτικές προτάσεις της, και να δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο οργάνωσης, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι δεν θα αισθάνονται ότι υπακούουν σε μια εντολή. Όλες οι αριστερές οργανώσεις στη Βραζιλία φαίνεται σαν να έχουν αναδυθεί μέσα από τη δεκαετία του 1950. Είναι διευθυντικές, ηγεμονικές, ιεραρχικές, και συγκεντρωτικές. Αυτό εμποδίζει την συγκρότηση ενός συνόλου διαφορετικών αυτόνομων δυνάμεων μέσα σε ένα κοινό πεδίο.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet