kefala

Της Βιβής Κεφαλά

Περισσότεροι από 350.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί από την αρχή της συριακής κρίσης μέχρι σήμερα, και περίπου 11.000.000 Σύριοι είναι πρόσφυγες πολέμου σε άλλες χώρες –εκ των οποίων τουλάχιστον 3.000.000 βρίσκονται στην Τουρκία- ή είναι εσωτερικοί εκτοπισμένοι, καθώς αναγκάστηκαν να εγκατέλειψαν τις εστίες τους και να μετακινηθούν σε ασφαλέστερες περιοχές της χώρας τους, μεταξύ των οποίων και η επαρχία Ιντλίμπ, η οποία σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο ενός έντονου διπλωματικού παιχνιδιού με αβέβαιο αποτέλεσμα.
Πράγματι, η Ιντλίμπ -η οποία βρίσκεται στα βόρεια σύνορα Συρίας – Τουρκίας- αποτελεί το τελευταίο προπύργιο των ισλαμιστών της οργάνωσης Χαγιάτ Ταχρίρ Ας Σαμ (HTS), αλλά και άλλων ένοπλων ισλαμικών και μη ομάδων, οι οποίες κατέφυγαν εκεί μετά από συμφωνίες με τη Δαμασκό, εγκαταλείποντας εδάφη που κατείχαν. Σήμερα η Ιντλίμπ, η κατοχή της οποίας θα κρίνει το τέλος του πολέμου στη Συρία, είναι περικυκλωμένη από τα συριακά στρατεύματα, τα οποία θέλουν να την καταλάβουν, ώστε να πλήξουν τους ισλαμιστές και βεβαίως να περάσει υπό τον έλεγχο του συριακού καθεστώτος. Ωστόσο, η επίθεση προς το παρόν αναβάλλεται, διότι δεν υπάρχει συμφωνία ούτε μεταξύ των υποτιθέμενων συμμάχων του Μπασάρ αλ Άσαντ, δηλαδή της Ρωσίας, του Ιράν και της Τουρκίας, ούτε βεβαίως μεταξύ Μόσχας, Ουάσιγκτον και Βρυξελλών, μιας και όπως φαίνεται τα συμφέροντα τους είναι αποκλίνοντα.

Το συριακό καθεστώς

Στις 30 Αυγούστου ο σύρος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι προτεραιότητα της συριακής κυβέρνησης είναι η «απελευθέρωση της επαρχίας Ιντλίμπ», μέσω συμφωνιών συμφιλίωσης και χωρίς απώλειες αμάχων, πρόσθεσε όμως ότι η Δαμασκός είναι αποφασισμένη να εξαλείψει πάση θυσία τις τρομοκρατικές ισλαμικές οργανώσεις. Την δήλωση αυτή έσπευσε να υποστηρίξει η Ρωσία, δηλώνοντας ότι η Συρία έχει κάθε δικαίωμα να απαλείψει τις τρομοκρατικές απειλές στο έδαφος της.
Το καθεστώς Άσαντ επιδιώκει την ανακατάληψη της επαρχίας Ιντλίμπ, αφενός για να διαλύσει το τελευταίο προπύργιο των ένοπλων αντικαθεστωτικών ομάδων, μεταξύ των οποίων βρίσκονται και ισλαμικές ομάδες, οι οποίες θα έχαναν έτσι τη μοναδική εδαφική βάση που τους έχει απομείνει και θα διασκορπίζονταν σε μικρούς θύλακες στην χώρα. Αφετέρου, το συριακό καθεστώς θα ξαναέπαιρνε τον έλεγχο της περιοχής, από την οποία διέρχονται σημαντικοί οδικοί άξονες, απαραίτητοι για τη διασφάλιση της εδαφικής συνέχειας της μελλοντικής επικράτειας του Μπασάρ αλ Άσαντ. Τέλος, η επιτυχία της επίθεσης του συριακού στρατού στην Ιντλίμπ θα σήμαινε ότι η ένοπλη εξέγερση, που άρχισε τον Μάρτιο του 2011, τελείωσε. Ωστόσο, μια τέτοια νίκη θα ήταν πύρρειος, διότι το καθεστώς θα είχε καταρρεύσει χωρίς τη βοήθεια της Μόσχας και της Τεχεράνης, οι οποίες προφανώς θα ζητήσουν στρατηγικά ανταλλάγματα, ενώ η Δαμασκός θα έχει να αντιμετωπίσει και τις απαιτήσεις της Άγκυρας. Κατά συνέπεια, όχι μόνο θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών της συριακής κρίσης, αλλά και μεταξύ των εξωτερικών δρώντων που τις υποστηρίζουν.

Η Ρωσία

Η Μόσχα, η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό διπλωματικό και στρατιωτικό ρόλο υπέρ του καθεστώτος Άσαντ, προσπαθεί να στηρίξει το καθεστώς Άσαντ, διότι από την επιβίωση του εξαρτάται η διατήρηση των βάσεων της στην Ταρτούς και άρα η σταθερή στρατιωτική της παρουσία στη Μεσόγειο. Ωστόσο, η Ρωσία θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις αμερικανικές αντιδράσεις, καθώς η Ουάσιγκτον από τη μια πλευρά δεν θέλει να αποστείλει στρατεύματα στη Συρία, από την άλλη όμως δυσαρεστείται ιδιαίτερα με την αύξηση της ρωσικής επιρροής στη Συρία, αλλά και τη σταθερή συνεργασία –λόγω κοινών συμφερόντων- με το εκ νέου δαιμονοποιημένο Ιράν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, διαρρέουν στον Τύπο ανησυχητικά σενάρια, όπως αυτό που δημοσιεύτηκε στην Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο η Ουάσιγκτον έχει πληροφορίες ότι το καθεστώς Άσαντ θα χρησιμοποιήσει αέριο χλωρίνης στην επίθεσης κατά της Ιντλίμπ και ως εκ τούτου εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο επίθεσης εναντίον θέσεων του συριακού στρατού, αλλά και εναντίον θέσεων που κατέχουν οι ρωσικές και ιρανικές δυνάμεις στη Συρία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από την πλευρά της η Μόσχα, κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι στις 8 Σεπτεμβρίου χρησιμοποίησε βόμβες λευκού φωσφόρου σε αεροπορική επίθεση που έκανε στην ανατολική Συρία.
Τέλος, η Ρωσία δεν επιθυμεί να δυσαρεστήσει τη νεόκοπη σύμμαχο της Τουρκία, τόσο διότι αυτή η συνεργασία δημιουργεί προβλήματα στη συνοχή του ΝΑΤΟ, όσο και διότι παρέχει σημαντικά οφέλη στη Μόσχα. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η Τουρκία όχι μόνο είναι ένας ασταθής εταίρος, αλλά και έχει διαφορετικούς στόχους στη Συρία από αυτούς της Ρωσίας.

Η Τουρκία

Η Άγκυρα έχει αναμειχθεί ενεργά στη συριακή κρίση για να αποφύγει την ανάδειξη του κουρδικού στοιχείου στη Συρία και τον κίνδυνο δημιουργίας ενός κουρδικού κρατιδίου μετά το πέρας του πολέμου. Η κουρδική πτυχή της συριακής κρίσης είναι τόσο σημαντική για την Τουρκία, ώστε δεν δίστασε να προσεγγίσει τη Ρωσία και να προκαλέσει σοβαρές τριβές στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, όπως επίσης δεν δίστασε και να επέμβει στρατιωτικά, καταλαμβάνοντας την κουρδική περιοχή του Αφρίν. Επί πλέον, η Τουρκία έχει υποδεχθεί στο έδαφος της σχεδόν 3.000.000 σύρους πρόσφυγες, πράγμα που από τη μια πλευρά αποτελεί τεράστιο βάρος για τη χώρα, από την άλλη όμως αποτελεί σημαντικό μοχλό πίεσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την προώθηση των τουρκικών συμφερόντων.
Όσον αφορά τη σχεδιαζόμενη επίθεση του συριακού στρατού στην επαρχία Ιντλίμπ, η Άγκυρα προσπαθεί να τη σταματήσει, φοβούμενη ότι η επίθεση θα προκαλέσει νέο κύμα προσφύγων στο έδαφος της, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι θα υπάρξουν τεράστιες απώλειες μεταξύ των αμάχων και βεβαίως μαζική έξοδος προσφύγων. Μάλιστα, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται και σε εκτιμήσεις του ΟΗΕ ότι μία επίθεση στην Ιντλίμπ θα προκαλέσει τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή των τελευταίων ετών. Έτσι, ο ειδικός απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών για τη Συρία κάλεσε τη Συρία και τους συμμάχους της να αναβάλουν την επίθεση, προτείνοντας συνομιλίες για εξεύρεση πολιτικής λύσης ή τη δημιουργία ανθρωπιστικών διαδρόμων, ώστε οι άμαχοι να μετακινηθούν με ασφάλεια σε άλλες περιοχές.
Ωστόσο, οι ανθρωπιστικές ανησυχίες της Άγκυρας υποκρύπτουν τα σχέδια της για την Ιντλίμπ, καθώς η Τουρκία είναι σταθερά εναντίον του καθεστώτος Άσαντ και επομένως δεν αποκλείεται να ελπίζει ότι θα προσεταιριστεί τους ένοπλους αντικαθεστωτικούς σουνίτες, που βρίσκονται παγιδευμένοι στην Ιντλίμπ. Αυτό θα σήμαινε ότι στις συνομιλίες που ακολουθήσουν τη λήξη του πολέμου για το μέλλον της Συρίας, η Άγκυρα θα μπορούσε να ζητήσει τη δημιουργία ενός σουνιτικού κρατιδίου στη βόρεια Συρία, υπό την προστασία της, αίτημα που θα υποστηρίζεται από την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην περιοχή, τα οποία μάλιστα συνεχίζουν να ενισχύονται. Είναι σαφές ότι μία τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε από τη Μόσχα, αλλά ούτε και από τη Δαμασκό, πράγμα που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην Άγκυρα.
Προς το παρόν, η επίθεση του συριακού στρατού εναντίον των αντικαθεστωτικών στην Ιντλίμπ αναβλήθηκε, μετά τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν στις 17 Σεπτεμβρίου στο Σότσι, η Ρωσία το Ιράν και η Τουρκία. Πρόκειται για μία αόριστη συμφωνία, η οποία προβλέπει τη δημιουργία μίας αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης, της οποίας οι συντεταγμένες δεν ανακοινώθηκαν, από την οποία θα πρέπει, όπως δήλωσε ο ρώσος πρόεδρος, να αποσυρθούν οι ένοπλοι μαζί με το βαρύ οπλισμό τους.
Όπως προκύπτει, η συμφωνία του Σότσι δεν λύνει το πρόβλημα των αντιθετικών στόχων των συμμετεχόντων, σώζει όμως τα προσχήματα και δίνει πίστωση χρόνου. Παρά ταύτα, το γεγονός παραμένει: η τύχη της Ιντλίμπ θα κρίνει εν πολλοίς το μέλλον της μεταπολεμικής Συρίας.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet