daskalopoulos
Ο λόγος για την καθυστέρηση της δίκης και η συμμετοχή (μας) στο αδύνατο-δυνατό

Η ετυμηγορία δεν εκδίδεται
τόσο ξαφνικά·
η διαδικασία βαθμιαία καταλήγει
σε μια απόφαση.
Κάφκα, Η Δίκη, Κεφάλαιο 9.

Το πλέον σημαντικό πολιτικό ζήτημα των τελευταίων χρόνων στη χώρα, είναι αναμφισβήτητα η δίκη (και η έκβαση αυτής) της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης, Χρυσή Αυγή. Μετά τη δολοφονία του 27χρονου πακιστανού εργάτη, Σαχζάτ Λουκμάν, ακολούθησε και αυτή του 34χρονου αντιφασίστα ράπερ και επίσης εργάτη (και μέλος του Συνδικάτου του Μετάλλου), Παύλου Φύσσα (γνωστός και ως Killah P που ήταν το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο). Αμφότερες οι δολοφονίες αποτέλεσαν συγκλονιστικά, για την κοινωνικο-πολιτική ζωή, συμβάντα. Συμβάντα με την έννοια του συμβάντος που δεν το περιμένεις, δεν μπορείς να το υπολογίσεις, που σε μία του διάσταση είναι α-δύνατον.
Κατόπιν, ασφαλώς, οι δημοκρατικές δυνάμεις και πολίτες αναστοχαστήκαμε τα συμβάντα και το γεγονός ότι θα έπρεπε να τα περιμένουμε, θα έπρεπε να τα προβλέψουμε και να τα ανατρέψουμε όσα ακόμα ήταν αδύνατα, να παραμείνουν αδύνατα, ωστόσο αυτή που έμεινε αδύνατη ήταν η κοινωνία, σε μια φάση που σχεδόν είχε χάσει κάθε ιδέα για το ποιο μπορεί να είναι το κεντρικό της σημείο: αποδοχή ή εξαφάνιση. Το λέμε αυτό, διότι ήταν η εποχή που η Χρυσή Αυγή ανερχόταν, συγκλόνιζε και ταυτοχρόνως μας συνήθιζε σε πρακτικές και λόγους και εξερευνούσαμε πώς κατέκτησε το «μέηνστριμ», ποιους αγγίζει, πώς, γιατί, ποιοι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ανάμεσά μας. Διότι και η μεταμόρφωσή της ήταν περισσότερο γρήγορη από την αποδοχή της: η ψευδεπίγραφη συντριβή του σκοταδιστικού, αποκρυφιστικού, ευθέως ρατσιστικού, νεοναζιστικού χαρακτήρα της. Χαρτογραφούσαμε το λαβυρινθώδες γενεαλογικό και αρχειακό σχέδιο (blueprint) της οργάνωσης, και παράλληλα με αυτή τη διαδικασία, διερευνούσαμε το κοινωνικό σχέδιο που είχε αποτυπωθεί εκλογικά. Ούτως ειπείν, εξετάζαμε ποια στοιχεία της οργάνωσης σε ποιους βαθμούς άγγιξαν όσους τους ακολούθησαν.

Η προσπάθεια αντιπερισπασμού

Γιατί δεν μπόρεσε και ούτε ακόμα μπορεί, εύκολα κανείς, να δεχτεί ότι η αποδοχή της ήταν μια αμιγώς ρατσιστική έκφραση· ούτε καν ξενοφοβική, ευθέως ρατσιστική. Η διαδικασία ήταν εξαντλητική και μας άφησε πληγωμένους σε πολλαπλότητα επιπέδων, όσο στην ίδια χρονικότητα συντελούνταν η κανονικοποίηση της Χρυσής Αυγής και του λόγου της. Πλήρης κανονικοποίηση τόσο μιντιακή και μεγάλης κλίμακας, όσο και θεσμική και πολιτική από πλήθος προσώπων, ιδρυμάτων, καναλιών. Είχε έρθει για να μείνει, τότε ως κόμμα. Απειλή, προβληματισμός (στοχασμός), μεταμόρφωση, κανονικοποίηση. Και ήρθαν, εν τέλει, οι δολοφονίες που σε αυτό το πλαίσιο που αδρομερώς σκιαγραφήσαμε, όσο συμβαίνουν τόσα πολλά, μας πιάνουν απροετοίμαστους. Ο διάλογος είχε απλώς ξεκινήσει, όμως οι νεοναζιστές δεν ήρθαν για διάλογο και η σχιζοειδής τους κοινοβουλευτικότητα/αντι-κοινοβουλευτικότητα είχε γίνει πια ορατό ότι ήταν αφ’ εαυτού της ένα μιντιακό κατασκεύασμα. Η σχιζοειδής ή «σοβαρή Χρυσή Αυγή» δεν υπήρξε ποτέ και η μεταμόρφωσή της ήταν προσπάθεια αντιπερισπασμού. Παρέμεναν ακόμη ευθέως ρατσιστές (με τάγματα εφόδου), πίστευαν σε ανωτερότητα της αρίας φυλής, στον πνευματικό σκοταδισμό, τον αποκρυφισμό, διοργάνωναν τελετές στα βουνά, ήταν ζώσα συνθήκη γι’ αυτούς μεγάλης σημασίας η επιτελεστικότητα και τελετουργία μυθοποιητικών μύθων και κυριαρχίας, στόχος πάντα η εξαφάνιση. Η οποία, όμως, λειτουργεί πολλαπλά.
Η δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν δεν προκάλεσε την ίδια ένταση δικαιο-πολιτικού ντισκούρ όπως αυτή του Φύσσα, και ίσως ένας -κρίσιμος- λόγος ήταν η ένταξή της στο αμιγώς ρατσιστικό του πράγματος. Δεν έκρυψαν ποτέ το μίσος τους για τους πρόσφυγες, όπως τότε δεν το έκρυβε και η μέηνστριμ πολιτική σκηνή. Όμως δεν ήταν μόνο θέμα φυλετικό. Ο Λουκμάν ως Πακιστανός ήταν ο ριζικά Άλλος πολιτισμικο-πολιτικά. Σε αυτόν υπήρχε η πλήρης οριενταλιστική ματιά για το Ισλάμ. Τη διάσταση αυτή την επιβεβαιώνει και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα που ήταν λευκός. Τότε, γίνεται απολύτως κατανοητό ότι η κυριαρχικότητα της Χρυσής Αυγής είναι πολλαπλή και, ως εκ τούτου, ασφαλώς και αντινομική (π.χ. είναι γνωστό ότι όσο χτυπούσαν και δολοφονούσαν αλλοδαπούς, συνεργάζονταν κιόλας μαζί τους, ενίοτε, για τη στήριξη του merchandise της Χ.Α., μπλουζάκια κτλ, τους είχαν υπαλλήλους στα ροζ ξενοδοχεία τους, φυσικά υπήρχαν και ερωτικές σχέσεις μελών της Χ.Α. με ανθρώπους άλλων εθνικοτήτων). Και ο Παύλος Φύσσας με τη δική του πολιτισμικο-πολιτική συνθήκη και πρακτική ως αντιφασίστας καλλιτέχνης, που μάλιστα υπηρετούσε μια μουσική των πτωχών, της μαύρης Αμερικής, ήταν επίσης ο Άλλος. Οι δύο ετερότητες, για να ολοκληρωθεί η συναρμογή, συναντιούνται και στο ταξικό. Αμφότεροι, νέοι της εργατικής τάξης, ο ένας κυκλοφορούσε με ένα κίτρινο ποδήλατο, ο άλλος έκανε δωρεάν συναυλίες και συμμετείχε στην αλληλεγγύη.

Η δίκη

Ξεκινά η δίκη, λοιπόν, εντείνεται ο δικαιο-πολιτικός λόγος, και τώρα, πέντε χρόνια μετά τις δολοφονίες και τρία μετά την αρχή της δίκης, βρισκόμαστε ενώπιον μιας προβληματικής του λόγου αυτού. Η καθυστέρηση της δίκης, ή ορθότερα ο λόγος για την καθυστέρηση της δίκης. Διότι υπό μια έννοια και η ίδια η δικαστική διαδικασία, με τα δικά της εργαλεία, χαρτογραφεί εκ νέου όλο το προηγούμενο πλαίσιο, όπως είχε πράξει και η κοινωνία και η πολιτική.
Ο λόγος για την καθυστέρηση της δίκης υφίσταται τόσο σε ένα επίπεδο ιδεολογικής αντιπαράθεσης αλλά και μικροπολιτικής, όσο και σε ένα επίπεδο αυθόρμητο, όπου τόσο η δημόσια σφαίρα όσο και συγκεκριμένα οι χώροι του αντιφασισμού, της ευρείας αριστεράς και του αναρχισμού, κατά το μάλλον ή ήττον, συναινούν ότι η δίκη καθυστερεί. Αυτό δεν είναι απαραίτητα μια πραγματιστική συνθήκη, είναι τέτοιο το υλικό υπό εξέταση που καθιστά τη δίκη αυτή ipso facto, μεγάλη. Για την ακρίβεια, άνθρωποι που την παρακολουθούν στενά, ισχυρίζονται ότι η δίκη αν μη τι άλλο έχει κανονικό, αν όχι γρήγορο, ρυθμό με μικρές διαδικαστικές εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, το Golden Dawn Watch (μια πρωτοβουλία για την παρακολούθηση της δίκης της Χρυσής Αυγής που συγκροτήθηκε από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το Παρατηρητήριο για το Φασιστικό και Ρατσιστικό λόγο στα ΜΜΕ που λειτουργεί υπό το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ, τον Αντιφασιστικό Συντονισμό Αθήνας-Πειραιά και το Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών του δήμου Αθηναίων), δημοσίευσε δελτίο τύπου με αφορμή το δικαστικό ρεπορτάζ της Καθημερινής και τη βαριά έκφραση στον τίτλο του, ότι η δίκη «καρκινοβατεί», με το οποίο κάνουν έκκληση να μη γράφονται ανακρίβειες για στασιμότητα της δίκης, που ενδεχομένως προεξοφλούν και καταστάσεις (συμπληρώνει ο γράφων του άρθρου αυτού) και που σε καμία περίπτωση δεν αντανακλούν καμία πραγματικότητα. Αντίστοιχη εικόνα μάς δίνει και η Μάγδα Φύσσα (μητέρα του Παύλου Φύσσα), η οποία δήλωσε σε συνέντευξή της ότι δεν αργεί ακριβώς, αλλά ότι είναι μεγάλος ο όγκος των δεδομένων που έχει σχηματιστεί και των μαρτύρων που καταθέτουν.
Ωστόσο, αυτός ο λόγος για την καθυστέρηση, αυτή η επιτακτικότητά του δεν μπορεί να περιοριστεί απλά στα ΜΜΕ όπως δείξαμε, αφορά και πολιτικά υποκείμενα που θέλουν να βοηθήσουν, που ανησυχούν. Και είναι σημαντικό, λοιπόν, να μεταφερθεί αυτή η εικόνα και σε αυτόν τον κόσμο και όλους όσοι αυθορμήτως θέλουν άμεση δικαιοσύνη. Ο Ζακ Ντερριντά (μέσα από τη σκέψη του οποίου έχει δομηθεί και η έννοια του συμβάντος στο παρόν κείμενο) στο έργο του «Ισχύς Νόμου», αναφέρει ότι η δικαιοσύνη «δεν περιμένει. Είναι αυτό που δεν πρέπει να περιμένει» και ότι η δίκαιη απόφαση απαιτείται «άμεσα», καταγράφοντας ίσως και ένα καθολικό αίτημα· κι όμως, την ίδια στιγμή, ο Ντερριντά βλέπει τη δικαιοσύνη ως κάτι ελευσόμενο και α-δύνατον, ακριβώς εξαιτίας της δομικής επιτακτικότητάς της. Δεν πρόκειται για αντινομία.
Όπως σημειώνει ο μεταφραστής του, Βαγγέλης Μπιτσώρης στο βιβλίο του «Ζωή, Θάνατος, Επιβίωση»: «Ο Ντερριντά δεν αντιπαραθέτει ως άρνηση το α-δύνατον προς το δυνατόν, ούτε το ενθέτει διαλεκτικά, ως συμφιλίωση, αλλά το εκλαμβάνει ως εισαγωγή στο δυνατόν, ως απορρητική σκέψη περί του αδυνάτου-δυνατού...», γι’ αυτό και ο Ντερριντά λέει επίσης ότι «η ανυπολόγιστη δικαιοσύνη απαιτεί από εμάς να υπολογίσουμε» (Voyous: Deux essais sur la raison). Μας λέει, δηλαδή, ότι η ίδια η συνθήκη χρειάζεται τη δική μας συμμετοχή στη διαδικασία της, να κινητοποιηθούμε. Αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε, αντί να ανησυχούμε για τη δίκη, έξω από τη δίκη, και αυτό είναι που επίσης μας έχει καλέσει να πράξουμε η Μάγδα Φύσσα. Να είμαστε εκεί. Με τη φυσική μας παρουσία. Να κινηθούμε μέσα στο αδύνατο-δυνατό, γιατί αυτή η δίκη αφορά το αδύνατο δυνατό απόθεμα της κοινωνίας.



Νίκος Δασκαλόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet