giatzoglou-2

Του Δημήτρη Γιατζόγλου

Είναι αυθαίρετο να θεωρήσουμε ότι το ονομαστικό «τέλος των μνημονίων», έχει θέσει σε κίνηση μια αναντίστρεπτη πορεία εξόδου από την κρίση που ανέσκαψε την χώρα μέσα από μια βαθειά και βίαιη εσωτερική υποτίμηση· και ο όρος «μεταμνημονιακός ιστορικός κύκλος» προδιαγράφει το μέλλον με υπερβολική αισιοδοξία. Είναι στοιχειώδης ρεαλισμός να αναγνωρίσουμε, ότι η επιστροφή στον δανεισμό από τις Αγορές είναι απλώς η επιστροφή στη μόνη κανονικότητα του σύγχρονου φιλελεύθερου καπιταλισμού: την επιδίωξη της ανεμπόδιστης αναπαραγωγής του, μέσα από τη διαρκή ήττα των εργαζόμενων τάξεων και των λαϊκών στρωμάτων και τη μεγέθυνση των ανισοτήτων. Αποτελεί πολιτική τύφλωση να μην αναγνωρίζουμε την επιδείνωση αυτής της κατάστασης, μέσα σ’ ένα διεθνές περιβάλλον που σφραγίζεται: από τους πολιτικούς κλυδωνισμούς στην Ευρώπη, που αρνείται εμμονικά να υπερβεί τη νεοφιλελεύθερη συνθήκη· από τη νέο-ιμπεριαλιστική στρατηγική του Τραμπ, με αιχμές τον «εθνικό προστατευτισμό», την επιθετική γεωπολιτική αναδιάρθρωση, την πλήρη αυτονόμηση των παγκόσμιων οικονομικών δυνάμεων από κάθε πολιτικό έλεγχο. Είναι όμως ασύγγνωστη απλούστευση να απολυτοποιήσουμε και να προεξοφλήσουμε τη γραμμικότητα των εξελίξεων, να αρνηθούμε ότι αυτό το «Τέλος» απογυμνωμένο από κάθε εξωραϊσμό, συνιστά μια ασυνέχεια, που μετατοπίζει την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης· μια μικρή ρωγμή στο μνημονιακό καθεστώς, που μπορεί να διευρυνθεί μέσα από την επανεκκίνηση των αγώνων εναντίον της λιτότητας και της μεταδημοκρατίας.

Περίοδος μετάβασης

Δεν έχουμε βεβαιότητες για τις τάσεις που θα επικρατήσουν. Αισθανόμαστε όμως ότι ζούμε ήδη μια περίοδο μετάβασης σε μια νέα ιστορική φάση. Μια φάση περίπλοκη και δύσκολη καθώς οι επιβιώσεις της μνημονιακής οκταετίας θα συμπλέκονται με τις απαιτήσεις της οικονομικής μεγέθυνσης και την αστάθεια του πολιτικού συστήματος· μέσα σε μια Ευρώπη, όπου συγκεχυμένες ιστορικές ιδεολογικές ταυτότητες, σφραγισμένες από τον «ορθολογισμό» της προσαρμογής, αδυνατούν να αντιπαρατεθούν στον ακροδεξιό αντισυστημισμό.
Στη διάρκεια αυτής της μετάβασης, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολλά να κάνει και να τα κάνει γρήγορα και συστηματικά: Να προετοιμαστεί για τις σημαντικές εκλογικές μάχες, που πρέπει να δοθούν με τη μέγιστη δυνατή κινητοποίηση. Να συγκροτήσει μία μεσοπρόθεσμη στρατηγική πρόταση, με πυρήνα τα ιδρυτικά, ταυτοτικά του προτάγματα. Να αποτυπώσει αυτή την πρόταση σ’ ένα Πολιτικό Πρόγραμμα, που θα απαντά στα κεντρικά ζητήματα της νέας ιστορικής φάσης και που με βάση αυτά θα αίρεται η αποσπασματικότητα πολιτικών που αφορούν το μερικό και το ειδικό. Να αποκαταστήσει τη διαλεκτική ανάμεσα στον καθημερινό πολιτικό αγώνα και στους στρατηγικούς στόχους του. Να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του πολιτικού δυϊσμού μεταξύ κόμματος/κυβέρνησης, που χαρακτήρισε την περίοδο της διακυβέρνησης και που η μέθοδος που προκρίθηκε για την επίλυσή του ήταν ο πολιτικός μαρασμός και η αφωνία του κόμματος. Και κυρίως να αποκαταστήσει τη σχέση εκπροσώπησης με τον κόσμο του και τις κοινωνικές του αναφορές στις αναπόφευκτες συγκρούσεις τους με τις κυρίαρχες δυνάμεις. Όλο τον κόσμο του. Και αυτούς που εξακολούθησαν να τον στηρίζουν μετά το συμβιβασμό του 2015. Και όσους τον έχουν εγκαταλείψει απογοητευμένοι ή/και θυμωμένοι.

Επανίδρυση της σχέσης με τον κόσμο

Αυτός ο κόσμος που υπόκειται στην υλική και ψυχολογική εξαθλίωση διαφόρων διαβαθμίσεων, πορεύεται σήμερα χωρίς οδοδείκτες, χωρίς έναν ορίζοντα ελπίδας. Βιώνει την καθημερινότητα των μίζερων προσδοκιών, των διαψεύσεων, των μεγαλοστομιών χωρίς αντίκρισμα. Αποσύρεται από το πεδίο της πολιτικής και δυσπιστεί στα από άμβωνος κηρύγματα περί συλλογικότητας, κυνηγώντας την ατομική του επιβίωση εναντίον των «άλλων» λοξοκοιτάει τους μετανάστες, δεν μπορεί να αποφύγει τον ακροδεξιό λαϊκισμό. Δεν πρόκειται να πεισθεί από πυροτεχνήματα που υποφωτίζουν περιοδικά τη χαμοζωή του. Αυτός ο κόσμος θέλει να καταλάβει. Και για να καταλάβει πρέπει να ακούσει.
Μ’ αυτό τον κόσμο πρέπει να επανιδρύσουμε μία σχέση ενσυναίσθησης και κοινότητας έξω από την αντίληψη της «ανάθεσης»· και κατά προτεραιότητα να συνομιλήσουμε μαζί του. Σ’ αυτό τον κόσμο ο ΣΥΡΙΖΑ χρωστάει ένα συνολικό και συνεκτικό απολογισμό της ενιαίας πορείας του, από το 2012 μέχρι σήμερα, χωρίς εκλεκτικισμούς και αποσιωπήσεις. Έναν απολογισμό που δεν θα περιοριστεί στα πεπραγμένα της διακυβέρνησης, προσπερνώντας βιαστικά και αμήχανα την προ του 2015 περίοδο. Όχι μόνο για να αποκρουστεί η μομφή της πολιτικής ιδιοτέλειας, αλλά για να επισημανθούν τα όρια και οι αντιφάσεις του εγχειρήματος, οι αλλαγές που προκάλεσε στη συνείδηση των ανθρώπων και οι ανατροπές στο πολιτικό πεδίο.

Χωρίς ενοχές και μηδενισμούς

giatzoglou

Δεν προτίθεμαι να επιχειρήσω εδώ έναν αναλυτικό απολογισμό εκείνης της περιόδου. Θέλω μόνο να πω δύο πράγματα: α) Τα γνωστά κλισέ περί «υποτίμησης των δυσμενών συσχετισμών» και «βολονταρισμού» (προφανώς αφελούς και επιπόλαιου) δεν ερμηνεύουν τίποτα. Απλώς επιχειρούν να εγκαταστήσουν μια τομή μεταξύ μιας «ανώριμης» και μιας «ώριμης» φάσης του ΣΥΡΙΖΑ και υπονομεύουν την ιστορική σημασία της εκλογικής του νίκης. β) Υπάρχει μια ρητή ή υπόρρητη ερμηνεία εκείνης της περιόδου (που τείνει να τις συμμεριστεί κι ένα μέρος των δυνάμεών μας), συγκαταβατική ή επιθετική κατά περίπτωση, ότι τότε επικράτησε μια αχρείαστη πόλωση, με ευθύνη και του ΣΥΡΙΖΑ, που παρήγαγε έναν πολιτικό εκβαρβαρισμό αναντίστοιχο με το εύρος και το βάθος των προβλημάτων. Και ότι αυτά πρέπει πια να τα αφήσουμε πίσω μας. Πρόκειται για ένα αφήγημα που καλεί σε μια συλλογική αμνησία και στην ταυτόχρονη αμνήστευση θυτών και θυμάτων τώρα, που η νέα εποχή απαιτεί «ευρύτερες συναινέσεις». Για ένα αφήγημα που, επί της ουσίας, ανάγει τα όσα ο ΣΥΡΙΖΑ είπε και έπραξε τότε στη σφαίρα της πολιτικής μεταφυσικής, αφού η επαγγελία της ρήξης με τη λιτότητα ήταν απλώς ένα ιδεολογικό διάβημα και όχι αντικείμενο μιας επεξεργασμένης στρατηγικής.
Να τα συζητήσουμε αυτά, αλλά χωρίς ενοχές και μηδενισμούς. Να δεχτούμε ότι δεν επιχειρήθηκε ο μετασχηματισμός της αντιμνημονιακής, κοινωνικής πρώτης ύλης σε μια διαρθρωμένη κοινωνική συμμαχία· ότι ο «πολιτικός βολονταρισμός», ως αντίληψη που θεωρεί ότι η πολιτική μπορεί να πετύχει τα πάντα, χωρίς τη διαρκή συμμετοχή και ενεργοποίηση κοινωνικών δυνάμεων, έχει όρια. Αλλά να μην ξεχνάμε ότι εκείνη η «πολιτική μεταφυσική», σε αντίθεση με τον εξυμνούμενο πανταχόθεν ρεαλισμό, παρήγαγε σ’ ένα τμήμα της κοινωνίας ένα φρόνημα αντίστασης στο νεοφιλελεύθερο σχέδιο και συγκρότησε τον σκληρό πυρήνα πολιτικής στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ.
Να τα συζητήσουμε μαζί και με όσα αναδείχθηκαν στη διάρκεια της διακυβέρνησης Αλλά απαιτείται μια οργάνωση αυτής της συζήτησης. Δηλαδή η ένταξή τους σ’ ένα συνεκτικό πλαίσιο ιεραρχήσεων και προτεραιοτήτων, που θα τα διαυγάσει ως πολιτικά επίδικα και θα τα καταστήσει κόμβους ενός Πολιτικού Σχεδίου αίροντας τη σύγχυση της αποσπασματικότητας.
Υπάρχει όμως προκαταβολικά η ανάγκη συνεννόησης σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που θα δώσουν προσανατολισμό: Στην πολιτική σκέψη της κυβέρνησης και κατ’ επέκταση στην πολιτική της γλώσσα, για παράδειγμα, έστω και αποσπασματικά, έχει αναδειχθεί ένα αίτημα που σε κάποια στιγμή συμπυκνώθηκε στο ατυχές σύνθημα «πετύχαμε εκεί που οι άλλοι απέτυχαν»· το αίτημα της αποκατάστασης μιας ευρυθμίας, μιας «κανονικότητας» του ελληνικού καπιταλισμού, το οποίο εντάσσεται στην πολιτική μας ευθύνη. Πρόκειται καταφανώς για έναν απόλυτο αναχρονισμό. Είναι η προσθήκη στη στρατηγική μας ενός επιπλέον σταδίου για προβλήματα και στόχους που εκπληρώθηκαν αλλού πριν πολλά-πολλά χρόνια, όταν όντως ο καπιταλισμός θεμελίωνε την ηγεμονία του μέσω του Κεϋνσιανού «κοινωνικού συμβολαίου» και αυτού που ονομάστηκε «συμβιβασμός αγοράς με τη δημοκρατία». Προκύπτει από κάπου ότι σήμερα ο καπιταλισμός επιδιώκει να διαπραγματευτεί με τους υποτελείς κοινωνικά συμβόλαια; Πιστεύουμε στ’ αλήθεια ότι αυτό είναι ρεαλιστικά πραγματοποιήσιμο στην Ελλάδα τού σήμερα;

Να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα

Υπάρχει το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών ως διακύβευμα κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών, που θα ανιχνεύσουν τη δυνατότητα προγραμματικών συγκλίσεων στην ελάχιστη βάση ενός αντινεοφιλελεύθερου σχεδίου· που όμως ακυρώνεται όταν εκπίπτει σε κορφολόγημα πολιτικών «προσωπικοτήτων» ένθεν κακείθεν.
Και υπάρχει το κεντρικό πρόβλημα του κόμματος, ως συμπύκνωση των στρατηγικών προταγμάτων και του χειραφετητικού Πολιτικού Προγράμματος, του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με τις κοινωνικές μας αναφορές, των προβλημάτων που αναδεικνύει μια ιστορική φάση, ή ακόμα και μια ειδική συγκυρία. Έχουμε ήδη αφήσει πίσω μας παλιά πρότυπα. Υπάρχει, από την άλλη, ένα απόθεμα εμπειριών και διάσπαρτες θεωρητικές προσεγγίσεις. Λείπει μια συστηματοποίηση. Αλλά μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια επαρκή βάση, αν θεωρήσουμε ότι ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι η καταστατική συνθήκη συγκρότησης μιας συλλογικής κριτικής σκέψης για όλες τις εκφάνσεις του υπάρχοντος, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής εξουσίας ακόμα και όταν αυτή προέρχεται από την ίδια μήτρα. Μιας κριτικής σκέψης που συγκροτείται μέσα από μια επίμονη θεωρητική ιδεολογική και πολιτική πρακτική. Από μια τέτοια σκοπιά μπορούμε να σκεφτούμε πάνω στην κομματική κρίση που έχει προκύψει κατά την περίοδο της διακυβέρνησης.

Ανασυγκρότηση του κόμματος

Ας εξηγηθώ: Ακόμα κι αν δεχτούμε ως κίνητρο τη χρησιμοθηρία ενόψει εκλογών, η απόφαση ανασυγκρότησης του κόμματος με αφετηρία την εκλογή ως γραμματέα του Π. Σκουρλέτη, δηλώνει την κατανόηση ότι η εκκωφαντική απουσία του κόμματος από τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες στοίχισε σε σοβαρή απώλεια δυναμικής τού εγχειρήματος· ότι η ανάκτηση αυτής της δυναμικής προϋποθέτει την ανάκτηση της πολιτικής αυτονομίας του κόμματος έναντι του κράτους και της κυβέρνησης και του ρόλου του ως προνομιακού συνομιλητή της κοινωνίας· όχι με την έννοια του κατευνασμού των όποιων κοινωνικών αντιδράσεων σε κυβερνητικές αποφάσεις, αλλά με την ευθύνη μετασχηματισμού των αντιδράσεων σε πολιτικές, που πρέπει να διορθώνουν και να εμπλουτίζουν τις επιλογές της κυβέρνησης. Η παρακμή του κόμματος ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια του μαρασμού του πολιτικού του ρόλου. Αντιμέτωπος με ένα πρωτότυπο πρόβλημα πολιτικού δυϊσμού –δηλαδή την παραγωγή πολιτικής από δύο κέντρα, την κυβέρνηση και το κόμμα- που θα δημιουργούσε αναπόφευκτα σε κάποιες στιγμές μια ένταση, ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να το λύσει ελαχιστοποιώντας τον πολιτικό ρόλο του κόμματος σε απολογητή των κυβερνητικών αποφάσεων. Η απόφαση αποδείχθηκε λάθος. Το κόμμα, ως παραγωγός ιδεών και πολιτικής, ως φορέας και εγγυητής των ταυτοτικών προταγμάτων του πολιτικού υποκειμένου, οφείλει να είναι ένα βήμα μπροστά τόσο σε σχέση με την κυβέρνηση όσο και με την κοινωνία. Το να υπάρχει ως μηχανισμός απολογητικής ή ως μεγαφωνική εγκατάσταση μεγέθυνσης της φωνής της κοινωνίας, χωρίς τη δική του κριτική ανασύνθεση μιας πολιτικής ολότητας, κάνει περιττό το λόγο ύπαρξης του.

Ας αρχίσουμε από τις βεβαιότητες

Όλα όσα κατέγραψα με επίγνωση της μερικότητας και των αντιφάσεων, συνιστούν μία απόπειρα αποσαφήνισης των διλημμάτων και των προβλημάτων που συγκροτούν το τραχύ έδαφος στο οποίο καλείται να πορευτεί η κοινωνία και η Αριστερά στο άμεσο μέλλον. Λίγες είναι οι βεβαιότητες που διαθέτω:
Το εγχείρημα της διακυβέρνησης δεν είναι, για τη δική μας Αριστερά η εκ προοιμίου οδός της απωλείας του ριζοσπαστισμού. Είναι το πεδίο της επιβεβαίωσής του μέσα από ένα συνεκτικό Πολιτικό Σχέδιο που τον συγκεκριμενοποιεί, το πεδίο δοκιμασίας του σταθερού μας προσανατολισμού.
Στη νέα φάση, η διεκδίκηση επιμέρους αιτημάτων, αυτονόητος στόχος του καθημερινού πολιτικού αγώνα, δεν πρέπει να εξαντλεί τον στρατηγικό μας ορίζοντα και να τον υποκαθιστά. Οφείλει να τον υπενθυμίζει σε κάθε βήμα.
Η αφομοίωση της Αριστεράς στη λογική μικρομεταρρυθμίσεων που αναπαλαιώνουν το υπάρχον, μπορεί να αποτραπεί στο βαθμό που θα επιχειρεί να εγγράφει ριζικές τομές σ’ έναν μετακαπιταλιστικό ορίζοντα· τομές που απαιτούν μία συνεχή αντιπαράθεση με τους κυρίαρχους.
Το κόμμα οφείλει να συγκροτήσει έναν ευρύτερο δημόσιο χώρο του αριστερού ριζοσπαστισμού, χωρίς αυταρέσκειες και ηγεμονισμούς
Μπορούν να γίνουν όλα αυτά; Το στοίχημα παραμένει ανοιχτό. Και μας αναγκάζει να επανιδρύσουμε το δεσμό ανάμεσα στο σκεπτικισμό και στην κριτική αισιοδοξία.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet