Η πρόσφατη κερδοσκοπική επίθεση κατά της ΔΕΗ θα περνούσε όπως άλλοτε, αν δεν κρινόταν από τη ΝΔ ότι προσφέρεται για αντιπολίτευση. Είναι ασυνήθιστο για ένα κόμμα που ισχυρίζεται ότι είναι έτοιμο να κυβερνήσει, να δηλώνει ο αρμόδιος τομεάρχης ότι η ΔΕΗ πια είναι «συστημικός κίνδυνος για την οικονομία». Έχει δίκιο ο αρμόδιος υπουργός, ο Γιώργος Σταθάκης, όταν μας είπε ότι δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι στόχος της ΝΔ ήταν η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ και είχε ήδη ξεκινήσει το έργο (μικρή ΔΕΗ, κτλ). Αυτό το σχέδιο, δηλαδή, που διακόπηκε από την Κυβέρνηση ΑΝΕΛ-Οικολόγων-ΣΥΡΙΖΑ και παρά τις δυσκολίες έχει αρχίσει να αποδίδει. Η ΔΕΗ, η ψυχή της βιομηχανικής παραγωγής ιδιαίτερα, της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας γενικά, έχει και προβλήματα και προκλήσεις και μεγάλες δυνατότητες. Πώς μπαίνουν αυτά, βαθμιαία, σε μια σειρά; Μια πρώτη προσέγγιση συνιστά η ανάλυση ενός παλαιού ανθρώπου της ΔΕΗ του Νίκου Καϊμάκη.

Η ελληνική αγορά ενέργειας διανύει πορεία ριζικών διαρθρωτικών αλλαγών, προκειμένου να προσαρμοστεί στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο (45.000 σελίδες με κανονισμούς, Οδηγίες, και αποφάσεις Συμβουλίων Κορυφής της Ε.Ε), στις αναδυόμενες τάσεις των νέων αγορών ενέργειας και στις εκρηκτικές τεχνολογικές εξελίξεις. Αποτέλεσμα, η ενέργεια εκτός από κοινωνικό αγαθό να μεταλλαχθεί και σε ένα, ιδιόμορφο, εμπορικό προϊόν.
Μετά από μια άγριας νεοφιλελεύθερης έμπνευσης περίοδο των μνημονιακών κυβερνήσεων με αιχμή την προσπάθεια διαμελισμού της ενιαίας ΔΕΗ ΑΕ, η χώρα με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πέρασε, εν μέσω κρίσης, σε πιο ήπια και κοινωνικά αποδεκτά ρυθμιστικά θεσμικά μέτρα αναδιάρθρωσης (και όχι διαμελισμού της ΔΕΗ ΑΕ), που όμως επηρεάζονται καταλυτικά από την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Τα μέτρα επέτυχαν μέχρι σήμερα:
α) Τη σύσταση Χρηματιστηρίου Ενέργειας, όπου η προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας θα λειτουργήσει εντός διασυνοριακών συναλλαγών το 2018 και η ροή της ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι ελεύθερη και ανταγωνιστική σε όλη την Ευρώπη.
β) Την αποτροπή του διαμελισμού της ΔΕΗ και τη δημιουργία δύο εύρωστων δημόσιων επιχειρήσεων, της ΔΕΗ ΑΕ με τις δύο θυγατρικές της, ΔΕΔΔΗΕ και ΔΕΗ Ανανεώσιμες, στον ανταγωνιστικό τομέα της παραγωγής και της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, και της ΑΔΜΗΕ ΑΕ στο μονοπωλιακό τομέα των δικτύων μεταφοράς και των διασυνοριακών διασυνδέσεων.
γ) Την αλλαγή του ενεργειακού μείγματος με την ενθάρρυνση της αύξησης της παραγωγής από ΑΠΕ.
δ) Τη μείωση της παραγωγής από τις συμβατικές τεχνολογίες με πρώτο βήμα την αποεπένδυση της ΔΕΗ ΑΕ από τον λιγνίτη κατά 40%.
ε) Τη δημιουργία της νέας εγχώριας, αλλά και διασυνδεδεμένης με την ευρωπαϊκή, αγορά ενέργειας με 4 νέες αγορές, πλήρως εναρμονισμένες με τις ήδη λειτουργούσες ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας.
Παρόλα αυτά η πορεία προς την προσαρμογή της στην εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας δεν είναι ευθύγραμμη. Εγκυμονεί κινδύνους και άνομες επιδιώξεις συμφερόντων και για αυτό η διοίκησή της αλλά και το αρμόδιο υπουργείο οφείλουν να είναι πολύ προσεκτικοί χωρίς πλέον ολιγωρίες, ανεπάρκειες και καθυστερήσεις.

Τα υπαρκτά προβλήματα της ΔΕΗ ΑΕ

Η ΔΕΗ ΑΕ βρέθηκε εν μέσω κρίσης μπροστά στην πράγματι υπερφίαλη προσπάθεια της Ενεργειακής Ένωσης της Ευρώπης, που ξεκίνησε το 1990 και θα ολοκληρωθεί το 2019 σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ανάλογη πορεία είχε η εγχώρια ενεργειακή αγορά και ιδιαίτερα η ΔΕΗ με πολύ σημαντικές προκλήσεις που της κληρονόμησαν οι πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων. Κι αυτές είναι:
* Υπερχρέωση 5 δισ. ευρώ, με εξαιρετικά χαμηλή ρευστότητα και μειωμένη πιστοληπτική ικανότητα.
* Σημαντική μείωση των εσόδων της, λόγω των υπέρογκων ληξιπρόθεσμων οφειλών των πάσης φύσεως καταναλωτών της.
* Εκτεταμένες ρευματοκλοπές και κοινωνική παραβατικότητα στα συστήματα μέτρησης.
* Απαιτήσεις προσαρμογής της, στην ενιαία εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά, με επιπρόσθετα σκληρά θεσμικά μέτρα, κυρίως από τους δανειστές της χώρας και τους θεσμούς. Ποια ήταν αυτά τα σκληρά μέτρα που μόλις αναφερθήκαμε και έπνιξαν και πνίγουν τη ΔΕΗ;
α) Περιορισμός της συμμετοχής της ΔΕΗ στην εγχώρια ενεργειακή αγορά παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρισμού με ποσοστό κάτω του 50% προκειμένου να αναπτυχθούν και άλλοι ιδιώτες ανταγωνιστές.
β) Επιβολή δημοπρασιών διάθεσης ενέργειας προς τους ιδιώτες παραγωγούς και προμηθευτές τύπου ΝΟΜΕ, με κόστος προμήθειας αγορών ενέργειας κάτω από το κόστος παραγωγής.
γ) Δυσκολίες επάρκειας παραγωγής που συνοδεύουν τη διαδικασία αποεπένδυσης του 40% της λιγνιτικής παραγωγής της, λόγω αύξησης του κόστους εξαγοράς ρύπων.
δ) Δραστικός περιορισμός της λιγνιτικής παραγωγής, επί πλέον της αποεπένδυσης, λόγω παλαιότητας μονάδων και ρυπογόνου παραγωγής, τις αναγκαστικές μειώσεις του προσωπικού της για τους προαναφερθέντες λόγους.
ε) Ληξιπρόθεσμες οφειλές των καταναλωτών που υπερβαίνουν τα 2,5 δισ. ευρώ ακόμη και σήμερα.
στ) Ανάγκη εμπλουτισμού του ενεργειακού μείγματός της, από ανανεώσιμες πηγές, ώστε να ανταποκριθεί στην ευρωπαϊκή προσπάθεια της απανθρακοποίησης της ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και να επιβιώσει στις απαιτήσεις της νέας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, που προδιαγράφεται εκ των στόχων και των επιδιώξεών της, έντονα ανταγωνιστική.
Ποιος ευθύνεται για όλα τα παραπάνω; προφανώς, οι πολιτικές που ασκήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ και την Ν.Δ., αλλά και το management που ασκήθηκε από τις προηγούμενες διοικήσεις της ΔΕΗ ΑΕ, όλη τη μνημονιακή περίοδο και όχι μόνο αυτήν.

Ποια τα όρια στην κοινωνική συνδρομή της ΔΕΗ;

Πρόσθετο πρόβλημα αποτέλεσε και η όχι καλά σταθμισμένη προσπάθεια της σημερινής κυβέρνησης, να ανακουφίσει κατά τη διάρκεια της κρίσης τα ρημαγμένα νοικοκυριά και τις παντός είδους υπερχρεωμένες επιχειρήσεις δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα. Προκειμένου να ανταποκριθούν στα χρέη τους προς τη ΔΕΗ ΑΕ και τους άλλους οργανισμούς, υιοθετήθηκε το σύστημα των δόσεων και οι διαρκείς αναστολές αποκοπών του ρεύματος. Όμως, η επιλογή αυτή —η διοίκηση της ΔΕΗ είχε διατυπώσει αντιρρήσεις— προκάλεσε άλλης μορφής προβλήματα, με αιχμή τις ακατάσχετες ρευματοκλοπές και τη δημιουργία «στρατηγικών κακοπληρωτών παντός είδους» που καθυστερούν μέχρι σήμερα συνειδητά πλέον τους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Ακόμη και οργανωμένες συμμορίες ενέσκηψαν στο προσκήνιο του ενεργειακών δικτύων και παροχών της ΔΕΗ, εξαπατώντας τους καταναλωτές, υποσχόμενοι παρεμβάσεις στα συστήματα μέτρησης της ΔΕΗ, για δραστική μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης ή και ακόμη άγριες επιθέσεις σε βάρος των υπαλλήλων της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ που επιχειρούσαν να αποκαταστήσουν παρανομίες και βλάβες των συστημάτων μέτρησης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΔΕΗ και ο ΔΕΔΔΗΕ έχουν κάνει προσπάθειες τα τελευταία τριάμιση χρόνια να αντιμετωπιστούν και να ρυθμιστούν αυτές οι μη κοινωνικά αποδεκτές καταστάσεις με σχετική επιτυχία. Χωρίς να παραγνωρίζεται, όμως, η διαχρονικά μειωμένη παραγωγικότητα του προσωπικού τους, η οποία εκ των πραγμάτων «προκλήθηκε» λόγω των προαναφερθεισών μαζικών παραβατικοτήτων, αλλά και των δυσλειτουργιών. Όπως και εξαιτίας των ανεπαρκειών εκ μέρους ορισμένων υπηρεσιών της ΔΕΗ και του ΔΕΔΔΗΕ, οι οποίες βρέθηκαν ξαφνικά ενώπιον μιας έκτακτης, μα��ικής και μη συμβατικής συμπεριφοράς καταναλωτών που μπεριείχε και αντικοινωνικές πρακτικές.

Οι προκλήσεις του μέλλοντος



Η διαχείριση που έγινε μέχρι σήμερα από την παρούσα διοίκηση της ΔΕΗ ΑΕ, που βρίσκεται στον τέταρτο χρόνο της θητείας της εν μέσω κρίσης και έντονων αναδιαρθρώσεων, εκτός από την επίλυση πολλών προβλημάτων που παραθέσαμε, παρουσίασε και αδυναμίες και ανεπάρκειες. Έχει ήδη χαθεί πολύτιμος χρόνος. Να σημειωθεί όμως ότι δυσκολίες και προβλήματα προσαρμογής αντιμετωπίζουν όλοι οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί ενεργειακοί όμιλοι στην προσπάθεια εναρμόνισής τους στις συνθήκες της ενιαίας εσωτερικής αγοράς ενέργειας. Η πιο καθυστερημένη ενεργειακά περιφέρεια της Ε.Ε είναι αυτή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Τα συστήματα της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, είναι πλέον διασυνδεδεμένα σε ένα ενιαίο δίκτυο μεταφοράς και λειτουργούν κανονικά από τη Βόρεια Θάλασσα έως την ιβηρική χερσόνησο και η ενέργεια διακινείται ελεύθερα και ανταγωνιστικά μέσω χρηματιστηριακών κόμβων στις διασυνοριακές διασυνδέσεις τους, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη ζήτηση ενέργειας με ευνοϊκότερους όρους κόστους και εξοικονόμησης ενέργειας.
Όμως, όπως διαφαίνεται από τις τρέχουσες εξελίξεις και τις εκκρεμότητες που επικρέμονται πάνω από τη ΔΕΗ, απαιτείται στρατηγικός σχεδιασμός, αναδιάρθρωση της οργάνωσης, της οικονομίας και της παραγωγικότητας της εταιρείας, βέλτιστη αξιοποίηση πόρων, και πλήρης διασύνδεση και εναρμόνιση του εγχώριου ενεργειακού συστήματος με το κοινό ευρωπαϊκό ενεργειακό μοντέλο στόχου (tarket model), αρχικά εντός της καθυστερημένης ενεργειακά περιφερειακής ενεργειακής περιοχής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και στη συνέχεια εντός της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.
Ήδη, η παρούσα διοίκηση της ΔΕΗ, μετά από κάποιες ταλαντεύσεις και καθυστερήσεις, έχει στα χέρια της ένα στρατηγικό πλάνο που μελέτησε η εταιρεία CmcKinsey. Το πλάνο αυτό προτείνει, μεταξύ άλλων, πολύ επώδυνες λύσεις, όπως μειώσεις προσωπικού και αυξήσεις στα τιμολόγια ρεύματος. Παράλληλα, μια ακόμη μεγάλη εταιρεία, πλαισιωμένη με εκτεταμένο δίκτυο νομικών συμβούλων, έχει αναλάβει τη ρύθμιση των τεράστιων ληξιπρόθεσμων οφειλών των καταναλωτών της, ώστε μέσα σε μια τριετία να έχει αντιμετωπιστεί και το πρόβλημα ρευστότητα της ΔΕΗ.
Στα θετικά, επίσης, περιλαμβάνεται η αναχρηματοδότηση του κοινοπρακτικού της εταιρείας. Όμως, ο οίκος αξιολόγησης S&P στην πρόσφατη αξιολόγηση της ΔΕΗ ΑΕ, στις αρχές του 2018, επισημαίνει την περιορισμένη ικανότητα της επιχείρησης για την εξυπηρέτηση του χρέους της, στην οποία προστίθεται και η δραματική αύξηση του κόστους των ρύπων, που επιβαρύνει επί πλέον τα λειτουργικά κόστη της εταιρείας.
Ακόμη, η διοίκηση προωθεί την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποεπένδυσης των λιγνιτικών μονάδων της. Ωστόσο, από τις διαπραγματεύσεις με τους υποψήφιους επενδυτές προκύπτουν ορισμένες δυσκολίες σχετικά με τη βιωσιμότητα των μονάδων και ζητούνται πρόσθετες εγγυήσεις που αφορούν στους εργαζόμενους, το κόστος των ρύπων (διοξειδίου του άνθρακος), το κόστος καυσίμου και άλλα λειτουργικά μεγέθη των προς πώληση μονάδων.

Ανοικτά, δύσκολα ζητήματα

Η κεφαλαιοποίηση της ΔΕΗ ΑΕ βρίσκεται σε πολύ χαμηλό επίπεδο μετά και την τελευταία επίθεση που δέχτηκε η μετοχή της στο χρηματιστήριο Αθηνών, σε μια φάση δύσκολη για την εταιρεία, που διαχειρίζεται την αποεπένδυση του 40% της λιγνιτικής παραγωγής της και την αξιοποίηση του 17% του μεριδίου της που ανήκει στο ΤΑΙΠΕΔ.
Αυτό το μερίδιο του 17% ίσως αποτελέσει και την «κερκόπορτα» για την είσοδο στρατηγικού επενδυτή στη δημόσια επιχείρηση κατά το πρότυπο της ΑΔΜΗΕ ΑΕ, λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζει, ο οποίος θα προσφέρει κεφάλαια, τεχνογνωσία και ορθολογικές πρακτικές διαχείρισης της εταιρείας. Ελπίδα που κυοφορείται εκτός από το ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο έχει ανακοινώσει ήδη την πώληση του μεριδίου του το 2019, και από διάφορα ιδιωτικά συμφέροντα.
Γι’ αυτό η ΔΕΗ ΑΕ καλείται από τα πράγματα να αναπροσαρμόσει σε βάθος την στρατηγική της και να επιχειρήσει μια επανεκκίνηση εν όψει των πολλαπλών κινδύνων που υπονομεύουν το μέλλον της μεγαλύτερης δημόσιας επιχείρησης της χώρας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet