Την Τετάρτη 24/10 παραδόθηκαν από τον πρόεδρο της Βουλής Νίκο Βούτση οι πρώτοι τέσσερις τόμοι των πρακτικών της Εξεταστικής Επιτροπής, γνωστού και ως «φακέλου της Κύπρου», στον πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο και στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Η πρωτοβουλία της εν λόγω έκδοσης πραγματοποιήθηκε μετά από απόφαση των μελών του ελληνικού κοινοβουλίου την 11η Ιουλίου 2017, ενώ η παράδοση του υλικού στη βουλή των αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Λευκωσία έγινε στις 14 Ιουλίου 2017.
Οι τέσσερις αυτοί τόμοι αποτελούν τους πρώτους σε ένα σύνολο 33 περίπου τόμων, δηλαδή ενός πολύτομου έργου που αναμένεται να υλοποιηθεί σταδιακά με την έκδοση όλου του υλικού που βρίσκεται στα αρχεία της Βουλής. Θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, ενώ καταβάλλεται προσπάθεια να κυκλοφορούν δύο τόμοι κάθε μήνα. Την ειδική αυτή έκδοση επιμελήθηκε ομάδα επιστημόνων που ορίστηκε από κοινού από την ελληνική βουλή και την βουλή των αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι πρώτοι τόμοι ενός ιστορικού έργου



Η ιστορία του φακέλου της Κύπρου έχει το δικό της ιδιαίτερο παρελθόν και σχετίζεται με τη δυσκολία του ελληνικού μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίσει κατάματα τα γεγονότα, όσο σκοτεινά και αν ήταν αυτά. Από τις 14 Δεκεμβρίου του 1974 πρωτοδιατυπώθηκε η ανάγκη πλήρους διαλεύκανσης του ζητήματος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο με τη σύσταση διακομματικής εξεταστικής επιτροπής. Ο Λεωνίδας Κύρκος στη συνεδρίαση ΣΤ’, 14 Δεκεμβρίου 1974, υποστήριξε: «σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, επανερχόμαστε στην πρότασή μας. Να δημιουργηθεί διακομματική επιτροπή, που να ενημερώνεται σχετικά με τις εξελίξεις και να συμβάλλει στη διαμόρφωση μια κοινής γραμμής». Χρειάστηκε, ωστόσο, να περάσουν 11 ολόκληρα χρόνια για να συσταθεί τελικά η εξεταστική επιτροπή, ύστερα από πρόταση του τότε προέδρου της Βουλής Ιωάννη Αλευρά. Η σύσταση αυτή, η οποία είχε προαναγγελθεί πολλές φορές από τον τότε πρωθυπουργό Α. Παπανδρέου, καθυστέρησε ακόμα πέντε χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Η εξεταστική επιτροπή (αποτελούμενη από 30 μέλη) συστάθηκε τελικά τον Δεκέμβριο του 1985, ύστερα από ομόφωνη απόφαση των μελών του κοινοβουλίου (με την υπ’ αριθ. 1209/901 του τότε προέδρου της Βουλής) και ξεκίνησε τις εργασίες της τον Φεβρουάριο του 1986, ενώ διήρκεσε έως και τον Μάρτιο του 1988. Αντικείμενο της Εξεταστικής Επιτροπής ήταν η έρευνα, συγκέντρωση, αξιολόγηση των στοιχείων αναφορικά με το «εγκληματικό πραξικόπημα στην Ελλάδα και στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή, αλλά και με ό,τι η επιτροπή έκρινε ότι συνδεόταν άμεσα ή έμμεσα με τα γεγονότα αυτά». Η Επιτροπή πραγματοποίησε 154 συνολικά συνεδριάσεις, από τις οποίες οι 68 αφιερώθηκαν στη συζήτηση διαδικαστικών ζητημάτων, όπως η συγκέντρωση του απαραίτητου υλικού, η επιλογή των προσώπων κτλ. Πρόκειται για το υλικό που βλέπει το φως της δημοσιότητας σήμερα, που προέρχεται από τις κλητεύσεις και μαρτυρικές καταθέσεις όλων όσων ενεπλάκησαν έμμεσα ή συμμετείχαν άμεσα στο καταστροφικό πραξικόπημα κατά του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, και όσων η δράση συνδέθηκε με τα γεγονότα της τουρκικής εισβολής που ακολούθησε.
Δύο χρόνια μετά από την έναρξή της, η Εξεταστική Επιτροπή δεν κατέληξε σε κοινό πόρισμα. Αντίθετα, υπήρξαν δύο πορίσματα, όπως συμβαίνει συνήθως. Ένα της πλειοψηφίας και ένα της μειοψηφίας, καθώς και ανεξάρτητων βουλευτών, τα οποία κατατέθηκαν στην ολομέλεια της βουλής των Ελλήνων την 31η Οκτωβρίου 1988, χωρίς όμως να συζητηθούν και να ψηφιστούν. Η ΝΔ είχε απειλήσει από τις 23/7/1987 ότι θα αποχωρήσει από τη διαδικασία.
Ένα ακόμα δείγμα αυτής της χαρακτηριστικής «σιωπής» εκ μέρους του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης ήταν η διατύπωση εκ μέρους του Ε. Αβέρωφ κατά τη διάρκεια της Εξεταστικής Επιτροπής, τον Μάιο του 1987: «ο κύριος λόγος για τον οποίον δεν χωράνε διώξεις, είναι διότι γνωρίζουμε τον υπεύθυνο. Είναι καταδικασμένος σε ισόβια». «[ …] Ο υπεύθυνος γι’ αυτή τη δουλειά είναι ένας. Οι άλλοι εις μεν τα ανώτατα κλιμάκια καλύφθησαν, λόγω εντόνου προσωπικότητος αυτού του ενός…».

Πάγιο αίτημα της κυπριακής πλευράς

Η δημοσιοποίηση αυτού του πολύτιμου ιστορικού υλικού αποτελούσε ένα πάγιο αίτημα της κυπριακής πλευράς, αλλά και του πολιτικού κόσμου, όπως βεβαίως και του ερευνητικού και επιστημονικού δυναμικού των δύο χωρών που αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με το τι συνέβη εκείνες τις κρίσιμες στιγμές. Αντιγράφοντας από τον πρόλογο-εισαγωγή του βιβλίου: «πρόκειται για ένα υλικό που δεν τέθηκε ποτέ στη βάσανο της τελικής απόδοσης ευθυνών». Και παρακάτω: «Η δημοσιοποίηση του περιεχομένου του Φακέλου της Κύπρου ικανοποιεί το καθολικό διαχρονικά αίτημα των πολιτών της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και του πολιτικού κόσμου των δύο χωρών, για άμεση και ανεμπόδιστη πρόσβαση στην ιστορική αλήθεια. Κλείνει έτσι η πολιτική και ηθική εκκρεμότητα που αφορά τα όσα τραγικά διαδραματίστηκαν στην Κύπρο το 1974: το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, που προκάλεσαν μια νέα βαρύτατη εθνική καταστροφή, της οποίας τις οδυνηρές συνέπειες η Κύπρος συνεχίζει να υφίσταται έως σήμερα».
Δεν πρόκειται για μια απλή διαδικασία, μας τόνισαν μέλη της επιστημονικής επιτροπής. «Χρειάστηκε να ξαναδούμε εκ νέου το υλικό για να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα και να παρακολουθήσουμε με ακρίβεια την πορεία των γεγονότων και των συμβάντων». Το υλικό αυτό, ωστόσο, σύμφωνα και με τη διατύπωση του προέδρου της Βουλής, είναι να αποτελέσει την αφορμή συγκέντρωσης του συνόλου του αρχειακού υλικού που αφορά αυτήν την κρίσιμη, για την ελληνική και κυπριακή ιστορία, περίοδο. Η έως τώρα αντιμετώπιση με ένα πέπλο σιωπής του κυπριακού ζητήματος, και επομένως και του «φακέλου της Κύπρου», από το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι εμφανές πια ότι δεν συνέβαλε στην κατανόησή των κρίσιμων γεγονότων, όπως και στο τι ακριβώς συνέβη, κάτι που επιχειρείται σήμερα με την πρωτοβουλία της βουλής και την ανάδειξη αυτού του υλικού.

Άρτεμις Καλαβρύτη
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet